Supreme Court allows appeal against eviction compensation order due to late counterclaim under forced expropriation law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's order setting the compensation value for expropriated land. The appellant argued the respondent's counterclaim was inadmissible because it was filed on the same day as the main request, violating the five-day pre-hearing requirement under Law 2882/2001. The court found the First Instance Court erred by applying outdated procedural rules and rejected the late counterclaim, remanding the case for a new hearing.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 20(5) and 21(1) of Law 2882/2001; A counterclaim filed on the day of the hearing for the determination of expropriation compensation value is inadmissible as it violates the mandatory five-day pre-hearing period, requiring the First Instance Court to apply the specific procedural law of the Code of Forced Expropriation of Real Estate.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 966 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 966/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τη Γενική Γραμματέα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2002 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκδόθηκε η 290/2004 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 10-2-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο τα αναιρεσείοντα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 30-4-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 10-2-2004 (αρ. κατ. 5/2005) αίτησης για την αναίρεση της 290/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 10-2-2004 (αρ.κατ. 5/2005) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 290/2004 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων- Ν. 2882/2001, είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της 8-5-2020, με αριθμό πινακίου 24, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (αρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας (Covid-19).
Εξάλλου, με την από 14-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-5-2020 (ΦΕΚ Α 104), η σημερινή δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, με αριθμό πινακίου …. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από τον αρμόδιο γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εξάλλου, από την υπ' αρ. 2272/23-7-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδου, Μ. Π., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παρασκευά Χρυσοστομίδη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 124 παρ.1 ΚΠολΔ, στην αναιρεσίβλητη, για να παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο (8-5-2020), κατά την οποία, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, η υπόθεση δεν συζητήθηκε, αλλά αυτεπαγγέλτως ορίστηκε η σημερινή δικάσιμος, που επέχει θέση κλητεύσεως των διαδίκων.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες.
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α και γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτής. Η κρινόμενη από 10-2-2004 (αρ.κατ.5/2005) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 290/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 <Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων> - ΚΑΑΑ, έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά, εφόσον συνοδεύεται από την με αριθμό 746/12-5-2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με αριθμό κατάθεσης 4/20-5-2005, που εκδόθηκε εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995, όπως τότε ίσχυε, εντός τριών μηνών από την άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της, στις 22-2-2005 (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώπιον της Γραμματείας του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του Ν. 2882/2001 ορίζεται ότι ....""1. Η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς." 2. Η αίτηση ασκείται και συζητείται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως."
....
Εξάλλου η προηγούμενη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ίδιου ως άνω Νόμου ορίζει ότι ...." 5. Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης." ....
Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων συνάγεται ότι, υπό την ισχύ του Ν. 2882/2001, ο οποίος εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα άλλωστε με όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε περίπτωση αίτησης καθορισμού οριστικής μονάδος αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση, που υποβλήθηκε απευθείας στο Εφετείο, η με τις προτάσεις ασκούμενη ανταίτηση του καθού πρέπει να γίνει πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση. Αυτό πλέον γίνεται δεκτό ενόψει της πρόβλεψης του άρθρου 21 παρ. 2 Ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία η αίτηση απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης ασκείται και συζητείται, κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και σε αντίθεση με όσα είχαν γίνει δεκτά υπό το προϊσχύαν ΝΔ 797/1971, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 του οποίου, σε περίπτωση άσκησης απευθείας ενώπιον του Εφετείου ανταίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω, η ανταίτηση του καθού δεν υπέκειτο στο χρονικό περιορισμό των πέντε ημερών πριν από τη συζήτηση, αλλά μπορούσε να γίνει και εντός προθεσμίας δύο ημερών μετά τη συζήτηση.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, ΑΠ 1021/2017, ΑΠ ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 862/2011, πρβλ. επίσης ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 452/2018).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ανταίτηση που άσκησε η αναιρεσίβλητη, φερόμενη ιδιοκτήτρια του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν στις 10-10-2003, δηλαδή κατά την ημέρα συζήτησης της από 5-11-2002 (αρ. κατ. 396/2002) κύριας αίτησης των αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε απευθείας ενώπιον του Εφετείου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και με την οποία ανταίτηση η αναιρεσίβλητη ζητούσε τον καθορισμό μεγαλύτερου ποσού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, είναι δήθεν εμπρόθεσμη και παραδεκτή, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανταίτηση της αναιρεσίβλητης ως εκπρόθεσμη, διότι η ανταίτηση αυτή δεν ασκήθηκε πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της κύριας αίτησης των αναιρεσειόντων και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) που επίσης, επιτρεπτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, (ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ) άσκησαν απευθείας ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου την από 5-11-2002 (αρ.κατ.396/7-11-2002) αίτηση, υπό την ισχύ του Ν. 2882/2001, ο οποίος εφαρμόζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 και 2 από τις 6-5-2001, δηλαδή τρεις μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α'-17/6-2-2001), στην οποία ισχυρίστηκαν, ότι με την Κοινή Υπουργική Απόφαση- ΚΥΑ 1091035/9082/0010/3-11-2000 των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας (κάλυψη στρατιωτικών αναγκών) συνολικής έκτασης 2106 Μ2 στην περιοχή κοινότητας Παστίδας της νήσου Ρόδου, που αποτελεί, σύμφωνα με τον Κτηματολογικό Πίνακα την με στοιχείο KM … γαιών …, στην οποία προβάλλει δικαίωμα κυριότητας η καθής η αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ήδη αναιρεσίβλητη και ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 1,25 ευρώ ανά Μ2 εδάφους.
Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε για να δικαστεί ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου στη δικάσιμο της 10-10-2003. Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο Εφετείο η τότε καθής η κύρια αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε, με τις με ημερομηνία 28-9-2003 προτάσεις της, που κατατέθηκαν την ίδια ημέρα της δικασίμου στις 10-10-2003 και ώρα 09: 20 (βλ.
την πράξη κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέως στην τελευταία σελίδα των προτάσεων) ανταίτηση, με την οποία ζήτησε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της σε 45 ευρώ ανά Μ2 και για κάθε μέσο ελαιόδενδρο αυτού (επικείμενο) στο ποσό των 180 ευρώ. Η αίτηση και η ανταίτηση συνεκδικάστηκαν από το Εφετείο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αναφορικά με το δικονομικό ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της ανταίτησης, δέχθηκε, ότι αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά, μόνον όσον αφορά το αίτημα για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος εδάφους, ενώ απέρριψε την ανταίτηση ως απαράδεκτη αναφορικά με τα επικείμενα (συστατικά) ελαιόδενδρα, διότι αποτελούσε διαφορετικό αντικείμενο.
Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο δεν ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη. Πιο συγκεκριμμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, κατ'ακριβή λεκτική αντιγραφή της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, δικονομικό ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης της ανταίτησης, το Εφετείο δέχεται τα εξής αναπτύσσοντας την προϊσχύσασα νομολογία :
"
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 3, 6 και 8, 20 παρ. 1,5 και 6 και 21 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ομοίων κατά τα ουσιώδη σημεία τους με τις διατάξεις των άρθρ. 18 παρ. 1, 3, 5 και 7, 19 παρ. 7, 8 και 20 παρ, 1 ν.δ. 797/1971, προκύπτει, ότι σε περίπτωση αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση που υποβλήθηκε απευθείας στο Εφετείο (χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τον καθορισμό προσωρινής αποζημίωσης), όπως στην κρινόμενη περίπτωση, η ανταίτηση του καθού ασκείται και με τις προτάσεις, η κατάθεση των οποίων δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό των 5 ημερών πριν από την συζήτηση (όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση που έχει προηγηθεί απόφαση του Μονομελούς για τον προσδιορισμό της προσωρινής αποζημίωσης) αλλά μπορεί να γίνει και σε λιγότερες από 5 ημέρες πριν από τη συζήτηση, τούτο δε κατά |μείζονα λόγο, αφού μπορεί ν' ασκηθεί και μέσα σε προθεσμία δύο ημερών μετά την συζήτηση (ΑΠ 495/1996) καθώς και με τις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση της απευθείας ενώπιον αυτού ασκηθείσης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Και τούτο διότι η παρ. 5 του αρθρ. 20 Κώδ. Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, η οποία καθιερώνει το απαράδεκτο της ανταίτησης που ασκείται με τις προτάσεις που κατατίθενται λιγότερο από 5 ημέρες πριν από την συζήτηση, αναφέρεται προφανώς στην αίτηση και στην ανταίτηση του οριστικού προσδιορισμού που ασκούνται μετά την έκδοση της απόφασης προσωρινού προσδιορισμού (όπως, άλλωστε, ολόκληρο το άρθρ. 20, το οποίο, βέβαια, εφαρμόζεται αναλόγως και στην αίτηση για απευθείας προσδιορισμό της αποζημίωσης άρθρ. 21 παρ. 2), όπως συνάγεται από την διατύπωση των παραγράφων αυτής, όπου γίνεται λόγος για παραδεκτή άσκηση αίτησης (για οριστικό προσδιορισμό), αφού το παραδεκτό συνδέεται προδήλως με το εμπρόθεσμο της αίτησης αυτής μετά την έκδοση ή την επίδοση της αποφάσεως του Μον.
Πρωτοδικείου για τον προσωρινό προσδιορισμό (παρ. 2 του αυτού άρθρου). Ως αντίθετη, όμως, αίτηση που μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις στο Εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, νοείται εκείνη που αφορά το ίδιο αντικείμενο της απαλλοτριώσεως που εισήχθη με εμπρόθεσμη αίτηση ενώπιον του Εφετείου, με την έννοια ότι αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια που αφορά η κύρια αίτηση που έχει υποβληθεί για τον οριστικό προσδιορισμό.
Η ανταίτηση που αναφέρεται σε επικείμενα συστατικά, για τα οποία δεν ζητήθηκε οριστικός προσδιορισμός της αποζημιώσεως με την κύρια αίτηση, αφορά διαφορετικό κεφάλαιο από εκείνο, το οποίο αναφέρεται στην κύρια αίτηση και αφορά μόνο το έδαφος ή σε άλλα επικείμενα συστατικά (ΑΠ 1224/2002, ΑΠ 1156/2002).Κατά συνέπεια η ανταίτηση που άσκησε η καθής, με τις προτάσεις της που κατέθεσε την ημέρα της συζήτησης της αίτησης (10-10-2003), με την οποία ζητά τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 45 ευρώ./m2, και στο ποσό των 180 ευρώ για καθένα από τα επικείμενα δένδρα (ελαιόδενδρα) είναι παραδεκτή και νόμιμη μόνο καθόσον μέρος ζητείται με αυτήν ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος για το ακίνητο ερειδόμενη στις αυτές ως άνω διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί και αυτή κατ' συσίαν συνεκδικαζόμενη με την αίτηση (άρθρ. 246 ΚΠολΔ) κατά την αυτή ειδική διαδικασία".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ανταίτηση της αναιρεσίβλητης για τον καθορισμό μεγαλύτερης τιμής μονάδος αποζημίωσης είναι εμπρόθεσμη και άρα παραδεκτή, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, στην αρχή της παρούσας, η αίτηση των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ασκήθηκε απευθείας ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Ν.2882/2001 και συνεπώς, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, όπως τούτο ρητά προβλέπει, η αίτηση αυτή συζητείται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 20 Ν.2882/2001, που εφαρμόζεται αναλόγως και, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του οποίου (άρθρου 20), η ανταίτηση πρέπει με ποινή το απαράδεκτο αυτής να ασκηθεί πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της (απευθείας) αίτησης στο Εφετείο για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
Δηλαδή, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε στο προϊσχύσαν δίκαιο, που εσφαλμένα εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 19 παρ. 4 ΝΔ 797/1971), κατά το οποίο η ανταίτηση μπορούσε να ασκηθεί και δύο ημέρες μετά τη συζήτηση στο Εφετείο. Επομένως, στην ένδικη περίπτωση, η ανταίτηση της αναιρεσίβλητης που ασκήθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου την ίδια ημέρα της δικασίμου (10-10-2003) της συζήτησης της κύριας αίτησης των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης εδάφους και χωρίς να τηρηθεί η προθεσμία των πέντε ημερών πριν από τη συζήτηση, όπως προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.5 και 21 παρ.1 και 2 Ν. 2882/2001, ήταν εκπρόθεσμη και συνεπώς ασκήθηκε απαράδεκτα και έπρεπε να απορριφθεί.
Συνακόλουθα κρίνοντας αντίθετα το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 (παρά το νόμο μη κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου).
Κατόπιν τούτου ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (αρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι οι αναιρεσείοντες (Ελληνικό Δημόσιο και Ταμείο Εθνικής 'Αμυνας-ΝΠΔΔ) δεν βαρύνονται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης, κατά το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδ 22 παρ.4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 325/2020, ΑΠ 897/2020, ΑΠ 682/2019). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου και Ταμείου Εθνικής Άμυνας- ΝΠΔΔ, που κατέθεσεαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, μειωμένα όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 452/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 290/2004 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων- Ν. 2882/2001, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
ΚΑΙ
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ