Supreme Court allows appeal against expropriation compensation valuation, remands case for retrial by different judges.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's valuation of expropriation compensation. The State argued the lower court erred in applying the substantive law regarding land value, while the defendants contended the valuation was correct. The Court found the lower court violated substantive law by requiring more evidence than the law mandated, thus remanding the case for a retrial by different judges.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 553(1)(b), 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment if the lower court erred in applying substantive law, remanding the case for retrial by different judges.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 682 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών (πρώην ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Ι., 2) Μ. Γ. του Ι., κατοίκων ... και 3) α. Α. Κ., κατοίκου ..., β. Α. Κ. και γ. Γ. Κ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Κ. του Γ., εκ των οποίων ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σοφό, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 207/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου.
Εκδόθηκε η 182/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-7-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 2ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 242/ 2015, ΑΠ180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αυτής προκύπτει, ότι είχε εκδοθεί ερήμην της 3ης έως της 5ης των καθών η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - αιτούντος τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ήδη υπό στοιχείο 3α, β και γ των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες και τότε καθών η αίτηση δικάστηκαν σαν παρούσες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 σε συνδ. 20 παρ. 3 και 22 παρ. 1 Ν. 2882/2001 (βλ. σελ. 2β της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, κατ' άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001) δεν εφαρμόζεται η Αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2882/2001 κατά της απόφασης του Εφετείου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και, συνακόλουθα, όχι και εκείνο της ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ (ΑΠ 1259/2017).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται παραδεκτά, προκύπτει ότι η κρινόμενη από 6-7-2017 (αρ. κατ. 28/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 182/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 9, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. ….482/23-5-2018, …473, …471 και …472/14-5-2018 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου, Γ. Σ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1 και 126 παρ. 1α για τους 1ο και 3 στοιχείο γ αναιρεσιβλήτους και κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 για τους 3 στοιχείο α και β των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 2ος και οι υπό στοιχείο 3 α, β και γ των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο και ο 2ος αναιρεσίβλητος, Μ.
Γ.. Επομένως, αφού οι ανωτέρω 1ος και οι υπό στοιχειο 3α, β και γ των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη από 6-7-2017 (αρ. κατ. 28/2017) αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της προσβαλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει, ότι με την με αρ. 103388.../0010/28-3-2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κηρύχθηκε η ένδικη συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για βελτιώσεις και αναβαθμίσεις του υφιστάμενου αυτοκινητόδρομου ..., στη θέση ...
που αφορούσε το τμήμα της χιλιομετρικής θέσης 11+979,60 έως τη χιλιομετρική θέση 13+732,97 (κύριο τμήμα), που περιλαμβάνεται από την χιλιομετρική θέση 12+490,70 έως την χιλιομετρική θέση 12+947,30, συνολικής έκτασης 5.982 Μ2. Η εν λόγω ένδικη απαλλοτρίωση συνιστούσε επέκταση της προγενέστερης 1ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης, που είχε κηρυχθεί με την ΚΥΑ 1128626.../0010/28-1-2009 και αφορούσε το κύριο ως άνω τμήμα.
Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 23-5-2012 αίτηση για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων για τις επίδικες ιδιοκτησίες, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ΚΠ9, ΚΠ10 και ΚΠ11, ζητώντας να καθοριστεί ως αξία εδάφους το ποσό των 5,10 ευρώ, 4,59 ευρώ και 2,30 ευρώ αντίστοιχα, καθώς και για τα επικείμενα σ' αυτές ελαιόδενδρα στο ποσό των 235 ευρώ για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο, 170 ευρώ για κάθε μεσαίο και 105 ευρώ για κάθε μικρό ελαιόδενδρο.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 207/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία καθόρισε ως προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος το ποσό των 12 ευρώ/Μ2 και για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο το ποσό των 250 ευρώ. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρώντας τις ανωτέρω τιμές υψηλές άσκησε την ένδικη από 2-12-2014 (αρ.
κατ. 1022/2014) αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, για να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες στα μικρότερα ποσά, που αυτό είχε προτείνει. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία καθόρισε ως οριστική τιμή μονάδος για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο το ποσό των 235 ευρώ, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως προς τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος εδάφους, σύμφωνα με την αιτιολογία, που θα εκτεθεί παρακάτω αναλυτικά, κρίνοντας ότι η αξία εδάφους ανέρχεται σε 9 ευρώ/Μ2.
Πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι στα πλαίσια της 1ης συμπληρωματικής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που αφορούσε την μείζονα κύρια έκταση, επί άλλης αίτησης του Δημοσίου, που είχε συνεκδικαστεί με αντίθετη αίτηση, με ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και κύριες παρεμβάσεις είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 116/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε καθορίσει ως προσωρινή τιμή μονάδος για τις επίδικες τρεις ιδιοκτησίες (ΚΠ9, ΚΠ10 και ΚΠ11) το ποσό των 9 ευρώ, 8,5 ευρώ και 4,2 ευρώ αντίστοιχα ανά Μ2 εδάφους και για κάθε μεγάλο ελαιόδενδρο το ποσό των 235 ευρώ.
Στην ανωτέρω δίκη συμμετείχαν ως διάδικοι οι ήδη 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων και ο δικαιοπάροχος των λοιπών αναιρεσιβλήτων, Σ. Κ. του Γ.. Την απόφαση αυτή μάλιστα είχε αποδεχθεί το Ελληνικό Δημόσιο με το με αρ. πρωτοκόλλου ΕΠΠ/ Π2/Φ5.2/11023/22-11-2011 έγγραφό του, που προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση από τον παριστάμενο 2ο αναιρεσίβλητο και δεν αμφισβητείται τούτο από το αναιρεσείον Δημόσιο.
Περαιτέρω, σύμφωνα, με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, ορίζεται ότι "Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης".
Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, "Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση. Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά...".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι, εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπρόθεσμα να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται παραδεκτά με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου της αποζημιώσεως που καθορίστηκε προσωρινά και β) ότι, αν παρόλα αυτά, το Εφετείο, καθορίσει στις περιπτώσεις αυτές οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημιώσεως, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως μη αιτηθέντος και θεμελιώσεως λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1259/2017, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 872/2012).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 109/2011). Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (AΠ 1681/2018, ΑΠ 805/2017, ΑΠ 252/2005).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ150/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, αν και στην από 2-12-2014 (αρ. κατ. 1022/2014) αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για τις με αρ.
ΚΠ9, ΚΠ10 και ΚΠ11 ιδιοκτησίες το ποσό των 5,10 ευρώ, 4,59 ευρώ και 2,30 ευρώ αντίστοιχα, το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για το παραπάνω αίτημα, το οποίο άφησε αδίκαστο. Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την εδαφική έκταση των ανωτέρω απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, διότι δήθεν δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος, αν και δέχτηκε, ότι αυτή ανέρχεται σε 9 ευρώ ανά Μ2, διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς την αξία των απολλοτριωθέντων ακινήτων, ενώ, με το συναφές επικουρικό σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να μην καθορίσει οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος των ανωτέρω ιδιοκτησιών, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού, αν και παραλείπεται η αριθμητική αναφορά της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 20 παρ. 4 και 5 του Ν. 2882/2001, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, κρίνεται αρκούντως ορισμένος, διότι το πραγματικό της προκύπτει χωρίς αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 1046/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω 1ου και 2ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με την με αριθμ. 103388.../ 0010/28.3.2011 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 68/19.4.2011 τ. Α.Π.Π., κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για βελτιώσεις - αναβαθμίσεις του υφιστάμενου αυτοκινητόδρομου ...
στη γεωγραφική ενότητα ΓΕ4(Υ) στην περιοχή ... χ.θ. 11+979,60 έως χ.θ. 13+732,97, στο τμήμα από την χ.θ. 12+490,70 έως την χ.θ. 12+947,30, έκτασης συνολικού εμβαδού 5.982 τ.μ, που βρίσκεται στο δήμο ... του νομού …... Η εν λόγώ απαλλοτρίωση συνιστά επέκταση της προγενέστερης 1ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την Κ.Υ.Α. 1128626.../0010/28.1.2009 (ΦΕΚ 51/9.2.2009 τ.
Α.Π.Π.) για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου ... από την χ.θ. 11+979,60 έως την χ.θ. 13+732,97. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο ακριβές αντίγραφο του από 16.10.2009 και με αριθμ. φύλλ. 2….001Α συμπληρωματικού κτηματολογικού διαγράμματος και του αντίστοιχου συμπληρωματικού κτηματολογικού πίνακα με αριθμ.
φύλλ. 2…0701Α του Ελληνικού Δημοσίου ως κύριου του έργου, τα οποία έχει συντάξει η ΣΥΣΤΑΣ Ε.Μ.Ε. Κ. Μ. και Συνεργάτες Ε.Ε. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, Ι. Σ., στις 22.9.2010. Το προαναφερόμενο κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικός πίνακας εγκρίθηκαν δυνάμει της με αρ.
πρωτ. ΔΙ2/38047/22.9.2010 απόφασης του Διευθυντή της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Τα υπό απαλλοτρίωση ακίνητα, φερόμενης ιδιοκτησίας των καθών η αίτηση, με τους αριθμούς 9, 10 και 11 στον κτηματολογικό πίνακα, βρίσκονται στη θέση "..." του τοπικού διαμερίσματος ... (οικισμός ...) του δήμου ...
σε απόσταση 1 χλμ. περίπου από την εθνική οδό .... Η περιοχή των απαλλοτριούμένων ακινήτων, η οποία χαρακτηρίζεται ως πεδινή, είναι εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμών. Έτσι, ως εκτός σχεδίου πόλης περιοχή, έχει θεωρητικά όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις, χωρίς όμως εν προκειμένω να είναι δυνατή άλλη χρήση πέραν αυτής της αγροτικής εκμετάλλευσης και των βοσκοτόπων.
Από άποψη φυτοβλάστησης η πλειονότητα των ιδιοκτησιών είναι καλλιέργειες από ελαιόδενδρα, στην άμεση δε και ευρύτερη περιοχή αυτών δεν υπάρχουν κατοικίες. Η νέα οδός διέρχεται μέσω εκτάσεων δυτικά της προϋπάρχουσας οδού, που διαμορφώνονται είτε από πρανή με έντονες κλίσεις, είτε από εδάφη με σχετικά ηπιότερες κλίσεις.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν κατοικίες στην απαλλοτριούμενη περιοχή οφείλεται στο ότι η διεύρυνση του οδικού άξονα διέρχεται από εκτάσεις δυτικά "κλειστής" υπάρχουσας αρτηρίας με δυσχέρεια στην πρόσβαση, οι οποίες ανέκαθεν χρησιμοποιούντο μόνο ως ελαιοκαλλιέργειες. Η εν λόγω περιοχή χαρακτηρίζεται ως μη αρδευόμενη, χωρίς ιδιαίτερη δυνατότατα και ενδιαφέρον οικοδομικής αξιοποίησης.
Από πλευράς υποδομής εξυπηρετείται από δίκτυο ΔΕΗ, ενώ τα λοιπά δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΟΤΕ και ύδρευσης) βρίσκονται σε ικανή απόσταση, ενώ συγκοινωνιακά δεν εξυπηρετείται άμεσα, καθώς είναι απομακρυσμένη από οικισμούς. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την με αριθμό 116/2011 απόφασή του στα πλαίσια της ανωτέρω αναφερόμενης 1ης συμπληρωματικής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επί της ιδίας περιοχής, καθόρισε προσωρινά την αξία του εδάφους στο ποσό των 9 ευρώ ανά τ.μ και την αξία των ελαιόδενδρων για την μεν μεγάλη ελιά στο ποσό των 235 ευρώ ανά τεμάχιο και για την μεσαία ελιά στο ποσό των 170 ευρώ ανά τεμάχιο.
Το Ελληνικό Δημόσιο με το με αριθμ. πρωτ. ΕΠΠ/Π2/ Φ5.2/11023/22.11.2011 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων προς το Δικαστικό Γραφείο Κορίνθου αποδέχθηκε τις τιμές που καθορίστηκαν με την ανωτέρω απόφαση και με βάση αυτές πλήρωσε τους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων και οι νυν καθών η αίτηση, πλην του Δ.
Γ., ο οποίος υπέβαλε αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης εκδοθείσας προς τούτο της με αριθμό 295/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο επιδίκασε τις προσωρινά επιδικασθείσες τιμές αποζημίωσης. Σημειώνεται ότι οι καθών προσκομίζουν την με αριθμό 55/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και το με αριθμό …46/2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, τα οποία όμως δεν είναι πρόσφορα ως συγκριτικά στοιχεία, καθόσον ανατρέχουν σε χρόνο πέραν της δεκαετίας σε συνδυασμό με τη γνωστή σε όλους υποτίμηση της αξίας του εδάφους λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα, ενώ οι προσκομιζόμενες με αριθμούς 80/2009 και 81/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, πέραν του ότι και αυτές δεν είναι πρόσφατες, αναφέρονται σε προσωρινές τιμές μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα σε παρακείμενες περιοχές.
Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που συνάγονται από τα προσκομισθέντα προς απόδειξη έγγραφα, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, προκύπτει ότι η αγοραία αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο της προκειμένης συζητήσεως, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση, που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτριώσεως, κατά συνέπεια δε και η πλήρης οφειλομένη για την εκάστοτε έκταση αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία ο δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ισάξιο ακίνητο, ανέρχεται για τα μεν εδαφικά τμήματα στο ποσό των 9 ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο, για τη δε εκάστη μεγάλη ελιά στο ποσό των 235 ευρώ.
Σημειώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση προσδιορισμού τιμής μονάδας, για τις μεσαίες και μικρές ελιές, καθόσον στα υπό κρίση ακίνητα υπάρχουν μόνο μεγάλες ελιές, ούτε άλλωστε προσδιορίστηκε για αυτές προσωρινή τιμή μονάδας με την με αριθμό 207/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και να προσδιορισθεί η οριστική τιμή μονάδος εκάστης μεγάλης ελιάς, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό -η αίτηση είναι απορριπτέα ως προς το αίτημα προσδιορισμού τιμής μονάδας για τις εδαφικές εκτάσεις καθόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 περ.
γ' ΚΠολΔ και παράλληλα, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης για την αξία εδάφους, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε για τις επίδικες τρεις ιδιοκτησίες (ΚΠ9, ΚΠ10 και ΚΠ11) το ποσό των 5,10 ευρώ, 4,59 ευρώ και 2,30 ευρώ, αντίστοιχα.
Η υπ' αριθμ. 207/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου είχε καθορίσει ως προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος το ποσό των 12 ευρώ ανά Μ2 εδάφους. Το Εφετείο σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε ότι η αγοραία - εμπορική αξία γης των επίδικων ιδιοκτησιών, που παρέχει στους ιδιοκτήτες τους τη δυνατότητα να τα αντικαταστήσουν με άλλα ισάξια ακίνητα, ανέρχεται για το έδαφος (που αφορά τους ερευνώμενους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους) σε 9 ευρώ ανά Μ2.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν είχε ασκηθεί αντίθετη αίτηση ή ανταίτηση ενώπιον του Εφετείου από τους καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτους - ιδιοκτήτες για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης το Εφετείο δεσμευόταν να επιδικάσει, είτε ίσο ποσό με την προσωρινή τιμή, δηλαδή 12 ευρώ ανά Μ2, που είχε επιδικάσει η υπ' αριθμ. 207/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, είτε μικρότερο ποσό, δηλαδή κάτω των 12 ευρώ ανά Μ2.
Εξάλλου, όπως έχει εκτεθεί, το Εφετείο δέχτηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ότι η αξία εδάφους ανέρχεται σε 9 ευρώ ανά Μ2. Επομένως, όφειλε να επιδικάσει το ανωτέρω ποσό των 9 ευρώ/Μ2 ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την αξία του εδάφους, εφόσον τούτο δεν υπερέβαινε την προσωρινή τιμή μονάδος. Με το να μην επιδικάσει επομένως οριστική τιμή μονάδος στο διατακτικό του, άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος-αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο βάσιμα αιτιάται με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Πέραν των ανωτέρω και αναφορικά με τον επίσης συναφή ερευνώμενο 2ο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, αν και δέχεται ως αξία εδάφους το ποσό των 9 ευρώ ανά Μ2 ως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, απέρριψε το σχετικό αίτημα του Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος με την παραδοχή, ότι θα επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος, αν και όπως προεκτέθηκε, δεσμευόταν μόνον να μην υπερβεί το ποσό της προσωρινής τιμής μονάδος των 12 ευρώ/Μ2.
Επομένως, διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 και 5 Ν. 2882/2001, που εφάρμοσε και συγχρόνως, επικουρικά, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο παραβίασε κυρίως εκ πλαγίου, αλλά και επικουρικά ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Επομένως ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα και ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης εδάφους.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω δεκτών γεννώμενων συναφών αναιρετικών λόγων 1ου και 2ου (κύριου και επικουρικού) οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που επίσης αποβλέπει στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδ. 22 παρ. 4 Ν. 1868/1989). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης), σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001 (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1175/2015) μειωμένη όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Δημοσίου (ΑΠ 452/2018, ΑΠ 251/2017), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 182/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (ειδική διαδικασία του Ν. 2882/ 2001), κατά το κεφάλαιο αυτής περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία του εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων, με αριθμό ΚΠ 9, ΚΠ 10 και ΚΠ 11.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ