Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
966/2018 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal arguments regarding statute of limitations due to lack of formal objection in lower court.

Geschäftsnummer 966/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court rejected the second appeal filed by multiple individuals against a First Instance Court decision regarding statute of limitations. The appellants argued that the lower court erred by accepting the statute of limitations had expired without considering their prior claims which should have interrupted the limitation period. The Court dismissed these arguments as inadmissible because the specific defense regarding the interruption of the limitation period was never formally proposed to the court that issued the contested decision.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if the underlying defense or fact relied upon was not formally proposed to the court of first instance.

Schlagwörter

KI-generiert
statute of limitations interruption of limitation inadmissible appeal formal objection requirement civil procedure code

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 261 of the Civil Code
Article 263 of the Civil Code
Article 22(2) of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 966 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 966/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών: 1)Μ. Α. του Α., 2)Α. Α. του Μ., 3)Δ. Α. του Α., 4)Μ. Α. - Ζ. του Ι., 5)Χ. Α. του Σ., 6)Β. Α. του Ι., 7)Γ. Α. του Μ., 8)Μ. Α. του Ε., 9)Α. Α. του Γ., 10)Μ. Α. του Κ., 11)Α. Α. του Λ., 12)Α. Β. του Λ., 13)Ε. Β. του Γ., 14)Β. Β. του Κ., 15)Σ. Β. του Σ., 16)Μ. Β. - Γ. του Σ., 17)Ε. Β. του Δ., 18)Α. Β. του Κ., 19)Ε. Β. του Κ., 20)Π. Β. - Ζ. του Γ., 21)Φ. Β. του Ι., 22)Ε. Β. - Τ. του Β., 23)Σ. Γ. του Ν., 24)Σ. Γ. του Κ., 25)Α. Γ., 26)Σ. Γ. του Χ., 27)Μ. Γ. του Δ., 28)Π. Γ. του Φ., 29)Σ. Γ. του Α., 30)Ό. Γ. του Χ., 31)Β. Γ. του Π., 32)Ά. Γ. του Δ., 33)Μ. Γ. του Γ., 34)Λ. Γ. του Κ., 35)Ε. Γ. του Α., 36)Α. Γ. του Η., 37)Μ. Γ. του Γ., 38)Α. Γ. του Κ., 39)Α. Γ. του Σ., 40)Β. Γ. του Π., 41)Μ. Γ. του Δ., 42)Κ. Δ. του Γ., 43)Κ. Δ. του Δ., 44)Α. Δ. του Χ., 45)Ε. Δ. του Ι., 46)Π. Δ. - Τ. του Γ., 47)Σ.-Φ. Ε. του Ι., 48)Α. Ζ. του Σ., 49)Ε. Ζ. του Ε., 50)Σ. Ζ. του Κ., 51)Σ. Ζ. του Ε., 52)Ε. Ζ. του Σ., 53)Ά. Ζ. του Γ. και 54)Χ. Ζ. του Χ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1269/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3619/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/2/2015 αίτησή του και οι αναιρεσείουσες με την από 5/12/2014 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 27/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 20/2/2015 αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι πρώτος και πέμπτος λόγοι της ως άνω αναίρεσης καθώς και την από 27/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/12/2014 αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών ζήτησε την απόρριψη της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και την παραδοχή της αίτησης τους, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 20-2-2015 και με αριθ. .../2015 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. Μ. κλπ (54 συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) και β) της από 5-12-2014 και με αριθ. κατ. .../2014 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών Α.

Μ. κλπ (54 συνολικά εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Με τις ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1269/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έγινε στη συνέχεια κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10-6-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειουσών και επιδικάσθηκαν σε αυτούς (εν μέρει καταψηφιστικά, εν μέρει αναγνωριστικά) εν μέρει διαφορετικά σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση, χρηματικά ποσά.

Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Α). Επί των επί μέρους λόγων της από 20-2-2015 και με αριθ. .../2015 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

1. Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτό εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε το νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισµένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µμισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόµενος δικαιούται, κατ’ εφαρµογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόµο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται με χωριστή αναφορά στο βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που αυτός δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και εκείνες τις οποίες αυτός έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστηµα (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 276/2015, ΑΠ 2203/2014, ΑΠ 1133/2010).

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων μισθωτός έλαβε από τον εναγόμενο εργοδότη του χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (βασικός μισθός, επιδόματα κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 965/1998), η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ληφθέντος ποσού ενέχει καθ’ υποφορά άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 533/2018,ΑΠ 1291/1994).

Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν διώκεται από τον ενάγοντα.

Στη προκειμένη περίπτωση με την από 10-6-2009 αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τους αναφερόμενους χρόνους για την καθεμία από αυτές και ότι απασχολήθηκαν έκτοτε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτών οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και ότι στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 έως τον Ιανουάριο του 2007 με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν αρχικά στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3205/2003.

Ζήτησαν δε, μετά από μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθεμία ενάγουσα τα αναλυτικώς αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει μέρος αυτών με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενες για τα έτη 2000 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές εργαζομένων της αντίστοιχης ειδικότητας, συνυπολογιζομένου για το διάστημα μετά την κατάταξή τους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και του χρόνου εργασίας που απασχολήθηκαν με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μισθώσεις έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων έχουν επεκταθεί και στο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενο από το εναγόμενο προσωπικό.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, για τον έλεγχο της βασιμότητας του ως άνω σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει καθεμία των εναγουσών διαλαμβάνονται αναλυτικά οι μηνιαίες αποδοχές του αντίστοιχου έτους που η καθεμία ενάγουσα δικαιούται κατά νόμο, με αναφορά στον οφειλόμενο βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αναλόγως της προϋπηρεσίας αυτής και στα οφειλόμενα επί μέρους επιδόματα (εξομάλυνσης, χρονοεπίδομα, κινήτρου απόδοσης, γάμου και ειδική παροχή των 176 ευρώ), το σύνολο αυτών μηνιαίως και κατ’ έτος, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας του αντίστοιχου έτους και το άθροισμα των δικαιουμένων για τις αιτίες αυτές χρηματικών ποσών ανά έτος, το ληφθέν ανά έτος χρηματικό ποσό και η προκύπτουσα ανά έτος διαφορά από την αφαίρεση από το αντίστοιχο χρηματικό ποσό των δικαιουμένων ανά έτος αποδοχών του ληφθέντος ανά έτος ποσού, ζητείται δε η επιδίκαση του αθροίσματος των ετησίων διαφορών για όλη την επίδικη χρονική περίοδο για κάθε αναιρεσίβλητη.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα η παράλειψη της μνείας του ύψους των ποσών που έλαβε κάθε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χωριστά για κάθε αντίστοιχο κονδύλιο (βασικός μισθός, επί μέρους επιδόματα), δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του αναιρεσείοντος, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού ως εναγομένου περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθρα 416 και 422 εδ.

α’ του ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) και όχι ισχυρισμό των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων που προφανώς αφορά τις αυτές κατ’ είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή (ΑΠ 533/2018), οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1404/2017), απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 (και όχι από τον αριθμό 1 και 19) του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα δεν είναι βάσιμος.

2. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δικαιούνταν και για το διάστημα πριν την κατάταξη αυτών σε οργανικές θέσεις τις αντίστοιχες αποδοχές που καθορίζονταν κάθε φορά με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, του οποίου οι κρίσιμες ρυθμίσεις επεκτάθηκαν και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του αναιρεσείοντος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.4 εδ.

β του Ν. 3320/2005, για το λόγο ότι οι συμβάσεις μίσθωσης έργου αυτών, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης καταρτίσθηκαν σε χρόνο πριν την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, έφεραν τον χαρακτήρα ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαριότητας των σχολείων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν.21...20, 9 παρ.6 του Ν.1256/1982, 21 του Ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997, 103 παρ.2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες προστέθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001.

Και τούτο διότι οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, κατά το σχετικό αναιρετικό λόγο, αποκλείουν, ακόμη και για τον πριν την πιο πάνω αναθεώρηση του Συντάγματος χρόνο, τη μετατροπή των συμβάσεων μίσθωσης έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και εάν με αυτές καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του δημόσιου φορέα της απασχόλησης, με συνέπεια στις συμβάσεις αυτές να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.21...20, λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν. 1892/1990 προβλέπεται ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να γίνεται από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, συνεπεία της κατάταξης αυτών σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.

Δ/τος 164/2004 και τήρησης της προβλεπομένης από αυτό διαδικασίας και κατά συνέπεια είναι χωρίς έννομη επιρροή, εάν ο χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έλαβε χώρα κατά παράβαση των επικαλουμένων από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων (ΑΠ 533/2018).

3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.

Α. κλπ C 378 - 380), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόvoυ, προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας.

Ειδικότερα, με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω Π.Δ/τος, απαγορεύθηκε, καταρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανωτέρα χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.

Με το άρθρο 7 του ιδίου Διατάγματος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Τέλος, με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του (παρ. 1).

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, άπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του ΠΔ 164/2004 (παρ. 2).

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ.5)".

Εξάλλου, με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.

Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι’ αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.

Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ.15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπή εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

ί απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθρο 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθ.11 Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησης τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

β’ Ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 866/2015, ΑΠ 942/2015, ΑΠ 2203/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι με βάση συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ επίκληση της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν.1892/1990, οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών που εκτείνονται πριν το έτος 2001 μέχρι την κατάταξη τους της καθεμίας εξ αυτών περί το τέλος του έτους 2006 - αρχές του έτους 2007 και στους αναγραφόμενους στην απόφαση χρόνους σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" (με αριθμό ...-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ ΚΥΣΔΙΠ-Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) καθώς και από το ΑΣΕΠ.

Ότι αυτές απασχολούνταν από την κατάρτιση των αρχικών συμβάσεων για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου του επομένου έτους), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης, καθόσον, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρηση τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα".

Ότι οι εργασίες πού εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Ότι ειδικότερα εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιες αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων".

Ότι επρόκειτο δηλαδή για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά σε εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως κρίθηκε και από το αρμόδιο αυτού όργανο και το ΑΣΕΠ. Ότι ενώ, όμως, οι αναιρεσίβλητες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοι τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος παρ’ όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ότι ενόψει αυτών, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004, οι αναιρεσίβλητες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και το ΑΣΕΠ, οπότε με αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ οι αναιρεσίβλητες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενες και αμειβόμενες έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Ότι ενώ κατετάγησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξη τους (σε μισθολογικά κλιμάκια) έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005, όπου ορίζει ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, εφ’ όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).

Ότι έτσι κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για την καθεμία μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 έως 4 του Ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 20 Ν.3205/2003 σε συνδυασμό με την με αριθ. οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση και συνεπώς είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Επίσης, με την κρίση του αυτή, το ως άνω δικαστήριο δεν παραβίασε την επικαλούμενη στην αίτηση αναίρεσης διάταξη της παρ. 4 εδ. β του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 κατά την οποία σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής δεν μπορούν να ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής όλων των κατά νόμο απαιτουμένων δικαιολογητικών.

Και τούτο διότι η κατά τα άνω αναγνώριση της πιο πάνω προϋπηρεσίας για κατάταξη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο αφορά αυτή καθ’ εαυτή την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία τους μισθολογικό κλιμάκιο, ανώτερο του εισαγωγικού (18ου), είναι δε διάφορο ζήτημα το ότι η καταβολή των αναλογούντων στην κατάταξη αυτή αποδοχών λαμβάνει χώρα για τον εφεξής μετά την κατάταξη χρόνο.

Περαιτέρω η επικαλούμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 3320/2005 με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ και ορίσθηκε ότι αν ο χρόνος της αποκτηθείσας εμπειρίας σε καθήκοντα της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας με αυτή της προκηρυσσομένης θέσης, διανύθηκε σε υπηρεσίες του Δημοσίου, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.

πρώτου ή δευτέρου βαθμού, σε Ν.Π.Ι.Δ του δημοσίου τομέα της παρ.1 του άρθρου 14, όπως ισχύει, ή σε φορείς της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.25271997 και είναι αθροιστικός ίσος ή μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων μηνών, ο αριθμός των μονάδων για τα κριτήρια της κατά τα ανωτέρω κτηθείσας εμπειρίας προσαυξάνεται κατά 50% αφορά, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης τους στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, των οποίων αύξησε την μοριοδότηση της προϋπηρεσίας τους, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

Για το λόγο αυτό με την παρ.2 του ως άνω άρθρου 2 προβλέφθηκε η εφαρμογή της παρ.1 για την αξιολόγηση υποψηφίων που θα συμμετάσχουν σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης, βάσει προκηρύξεων που θα εκδοθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2007 και για χρόνο εμπειρίας από το 1990 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (σχετ.

ΣτΕ 460/2017, ΑΠ 533/2018). Συνακόλουθα, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αφορά συμβασιούχους, οι οποίοι αντιθέτως πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και τήρησαν για την κατάταξή τους την διαδικασία αυτή και επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων μηνών προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία (ΑΠ 533/2018).

4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και κατά συνέπεια δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας, για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 "Συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κλπ" (ΦΕΚ Α 180) (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 όμως του ιδίου Νόμου με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14, με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110), ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...5... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν, περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που λάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (ΟλΣτΕ 95/2013).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά "ειδική παροχή", καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.

Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιονδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, " ...

ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις ...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" [κεφάλαιο Β], που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟTA, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών, στην οποία οι υπάλληλοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών αυτών, διότι αν οι τελευταίοι υπάλληλοι λαμβάνουν την προσωπική διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι, να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή (αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης μετά από εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών), οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015).

Επομένως για τη χορήγηση της πιο πάνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτή χορηγείται σε υπαλλήλους της ιδίας υπηρεσίας προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους (ΑΠ 1392/2015, ΑΠ 960/2014), ούτε η υπαγωγή των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εφόσον η παροχή αυτή παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΑΠ 22/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1392/2015).

Επί πλέον για την επιδίκαση αυτής απαιτείται αφενός μεν οι ενάγοντες να μην λαμβάνουν τόσον αυτοί, όσο και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας στην οποία μετατάχθηκαν ή διορίσθηκαν οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 916/2017), αφετέρου δε και ειδικότερα για τους διορισθέντες ή μεταταχθέντες μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες του Δημοσίου να διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η παροχή αυτή, (υπό την προϋπόθεση ότι είχε χορηγηθεί νομίμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα), είχε διατηρηθεί και εξακολούθησε να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, όπου διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν οι ενάγοντες (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 913/2017, ΑΠ 960/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή τους και κατά το σχετικό της αίτημα, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν την επιδίκαση στην καθεμία από αυτές ολόκληρου του ποσού της ειδικής παροχής από 88 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2002 και από 176 ευρώ μηνιαίως για τον μετά την 1.7.2002 χρόνο, επικαλούμενες απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.3016/2002, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθμό 2/32172/0022/4.7.2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 870) με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 1.1.2002) 88 ευρώ και (από 1.7.2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής ως προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους στους οποίους αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του Ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1.1.2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 1.1.2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.

Επί του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες, υπαγόμενες και αμειβόμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, για τα αναφερόμενα στην απόφαση χρονικό διάστημα (2004-2008), μεταξύ άλλων και την διαφορά μεταξύ της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως και του κινήτρου απόδοσης ύψους 86 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό κατηγορίας ΥΕ (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 3205/2003) και ύψους 57 ευρώ μηνιαίως για το ίδιας κατηγορίας προσωπικό από 1.1.2008 (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3670/2008), εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, την δε παροχή αυτή ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους στην ίδια υπηρεσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που επιδίκασε τμήμα της πιο πάνω παροχής των 176 ευρώ, μετά από αφαίρεση δηλαδή από το ποσό αυτό του κινήτρου απόδοσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 Ν.3016/2002, 24 παρ.2 Ν.3205/2003 και 2 παρ.3 του Ν. 3336/2005 τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

Και τούτο γιατί, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται εάν η Διοίκηση ασκήσει νομίμως την διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.

Διέλαβε δε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Και τούτο διότι, ουδόλως εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και ειδικότερα δεν διέλαβε στο σκεπτικό του σε ποιες κατηγορίες υπαλλήλων της ιδίας Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος επεκτάθηκε η παροχή αυτή και υπό ποίες συνθήκες και όρους, ούτε αν είχε προβλεφθεί ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, ούτως ώστε να κριθεί εάν η σχετική ΚΥΑ (η οποία μάλιστα δεν προσδιορίζεται στη προσβαλλομένη απόφαση) είχε εκδοθεί νόμιμα και εντός της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ δεν διευκρινίζεται εάν οι αναιρεσίβλητοι λαμβάνουν και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές (πλην του αφαιρεθέντος κινήτρου απόδοσης από 86 και 57 ευρώ), ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή (σχετ.

ΑΠ 86/2016), ούτε ότι η ανωτέρω παροχή εξακολούθησε να καταβάλλεται νομίμως σε υπαλλήλους (και ποίας κατηγορίας) ως προσωπική διαφορά και μετά την 31.12.2003 στην Υπηρεσία, όπου τοποθετήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, όπως συμπληρώνεται με τη παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015) είναι βάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 901/2010).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών (ή αντιφατικών) αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 533/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά τη διάταξη δε του άρθρο 93 περ. α του παραπάνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ’ (τελευταίο) του ίδιου ως άνω νόμου, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.

Η αυτεπάγγελτη, κατ’ άρθρο 94 εδάφ. δ’ του Ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπάγγελτης λήψης) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ’ υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ’ αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψης υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 593/2015).

Βέβαια η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. τελευτ. είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ’ ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αφ’ ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το σύνηθες συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 533/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πέμπτο και τελευταίο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτών των άρθρων 90 παρ. 3, 93 παρ.1 και 94 εδ.

τελ. του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού. Ειδικότερα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη της ότι οι ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούσαν το χρονικό διάστημα πριν από την 16-6-2007 κατά το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής τους στο αναιρεσείον (24-6-2009) είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, ενόψει του χρόνου γέννησης αυτών, πράγμα το οποίο λαμβάνεται υπ’ υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, και ότι δεν επήλθε διακοπή αυτής με την άσκηση προηγουμένων αγωγών των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτές ασκήθηκαν σε αναρμόδιο καθ’ ύλη δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), αφετέρου δε διότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με προγενέστερες αγωγές των αναιρεσιβλήτων τόσο από άποψη νομικής και πραγματικής ταυτότητας των επίδικων αξιώσεων, όσο και από άποψη των υποκειμένων (εναγουσών), Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης ουδόλως διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής έγινε κατά ένα μέρος δεκτός ο και αυτεπαγγέλτως ληφθείς υπόψη περί διετούς παραγραφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά, λόγω συνδρομής περίπτωσης διακοπής αυτής κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβανόμενα.

Συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνονται στον αναιρετικό λόγο τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση ιδίως ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη στον λόγο αναίρεσης παράβαση των επικαλουμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ούτε επίσης αναφέρεται σε τι συνίσταται η ελλιπής αιτιολογία του Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό. 6. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, κατά μερική παραδοχή της ένδικης από 20-2-2015 πρώτης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο με τον τέταρτο λόγο της κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στην επιδίκαση της "ειδικής παροχής των 176 ευρώ", για ολόκληρο το διάστημα που επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή η σχετική παροχή και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957 Β). Επί των λόγων της από 5-12-2014 αντίθετης αίτησης αναίρεσης 1. Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους.

Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία αυτοί εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, οπότε λάμβαναν μόνο την συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή χωρίς τις προβλεπόμενες από την εργατική νομοθεσία ως άνω επί πλέον παροχές (επιδόματα εορτών και αδείας, προσαυξήσεις νυκτερινών, Κυριακών και εξαιρεσίμων αργιών κλπ) για την εργασία τους.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις ανωτέρω παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 533/2018).

Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α του Ν. 3320/2005, η οποία ορίζει ως χρόνο έναρξης καταβολής των αποδοχών της θέσης των κατατασσομένων την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους (ex nunc), δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής, με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής (ΔΕΚ της 15.4.2008 υπόθ.

I. C 268/06, ΔΕΚ της 22.12.2010 I. T. C 456/09). Και τούτο διότι δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτουμένη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας (συγκρισιμότητας) λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις (ΔΕΚ της 14.9.2016 υπόθ D.

P. C 596/14 σκέψεις 40, 41, ΔΕΚ της 18.10.2012 υπόθ. V. C 302, 304/11 σκέψεις 42,43). Ειδικότερα η απασχόληση των καθαριστριών των σχολείων, η οποία παρέχεται στο συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα, όπου αυτοί είναι τοποθετημένες, σε συγκεκριμένο χρόνο (πριν την έναρξη και κυρίως μετά τη λήξη των μαθημάτων) και μόνο κατά την περίοδο λειτουργίας των σχολείων, η οποία μάλιστα, εφόσον παρέχεται τυπικά δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου, επιτρέπει και την εκ μέρους αυτών παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε τρίτους, διαφέρει της απασχόλησης του μονίμου τακτικού προσωπικού καθαριότητας των δημοσίων υπηρεσιών, δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία παρέχεται κατά τη διάρκεια του συνήθους δημοσιοϋπαλληλικού ωραρίου και καθ’ όλη τη διάρκεια της ετήσιας απασχόλησης (πλην της περιόδου λήψης της ετήσιας αδείας) αυτών.

Συνακόλουθα για τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά στην αγωγή ότι η αμοιβή αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διέθεταν τα ίδια προσόντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 866/2015).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η νομοθετική επιλογή της κατάρτισης συμβάσεων μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας ειδικά για τον καθαρισμό των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δυνάμει των οποίων προσελήφθησαν οι αναιρεσείουσες με συμβάσεις που υπογράφηκαν μεταξύ της καθεμίας καθαρίστριας και του προϊσταμένου του αντίστοιχων γραφείων εκπαίδευσης (και όπου δεν υπήρχαν γραφεία εκπαίδευσης του προϊσταμένου της αντίστοιχης διεύθυνσης εκπαίδευσης), σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) (όπως αυτή ίσχυε ως εκ του κρίσιμου χρόνου, πριν τη τροποποίησή της αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, ήτοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των αναιρεσειόντων), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ.15 του Ν. 1894/1990 (ΦΕΚ Α 110), κατά το μέρος που ανάγεται σε χρόνο μετά την παρέλευση του χρόνου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), δεν παρίσταται αυθαίρετη, αλλά δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των συμβάσεων αυτών, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχ.

α της Οδηγίας (ΔΕΚ της 23.4.2009 υπόθ. Α. C 378 - 380/07 σκέψη 96, ΔΕΚ (διάταξη) της 24.4.2009 υπόθ. Κ. C 519/08 σκέψη 45, ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. K. C 586/2010 σκέψη 27 και 31, ΔΕΕ της 26.2.2015 υπόθ. Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου C 238/14 σκέψη 47), εφόσον οι υπηρεσίες αυτές, ως απαραίτητη δραστηριότητα κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία της εκπαίδευσης (καθαρισμός σχολικών κτηρίων), δεν επιβάλλει την πρόσληψη από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο μόνιμου τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μπορεί να επιτευχθεί εξίσου και με την κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου, είτε αυτές συνάπτονται με νομικά πρόσωπα (π χ εταιρείες καθαρισμού), είτε με φυσικά πρόσωπα.

Και τούτο διότι η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ’ επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής (πρβλ.

περίπτωση επί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. K. C 586/2010). Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι και με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια του άρθρου 36 του Ν. 3699/2008, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 και οι οποίες εκδόθηκαν σε χρόνο μετά την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70, ορίσθηκε και πάλι ότι ο καθαρισμός των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να καλυφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις περιπτώσεις που οι ανάγκες καθαρισμού δεν καλύπτονται από το προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις (τοιαύτη προϋπόθεση δεν έθετε η διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του Ν. 1892/1990 υπό την ως άνω αρχική της διατύπωση, αυτή δε τέθηκε προφανώς μετά την σύσταση οργανικών θέσεων καθαριστριών σχολικών κτηρίων και την κατάταξη σε αυτές καθαριστριών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείουσες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004), που συνάπτονται όχι μόνο με συνεργεία καθαρισμού, αλλά και με καθαρίστριες.

Αλλά και με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις, μεταβατικού χαρακτήρα, όπως οι διατάξεις του άρθρου 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 του Ν. 4369/2016 ή του άρθρου 81 του Ν. 4413/2016 (ΦΕΚ Α 148) ορίσθηκε ότι οι ανάγκες καθαρισμού και φύλαξης δημοσίων υπηρεσιών γίνεται με συμβάσεις έργου ή μίσθωσης υπηρεσιών με φυσικά πρόσωπα που δεν απασχολούν προσωπικό και εργάζονταν ή εργάζονται αυτοπροσώπως με τη φύλαξη ή καθαριότητα των πιο πάνω υπηρεσιών ή απασχολούνταν σε εταιρείες στις οποίες είχε ανατεθεί ο εν λόγω καθαρισμός ή η φύλαξη.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το ότι στην προκειμένη περίπτωση εντάχθηκαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες και για τον εφεξής χρόνο σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 11, παραπέμποντας για την εφαρμογή της στη διάταξη μόνο του άρθρου 5 παρ.1 αυτού που αφορά την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι και στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 αυτού, που επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον τούτο δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους, όπως προβλέπει άλλωστε η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α της Οδηγίας και μάλιστα χωρίς η τελευταία να θέτει χρονικούς περιορισμούς, είναι στο σημείο αυτό ευνοϊκότερη της Οδηγίας για τους απασχολουμένους.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 1 της ως άνω Οδηγίας, η Οδηγία καθορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας, χωρίς να εμποδίζει την εισαγωγή ευνοϊκότερων διατάξεων για τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση ( ΑΠ 533/2018 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-6-2009 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά τους αναφερόμενους χρόνους για την καθεμία από αυτές και ότι απασχολήθηκαν έκτοτε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτών οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και ότι στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 έως τον Ιανουάριο του 2007 με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν αρχικά στο εισαγωγικό (18ο ) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3205/2003.

Ζήτησαν δε, μετά από μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα τα αναλυτικώς αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους χρηματικά ποσά και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει μέρος αυτών με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενες για τα έτη 2000 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές εργαζομένων της αντίστοιχης ειδικότητας, συνυπολογιζομένου για το διάστημα μετά την κατάταξή τους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και του χρόνου εργασίας που απασχολήθηκαν με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μισθώσεις έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων έχουν επεκταθεί και στο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενο από το εναγόμενο προσωπικό.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών-εναγουσών κατά το κύριο αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που καταβάλλονται από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητας των αναιρεσειουσών οι οποίοι ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απασχόλησης των αναιρεσειουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, είναι, με βάση τη διάταξη του εδαφίου β της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειουσών δεν έχουν ως χρόνο κατάρτισής τους τη χρονολογία κατάρτισης των επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που η κάθε αναιρεσείουσα είχε συνάψει με το αναιρεσίβλητο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των αναιρεσειουσών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού του αναιρεσιβλήτου και ότι από και με την έκδοση, δηλαδή της πράξης κατάταξης, που αφορά στην καθεμία αναιρεσείουσα, συντελείται η ένταξή της στον οικείο φορέα και θεωρείται ότι επέρχεται η μετατροπή της σύμβασής της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, και ότι ,επομένως, από τότε η καθεμία αναιρεσείουσα δικαιούται τις αποδοχές του εργαζόμενου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Με την κρίση του αυτή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Προέδρου Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Αποστόλου Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεωργίου Μιχολιά και Νικολάου Πιπιλίγκα, Αρεοπαγιτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ.

α του Ν. 3320/2005, την οποία εφάρμοσε και ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμος.

Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει την ακόλουθη γνώμη ως προς τον από αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης των αναιρεσειουσών Α. Μ. κλπ .

Το βασικό ποιοτικό χαρακτηριστικό της εργασίας ορισμένου χρόνου, στο πλαίσιο της σύγχρονης πολιτικοοικονομικής συγκυρίας, είναι η "προσωρινότητα" ή, κατά το επικρατέστερο, η "επισφάλεια". Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αποτελούν κατά κανόνα μία ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων, και ιδίως σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας.

Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιλέγουν οι ίδιοι την εργασία τους υπό το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι η εργασία ορισμένου χρόνου δεν ανταποκρίνεται κατά κανόνα ούτε στην πραγματική βούληση ούτε στις δικές τους ανάγκες αλλά αποτελεί κατ’ ανάγκην "επιλογή", επιβαλλόμενη από τον εργοδότη, συνήθως και υπό την πίεση της ανεργίας.

Οι εργαζόμενοι αυτοί αποβλέπουν σχεδόν πάντοτε στη διατήρηση της απασχόλησής τους (που είναι σημαντική για την επιβίωση τους) για την και μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης, έστω και υπό το ίδιο καθεστώς, της εργασίας ορισμένου χρόνου, με την παράταση της σύμβασή ή την επαναπρόσληψή τους.

Η λήξη δηλαδή της εργασιακής σχέσης συνολικά αποτελεί κατά κανόνα πρωτοβουλία του εργοδότη. Η "προσωρινότητα", η εργασιακή ανασφάλεια και η προσδοκία παραμονής στην εργασία παρέχουν πρόσφορο έδαφος για διακρίσεις και καταστρατηγήσεις των δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Ενόψει του ότι ο συνήθης τύπος της εργασιακής σχέσης είναι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβαση αυτή αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση των βασικών θεσμών του εργατικού δικαίου, ενώ η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως "εξαιρετικού" χαρακτήρα, ήταν και παρέμενε στο περιθώριο των σχετικών ρυθμίσεων.

Όμως, η απουσία ειδικής και αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων αυτών και η επέκταση του φαινομένου της εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν παράγοντες εν γένει απορύθμισης του εργατικού δικαίου, υπονόμευσή των θεσμών του και συρρίκνωσή της συνολικά παρεχόμενης μέσω αυτού προστασίας (επιδρώντας αναγκαίως και στα δικαιώματα των εργαζομένων αορίστου χρόνου).

Ενόψει αυτών, η ορθολογική και λελογισμένη χρήση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και η προστασία των εργαζομένων αυτών απετέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (του CEEP, της UNICE και της CES). Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι ως άνω διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICΕ και CEEP καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:

α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1643/2017).

Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.

απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Z. L. T., σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G. ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.

Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α’ , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου δια του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.

G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ.

υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D. C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36, ΑΠ 1643/2017). Ενόψει της ρήτρας 4 της ως άνω Οδηγίας, απαγορεύεται η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου, ιδιωτικού και δημοσίου, και στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων.

Οποιαδήποτε διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου στο πεδίο των αμοιβών , παροχών και δικαιωμάτων συνδεόμενη με το γεγονός ότι απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (π χ "εκ του νόμου χαρακτηρισμός της σχέσεως ως έργου", "ορισμένου χρόνου") ή με στοιχεία που βρίσκονται σε συνάρτηση , δηλαδή που είναι σύμφυτα προς το γεγονός αυτό (πχ διαφορετική διαδικασία πρόσληψης, διαφορετικές συνθήκες υπηρεσιακής εξέλιξης, έλλειψη "μονιμότητας", διαφορετικές συνθήκες λύσης της εργασιακής σχέσης κλπ) αντίκειται ευθέως στη ρήτρα 4 της συμφωνίας- πλαισίου (βλ.

Απόφαση ΔΕΚ της 17.05.1990 στην υπόθεση C-262/1988, B./ G. R. E. A. Group, Συλλ. 1990. Σ. Ι-1889, Απόφαση ΔΕΚ της 30ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-236 /1998, J., Συλλ 2000, σ. Ι-2189 σκέψη 43, Απόφαση ΔΕΚ της 6ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση C-226/1998, J., Συλλ 2000, σ Ι-2447 σκέψη 31, Απόφαση ΔΕΚ της 26 Ιουνίου 2001 στην υπόθεση C-381/1999, B., Συλλ 2001 σ. I 4961, Aπόφαση ΔΕΚ της 27ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-285/02, E.-L., Συλλ 2004 σ.

Ι-5861, Απόφαση ΔΕΚ της 14 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C-596/14, Νόμος, ΑΠ 1643/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο όρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται μ’ αυτό και όπου δεν υπάρχει το Δ.Σ.

ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 (θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, Οικονομικά Ο.Τ.Α. κ.λπ.) ορίζεται ότι: §1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο όρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.

§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

§5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του όρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44’ ). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ.β’ ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν.3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικό κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξη τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.

ΑΠ 460/2014, ΑΠ 398/2015) λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β’ 462, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β’ 215.

εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου). Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α’ της §4 του ως άνω άρθ.1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσόμενων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.

για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση (βλ. ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016, ΑΠ 277/2015). Επιπλέον από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για τη μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ.

β του ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλαδή ο χρόνος αυτός της προηγούμενης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (βλ.

ΑΠ 276/2015, ΑΠ 277/2015, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 937/2013). Τέλος, ο παραπάνω χρόνος προϋπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη και για όλες τις συναφείς παροχές (δώρα εορτών κλπ), που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι κατατασσόμενοι εργάστηκαν με συμβάσεις έργου πριν την κατάταξή τους (βλ. ΑΠ 276/2015, ΑΠ 277/2015, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 937/2013, ΑΠ 694/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα έξης: Με την αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα τους ημερομηνίες, και απασχολούνται έκτοτε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007, κατά τις στην αγωγή αναγραφόμενες διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι, όπως έχει ήδη κριθεί από το ΑΣΕΠ, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και ότι κατ’ ακολουθία αυτών τοποθετήθηκαν και κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα έτη 2006 και 2007, ενταχθέντες αρχικά στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3205/2003.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν, μετά μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2000 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, που εργάζονται στο εναγόμενο, συνυπολογιζομένου, για το μετά την κατάταξή με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες (διαφορές αποδοχών) προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν σε κάθε μία από τις ενάγουσες κάθε επίδικο έτος και τα παρατιθέμενα εκεί ποσά, που έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ’ έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής κατ’ έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς, αποδοχές, που δικαιούνταν, κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των πιο πάνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως και επικουρικά κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, οι οποίες παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλαδή η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" κα (β) για το διάστημα από την κατάταξη τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας και εξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Οι ενάγοντες για την διεκδίκηση των αποδοχών τους επικαλέσθηκαν την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άλλως απαγόρευσης διακρίσεων) μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, και δη την ρήτρα 4 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που επιτάσσει την άρση της δυσμενούς διάκρισης από το εναγόμενο των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε αυτό έναντι των αντιστοίχων εργαζομένων αορίστου χρόνου και, κατ’ επέκταση, την καταβολή της επίδικων παροχών, ισχυριζόμενοι ότι: (1) Υπάρχει αντιστοιχία, κατά την έννοια του νόμου, μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και αορίστου χρόνου στο εναγόμενο, καθώς οι εν λόγω δύο κατηγορίες εργαζομένων παρέχουν: (α) υπηρεσίες στον ίδιο εργοδότη (β) την ίδια ή παρόμοια εργασία (γ) υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες εργασίας.. (2) Η παρεχόμενη από τις δύο κατηγορίες εργασία έχει την ίδια αξία και (3) Δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος μη παροχής της επίδικης παροχής στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, καθώς μόνος λόγος μη καταβολής του είναι αυτή καθεαυτή η μορφή της απασχόλησής τους (μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών-εναγουσών κατά το κύριο αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που καταβάλλονται από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητας των αναιρεσειουσών οι οποίοι ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου απασχόλησης των αναιρεσειουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, είναι, με βάση τη διάταξη του εδαφίου β της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειουσών δεν έχουν ως χρόνο κατάρτισής τους τη χρονολογία κατάρτισης των επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που η κάθε αναιρεσείουσα είχε συνάψει με το αναιρεσίβλητο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των αναιρεσειουσών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού του αναιρεσιβλήτου και ότι από και με την έκδοση, δηλαδή της πράξης κατάταξης, που αφορά στην καθεμία αναιρεσείουσα, συντελείται η ένταξή της στον οικείο φορέα και θεωρείται ότι επέρχεται η μετατροπή της σύμβασής της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, και ότι, επομένως, από τότε η καθεμία αναιρεσείουσα δικαιούται τις αποδοχές του εργαζόμενου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ. α, β’ Ν. 3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004. Και τούτο γιατί, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, δηλαδή, ότι: α) συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγουσών οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, β) κατετάγησαν ήδη από 7-12-2006, 10-1-2007 και 19-3-2007 σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, γ) η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση χαρακτηρίσθηκε, εξ υπαρχής, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το ΑΣΕΠ, αφού οι ενάγουσες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, ε) ο χρόνος των συμβάσεων των κατατασσομένων λογίζεται (κατ’ άρθρο 1 παρ. 4 εδ.

β’ Ν. 3320/2005) για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τέλος, στ) με επίκληση εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, θεμελιωνόταν κατά νόμο και δη στις προεκτεθείσες διατάξεις το αίτημα αυτό της αγωγής (ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016).

Επομένως, με την κρίση του αυτή, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, το Εφετείο Αθηνών παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α του Ν. 3320/2005 (η έννοια της οποίας ερμηνεύθηκε παραπάνω). Ήταν αρκετή η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι οι ενάγουσες-αναιρεσείουσες, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου και έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν αμοιβή που "δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού στο σκεπτικό της απόφασης διαλαμβάνεται η κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αναφέρονται και το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, τα οποία ήταν ομοειδή με τους εργαζόμενους ως αορίστου χρόνου (ΑΠ 1643/2017).

Περαιτέρω, με τις ως παραδοχές του εφετείου, δεν εφαρμόσθηκε ορθά η ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας (που απαγορεύει την δυσμενή διάκριση), όπως ειδικότερα αυτή ερμηνεύθηκε παραπάνω και της οποίας οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν του Εθνικού Δικαίου. Σημειώνεται με βάση και όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογητικός της διάκρισης λόγος ο χαρακτηρισμός αυτός καθ’ εαυτόν της σχέσης ως ορισμένου χρόνου, ούτε και ο "εκ του νόμου" ειδικότερος χαρακτηρισμός της ενδεχομένως ως σύμβασης "μίσθωσης έργου" κ.λπ., ενώ υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία, αφού κάτι τέτοιo θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.

Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούν κατ’ αρχήν να θεωρηθούν ως δικαιολογητικά της διάκρισης στοιχεία που είναι σύμφυτα με τη σύναψη τέτοιας σχέσης π.χ. η κατά κανόνα διαφορετική διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι διαφορετικές συνθήκες εξέλιξης η έλλειψη "μονιμότητας" αλλά μόνο η εργασία καθ’ εαυτή, η φύση των καθηκόντων, οι συνθήκες παροχής της εργασίας, η αξία της κ.λπ.

Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τρόπος/ διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων δεν αποτελούν λόγο απόκλισης ούτε καν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισή των εργαζομένων. Ακόμη, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο διάκρισης η μικρή διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή η περιστασιακή απασχόληση του εργαζομένου έστω και με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μίας ημέρας (Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, Z.

L. T., ΑΠ 1643/2017). Σημειώνεται ότι οι χρηματοοικονομικοί λόγοι αν και ενδέχεται να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους -μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν συνιστούν πάντως από μόνοι τους σκοπό κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις (βλ.

Απόφαση ΔΕΚ της 22 Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση M., Συλλ. 2005 σ. Ι-9981, ΑΠ 1643/2017). Τονίζεται επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος διάκρισης η αρχή εξοικονόμησης προσωπικού, καθώς ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις (βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, οπ, βλ επίσης απόφαση ΔΕΚ της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-196/02, Συλλ 2005 σ Ι-1789, ΑΠ 1643/2017).

Επομένως, ενόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, με δεδομένο ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο: α) η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων εργαζομένων αορίστου χρόνου, με τους οποίους εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν ίσης αξίας εργασία για την οποία δικαιούνται ίση αμοιβή και β) η μη λήψη υπόψη του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την μισθολογική του εξέλιξη (βλ.

Απόφαση ΔΕΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-307/2005, D. C. A., Συλλ 2007 σ Ι-7109), κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως είναι διατυπωμένος, είναι βάσιμος. Σημειώνεται επίσης ότι με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, "Η παρ. 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’ ), που αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 3577/2007 (ΦΕΚ 130 Α’ ), αντικαθίσταται ως εξής: "α.

Ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όταν οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται από το προσωπικό καθαριότητας που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις, μπορεί να ανατίθεται σε καθαριστές - καθαρίστριες ή συνεργεία καθαρισμού με σύμβαση μίσθωσης έργου διάρκειας ενός διδακτικού έτους".

Με την διάταξη αυτή παρασχέθηκε η δυνατότητα απασχόλησης με σύμβαση έργου προσωπικού καθαριότητας όταν οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται από το προσωπικό καθαριότητας που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η απασχόληση προσωπικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, σε περίπτωση που οι άνω συμβάσεις των προσλαμβανομένων προσχηματικά επιγράφονται ως "συμβάσεις έργου", ενώ στην πραγματικότητα φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και από τη φύση των συμβάσεών τους δεν δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών, τότε οι εργαζόμενοι αυτοί προστατεύονται από την ρήτρα 4 της άνω Οδηγίας, που απαγορεύει τη δυσμενή διάκριση, όπως ερμηνεύθηκε παραπάνω.

Περαιτέρω, η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ’ επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής.

Κατόπιν αυτών, οι ως άνω διατάξεις του εσωτερικού δικαίου δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογητικό λόγο που να εμποδίζει την προστασία της ρήτρας 4 της παραπάνω Οδηγίας. Τέλος, σημειώνεται ότι η έννοια των "αντικειμενικών λόγων", κατά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως μη δικαιολογούσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εκ του γεγονότος ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο εθνικό κανόνα δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 57 της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, ,EU:C:2010:819, σκέψη 54 της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, R. S., C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 72, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, V. κ.λπ., C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, D. P., C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 46, Απόφαση 20-12/2017 ΔΕΚ C-158/2016, σκέψη 47). Εξάλλου, η επίκληση απλώς και μόνον του προσωρινού χαρακτήρα της απασχολήσεως του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει "αντικειμενικό λόγο" κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.

Πράγματι, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνον ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου και εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργαζομένους με σχέση ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.

G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 56 και 57 της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, R. S., C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, V. κ.λπ., C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 52, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, D. P., C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 47, Απόφαση 20-12/2017 ΔΕΚ C-158/2016, σκέψη 48). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017).

Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1600/2017, ΑΠ 405/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 294/2017).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται από τις αναιρεσείουσες να θεμελιωθεί ο παραπάνω (πρώτος) λόγος και στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το σχετικό αίτημα και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης. 3.

Από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος. (ΟλΑΠ 57/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1018/2009).

Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1635/2017, ΑΠ 1581/2017, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 477/2017, ΑΠ 1166/2014).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως <<πράγματα>> θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, 8/2015).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, είτε όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ...97, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, 644/2013), είτε όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 644/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι παραγράφηκαν οι ένδικες απαιτήσεις τους για τα έτη 2004 -2005, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής αυτών, με την άσκηση προηγουμένων αγωγών τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως. Περαιτέρω με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, με το να δεχθεί ότι παραγράφηκαν οι ένδικες απαιτήσεις τους για τα έτη 2004 -2005, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ περί διακοπής της παραγραφής αυτών, με την άσκηση προηγουμένων αγωγών τους.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής , ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Τέλος η αναφορά και μόνο στις σελίδες 33 και 36 της αίτησης αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και να αποφανθεί το δικαστήριο επ’ αυτού 4. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 5-12-2014 δεύτερη αίτηση αναίρεσης των Α.

Μ. κλπ και ειδικότερα κατά πλειοψηφία του δεύτερου λόγου και ομοφώνως των λοιπών λόγων αναίρεσης. Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 20-2-2015 και από 5-12-2014 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την δεύτερη από 5-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 3619/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται την πρώτη από 20-2-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας εφετειακής απόφασης.

Αναιρεί την 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος..

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετική δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ