Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
93/2026 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for raising new issues outside the second instance trial scope.

Geschäftsnummer 93/2026
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt collection fund against a debtor and banks regarding a final judgment rendered under the debt restructuring law. The debtor argued that the lower court erred in applying the law to the debtor's situation, but the court found this claim was not part of the original second-instance proceedings. Consequently, the appeal was rejected because it introduced new arguments that would improperly convert the appeal into a third-instance trial on the merits.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible if it raises new issues or arguments not presented in the second-instance trial, as the appellate court is bound by the established facts and scope of the prior judgment.

Schlagwörter

KI-generiert
admissibility of appeal scope of second instance debt restructuring law new issues in appeal third instance trial debt collection fund final judgment finanzielle Verhältnisse

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 28, paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, sub-paragraph b of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 93 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερασμία Λιούλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την 254/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Ι. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK CO LTD" (πρώην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ") και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αριστέα Τσαμαδιά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 26-6-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 126/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 79/2025).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 175/2025, ΑΠ 82/2025). Στην ερευνώμενη υπόθεση από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Α. Κ. και υπ' αριθ. ..., ..., ... και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Δ.

Π. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της προκειμένης απόφασης δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την προκειμένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου την από 30-5-2013 (αριθ.

εκθ. καταθ. ...-2013) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογενείας του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 125/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, η οποία, δεχόμενη ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους πιστωτές, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση αυτής.

Κατά της απόφασης αυτής, το καθ' ου η αίτηση Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου την από 16-4-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 35/23-4-2019) έφεση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ως προς την απόρριψη ως αόριστης της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών και λόγω εσφαλμένης επιβολής του τρόπου καταβολής των ποσών που διατάσσει στα πλαίσια της ρύθμισης και όχι παρακράτησης αυτών από τις μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 2114/1994. Το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 126/2021, απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 14-6-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατά τα άρθρα 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 81/2025). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 81/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σε αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023).

Επομένως, επί οριστικής απόφασης, που δέχτηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε όμως ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.

Το εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγόμενου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 332/2024, ΑΠ 543/2019).

Συνεπώς, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης και κατ' επέκταση είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 332/2024). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025).

Επίσης, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 556/2025, ΑΠ 350/2025, AΠ 1058/2023).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, αναφορικά με την από 16-4-2019 έφεση του εκκαλούντος-καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 125/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, της οποίας οι λόγοι (έφεσης) αφορούσαν μόνο την απόρριψη ως αόριστης της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών και την εσφαλμένη επιβολή καταβολής των ποσών που διατάσσει στα πλαίσια της ρύθμισης και όχι παρακράτησης αυτών από τις μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 2114/1994, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "...

Ο αιτών διάγει το 62° έτος της ηλικίας του, είναι έγγαμος με την Μ. Μ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας 38 και 37 ετών αντίστοιχα (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών). Είναι συνταξιούχος στρατιωτικός εν αποστρατεία από το έτος 2009 με μηνιαία σύνταξη το ποσό των 1.469 ευρώ περίπου, ενώ συνεχώς μειώνεται (βλ.

το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης). Η σύζυγός του ασχολείται με αγροτικές εργασίες, αποκερδαίνοντας ετησίως κατά μέσο όρο το ποσό των 2.000 ευρώ από αγροτικές ενισχύσεις. Οι αποδοχές του είναι σαφώς μειωμένες σε σχέση με τα προηγούμενα έτη (βλ. τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των προηγούμενων ετών και συγκεκριμένα το ετήσιο εισόδημά του το έτος 2012 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 29.921,68 €, το έτος 2013 στο ποσό των 19.664,86 € και το έτος 2014 στο ποσό των 19.982,37 €), χωρίς προοπτική περαιτέρω αύξησης ή βελτίωσης.

Οι βιοτικές ανάγκες του αιτούντος και της οικογένειάς του ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 900 ευρώ περίπου. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει από τις καθ' ων τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ.

Κρητικό, ό.π., σελ. 98 επ.), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (6 παρ. 3 ν. 3869/2010). Ο αιτών είχε αναλάβει: Α) από την πρώτη των καθ' ων πιστώτρια: 1) καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της αριθ. 4228598013 σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 21.252,69 ευρώ (17.300,70 € για κεφάλαιο + 3 51.99 € για τόκους), 2) πιστωτική κάρτα με αριθ.

λογαριασμού ... δυνάμει σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 3.923,79 ευρώ (2.687,88 € για κεφάλαιο + 1.235,91 € για τόκους) και 3) πιστωτική κάρτα με αριθ. λογαριασμού ... δυνάμει σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 6.783,56 ευρώ) (4.725,06 € για κεφάλαιο + 2.047,81 € για τόκους + 10,69 € για έξοδα) μέχρι 17.06.2013, ήτοι εν συνόλω το ποσό των 31.960,04 ευρώ.

Β) από τη δεύτερη των καθ' ων πιστώτρια: δάνειο δυνάμει του αριθ. ... λογαριασμού της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 12.006,65 ευρώ (8.989,19 € για κεφάλαιο + 2.984,76 € για τόκους + 32,70 € για έξοδα) μέχρι 08.01.2013. Γ) από την τρίτη των καθ' ων πιστώτρια: 1) δάνειο "Όλα σε 1" δυνάμει του αριθ. ... λογαριασμού της αριθ. ...

σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 21.190,69 ευρώ (17.441,29 € για κεφάλαιο + 3.749,40 € για τόκους) μέχρι 31.08.2015, 2) δάνειο Dixons δυνάμει του αριθ. ... λογαριασμού της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 317,73 ευρώ (306,29 € για κεφάλαιο + 11,44 € για τόκους) μέχρι 22.08.2015, 3) πιστωτική κάρτα με αριθ. λογαριασμού ...

δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 6.118,14 ευρώ (3.629,42 € για κεφάλαιο + 2.488,72 € για τόκους) μέχρι 05.09.2015, 4) πιστωτική κάρτα με αριθ. λογαριασμού ... δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 15,95 ευρώ (13,84 € για τόκους + 2,11 € για έξοδα) μέχρι 05.09.2015, 5) πιστωτική κάρτα με αριθ.

λογαριασμού ... δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 953,91 ευρώ (480,32 € για κεφάλαιο + 473,59 € για τόκους) μέχρι 04.09.2015 και 6) καταναλωτικό δάνειο με αριθ. λογαριασμού ... δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 26.556,73 ευρώ (23.295,92 € για κεφάλαιο + 3.260,81 € για τόκους) μέχρι 14.09.2015, ήτοι εν συνόλου το ποσό των 55.153,15 ευρώ.

Δ) από την τέταρτη των καθ' ων πιστώτρια: δάνειο δυνάμει της με αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 28.196,14 ευρώ (18.581,38 € για κεφάλαιο + 9.355,03 € για τόκους + 259,73 € για έξοδα) μέχρι 23.09.2015. Ε) από την πέμπτη των καθ' ων πιστώτρια: 1) καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό 28.898,78 ευρώ (16.904,05 € για κεφάλαιο + 11.994,73 € για τόκους), 2) πιστωτική κάρτα δυνάμει της αριθ. ...

σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 2.241,90 ευρώ (1.254,53 € για κεφάλαιο + 987,37 € για τόκους) και 3) πιστωτική κάρτα δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 12.684,25 ευρώ (6.892,80 € για κεφάλαιο + 5.791,45 € για τόκους) μέχρι 29.09.2015, ήτοι εν συνόλω το ποσό των 43.824,93 ευρώ και ΣΤ) από την έκτη των καθ' ων πιστώτρια:

στεγαστικό δάνειο δυνάμει του αριθ. ... λογαριασμού σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των 128.957,46 ευρώ μέχρι 30.06.2015. Συνολικά, ο αιτών οφείλει στις παραπάνω πιστώτριές του το ποσό των 300.098,37 ευρώ, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις οφειλών που χορήγησαν οι καθ' ων στον αιτούντα κατόπιν αιτήσεώς του και εισφέρονται από τον αιτούντα με την κρινόμενη αίτηση.

Στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή περιλαμβάνονται οι παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι α) μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου με τα στοιχεία Δέλτα κεφαλαίο αριθμός ένα (Δ-1), επιφάνειας 136,43 τ.μ. και β) μία οριζόντια ιδιοκτησία - χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου με τα στοιχεία Χι Σίγμα κεφαλαία αριθμός εννέα (ΧΣ-9) επιφάνειας 17,53 τ.μ., μιας πολυκατοικίας κείμενης σε οικόπεδο που βρίσκεται στο Αγρίνιο (ΚΤΙΡΙΟ 1) και επί της οδού ..., συνολικής αντικειμενικής αξίας ευρώ 118.552,00 (σχετ.

προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 16.09.2015 φύλλο υπολογισμού αξίας του συμβ/φου Αγρίνιου Α. Π.). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, για την οποία υποβάλλεται αίτημα υπαγωγής στην προβλεπόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση.

Επί του ακινήτου αυτού έχει εγγραφεί υπέρ του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" υποθήκη ποσού 153.000 ευρώ την 04.05.2005 (βλ. το με αριθ. ....2013 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αγρίνιου). Επίσης, ο αιτών έχει στην κυριότητά του ένα αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε. μάρκας VOLKSWAGEN PASSAT, 1.595 c.c., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2002, του οποίου η εμπορική αξία του εκτιμάται από το Δικαστήριο στο ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο από την 22.12.2011 είναι σε ακινησία και έχουν κατατεθεί οι πινακίδες στη Δ.Ο.Υ.

Αγρίνιου. Το ως άνω αυτοκίνητο ενόψει της μικρής του αξίας, του τύπου, της κατάστασής του και της παλαιότητάς του, αλλά και του γεγονότος ότι είναι σε ακινησία δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ' ων, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.), για αυτό το λόγο και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του.

Επιπλέον, την 01.06.2009 καταβλήθηκε στον αιτούντα εφ' άπαξ βοήθημα ποσού 47.242,82 ευρώ, από το οποίο ποσό 38.486,53 ευρώ το διέθεσε ο αιτών προς εξόφληση και μερική αποπληρωμή των οφειλών του (βλ. σχετ. αποδεικτικά πληρωμής). Άλλα εισοδήματα, κινητή και ακίνητη περιουσία δεν προέκυψε ότι διαθέτει ο αιτών. Λόγω της ανάγκης του αιτούντος να καταφύγει σε προσωπικό δανεισμό για να αποκτήσει τη δική του στέγη και κατόπιν, λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης της Χώρας και της οικονομικής κρίσης με την οποία και πλήττεται, μειώθηκαν τα εισοδήματά του και στη συνέχεια, επιδεινώθηκε η ικανότητά του να εκπληρώσει τις οφειλές του και επομένως, ο αιτών έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

Η μονιμότητα δε της αδυναμίας οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων του και συνεπώς, ο αιτών δύσκολα θα βελτιώσει τις οικονομικές του συνθήκες (το μέσο μηνιαίο εισόδημά του, τα πάσης φύσεως εισοδήματά του και τα περιουσιακά του στοιχεία). Με βάση τα παραπάνω εισοδήματά του, εκτιμάται ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, καθώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί συγχρόνως στις βιοτικές ανάγκες του και στις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτριών.

Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, σε συνδυασμό με την αρνητική οικονομική συγκυρία, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Επομένως, ο αιτών λόγω των παραπάνω απρόβλεπτων παραγόντων, έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Η αδυναμία του αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλια συμπεριφορά, καθώς κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών του ο αιτών αποκόμιζε ικανοποιητικά εισοδήματα, τα οποία επαρκούσαν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του και για την εξυπηρέτηση των οφειλών του προς τις πιστώτριες, είχε ως εκ τούτου βάσιμη πεποίθηση ότι θα αποπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβανε.

Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2, όπως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε και ρύθμισε τα χρέη του αφού έλαβε υπόψη του τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο αιτών, τις βασικές βιοτικές ανάγκες του, με βάση τις συνθήκες ζωής και την οικογενειακή του κατάσταση, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, καθώς και το γεγονός ότι αποπλήρωσε ένα μεγάλο μέρος των χρεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες αλλά και ότι δεν υποβάλλεται σε δαπάνη ενοικίου.

Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, ο αιτών δύναται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογένειας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειας του.

Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί ποσό εκ του μισθού του, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκειμένη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι έφεσης του εκκαλούντος με τους οποίους υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια, δεν έσφαλε αλλά προέβη σε ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων".

Το αναιρεσείον (ΤΠΔ) με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου στο ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας ελλιπή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, διότι, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε τα ατομικά εισοδήματα του αιτούντος και της συζύγου του σε όλα τα απαιτούμενα κατά το νόμο χρονικά σημεία, ήτοι κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων και κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης και συζήτησης αυτής και το ύψος των μηνιαίων δόσεων κατά τον κρίσιμο χρόνο της λήψης των δανείων και κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης και συζήτηση αυτής, και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει, όπως και ορθώς ερεύνησε, μόνο τους λόγους της από 16-4-2019 έφεσης του εκκαλούντος-καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθώς ή όχι επί τη βάσει των περιεχόμενων στο εφετήριο λόγων έφεσης, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης.

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους έφεσης δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σε αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.

Με την ως άνω έφεση, κατά τα προαναφερόμενα, προσβλήθηκε η (εκκαλούμενη) απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από το καθ' ου η αίτηση μόνο ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούσαν την απόρριψη ως αόριστης της ένστασης δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών και την εσφαλμένη επιβολή καταβολής των ποσών που διατάσσει στα πλαίσια της ρύθμισης και όχι παρακράτησης αυτών από τις μηνιαίες αποδοχές του σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 2114/1994 και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν όφειλε να ερευνήσει, όπως και δεν ερεύνησε, ισχυρισμούς που δεν είχαν προταθεί ενώπιόν του.

Δεν είχε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, ούτε ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αρνητικούς ή καταλυτικούς του σχετικού δικαιώματός του, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης, ενόψει του ότι το κεφάλαιο αυτό της εκκληθείσας απόφασης δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση του αναιρεσείοντος.

Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου για ένταξή του στην προστασία του ν. 3869/2010 υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος που αφορά ισχυρισμό ο οποίος προτείνεται με το αναιρετήριο, σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στην προστασία του ν. 3869/2010 είναι απαράδεκτος, ως μη συναπτόμενος με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, το δε αναιρεσείον δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγο αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου σχετικές με τον ισχυρισμό αυτό.

Επιπρόσθετα δε κρίνεται απορριπτέος και κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχε προταθεί παραδεκτά από αυτό (ΤΠΔ) ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως όφειλε, αντιθέτως διαλαμβάνεται, με την αυτολεξεί παράθεση τμήματος της έφεσης, ότι είχε προταθεί με τον πρώτο λόγο έφεσης η απόρριψη της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία, τυχόν δε έρευνα τέτοιων νέων ισχυρισμών από το Δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ` άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 646/2025, ΑΠ 406/2025, 1910/2024) και διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β` του ως άνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο: "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 646/2025, ΑΠ 556/2025, ΑΠ 406/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 126/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ