Supreme Court allows appeal against debt restructuring court ruling, finding lower court erred in requiring excessive fraud proof.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against a final debt restructuring judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court erred by demanding specific evidence of fraud regarding the debtor's financial concealment, which the court deemed unnecessary under the relevant law. The court held that the first-instance judgment violated substantive law by requiring more than the statutory standard for fraud and thus reversed the decision.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010; Article 1 of Law 3869/2010; Article 330 of the Civil Code: In debt restructuring proceedings, the requirement for fraud does not necessitate specific proof of concealment acts or credit institution negligence, and the lower court erred by demanding excessive evidence beyond the statutory standard.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 646 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 646/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "CREDIT Μ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) Α. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παυλόπουλο, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ..-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ..-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από ..-2022 (αριθ. έκθ. Κατάθ. /..-2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 337/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των προς ων η κοινοποίηση της έφεσης.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης ΤΠΔ), επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον με αριθ. ../..-2023, ../..-2023, ../..2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ε. Α. και την με αριθ. ../..-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Ναυπλίου Ε. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω η αναίρεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 11-6-2015 της ένδικης, από 14-5-2015, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι αυτό αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για το κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 79/2025, ΑΠ 263/2025, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα και το ύψος κάθε μίας (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα ((Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 438/2019) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 224/2023).
Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη γένεση του οικείου δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 213/2018, ΑΠ 220/2012).
Τέλος, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στη κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 550/2019).
Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1486/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την, από 14-5-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2015) αίτηση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών του), κατά το άρθρο 8 του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση, εκτός των άλλων και της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 74/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ` άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί πενταετία και εξαίρεσε, κατ` άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το έκτο καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε την, από 10-10-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2019), έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με τον πρώτο λόγο της οποίας πρότεινε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 337/2020 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως αόριστη την ανωτέρω ένσταση περί δόλου του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου και περαιτέρω δέχθηκε τυπικά, ως προς το αναιρεσείον, την έφεση και απέρριψε αυτή κατ` ουσία.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προταθείσα από το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...........
Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του προβάλλει παραδεκτά, το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ένσταση ότι ο εφεσίβλητος οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτό οφειλών από δόλο, επικαλείται δε για τη θεμελίωσή της κατά λέξη τα εξής........
ο αντίδικος έχει λάβει δάνειο από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στη χώρα και οι οφειλές του ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ. Ακόμα και με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς και με δεδομένα αφενός ότι ο μισθός του δεν θα αλλάξει ριζικά (προς τα πάνω και προς τα κάτω), αφετέρου ότι η σύζυγός του ουδέποτε λάμβανε από την όποια εργασία της περισσότερα από 800 ευρώ μηνιαίως, δεν ήταν ποτέ εφικτό να αποπληρώσει το σύνολο των οφειλών του ακόμα και αν δεν είχε μεσολαβήσει η οικονομική κρίση.......
Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένο ότι πέραν του μισθού του, της συζύγου του και ένα μίσθωμα 150 ευρώ που εισπράττει (1800 ευρώ συνολικά περίπου) και με δεδομένο ότι έχει λάβει δάνεια άνω των 200.000 ευρώ, ήταν σίγουρος ευθύς εξαρχής ότι ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν από τον ίδιο. Μάλιστα το δανεισμό αυτό συνέχισε για μεγάλο χρονικό διάστημα λαμβάνοντας διαδοχικά δάνεια για να καλύψει( όπως και ο ίδιος παραδέχεται) παλιές δανειακές υποχρεώσεις.
Τούτο έπραξε ενώ πολύ καλά γνώριζε την οικονομική του κατάσταση έχοντας αποδεχθεί σαφέστατα το ενδεχόμενο ότι δεν θα έχει τη δυνατότητα αποπληρωμής των ποσών που δανειοδοτήθηκε διότι αυτό ήταν ανέκαθεν υπέρογκο και αδύνατο να εξοφληθεί ακόμα και αν οι συνθήκες διαβίωσής του παρέμεναν οι ίδιες....... Σύμφωνα λοιπόν με τα προπαρατιθέμενα, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι αόριστη, διότι το εκκαλούν, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό".
Ήδη με το πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 του ΑΚ, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου-αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου.
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 10-10-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτό παραδεκτά το πρώτον πρόβαλε ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, ως λόγο έφεσης τον ισχυρισμό (ένσταση), περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, επικαλέστηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι '' ....... ο αντίδικος έχει λάβει δάνειο από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στη χώρα και οι οφειλές του ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ. Ακόμα και με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς και με δεδομένα αφενός ότι ο μισθός του δεν θα αλλάξει ριζικά (προς τα πάνω και προς τα κάτω), αφετέρου ότι η σύζυγός του ουδέποτε λάμβανε από την όποια εργασία της περισσότερα από 800 ευρώ μηνιαίως, δεν ήταν ποτέ εφικτό να αποπληρώσει το σύνολο των οφειλών του ακόμα και αν δεν είχε μεσολαβήσει η οικονομική κρίση.......
Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένο ότι πέραν του μισθού του, της συζύγου του και ένα μίσθωμα 150 ευρώ που εισπράττει (1800 ευρώ συνολικά περίπου) και με δεδομένο ότι έχει λάβει δάνεια άνω των 200.000 ευρώ, ήταν σίγουρος ευθύς εξαρχής ότι ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν από τον ίδιο. Μάλιστα το δανεισμό αυτό συνέχισε για μεγάλο χρονικό διάστημα λαμβάνοντας διαδοχικά δάνεια για να καλύψει( όπως και ο ίδιος παραδέχεται) παλιές δανειακές υποχρεώσεις.
Τούτο έπραξε ενώ πολύ καλά γνώριζε την οικονομική του κατάσταση έχοντας αποδεχθεί σαφέστατα το ενδεχόμενο ότι δεν θα έχει τη δυνατότητα αποπληρωμής των ποσών που δανειοδοτήθηκε διότι αυτό ήταν ανέκαθεν υπέρογκο και αδύνατο να εξοφληθεί ακόμα και αν οι συνθήκες διαβίωσής του παρέμεναν οι ίδιες.......''.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναγκαία, κατ` άρθρο 262 του ΚΠολΔ, περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στη προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 του ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό (ένσταση) περί δόλου.
Πιο συγκεκριμένα, το αναιρεσείον μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα ότι ο αιτών-πιστωτής αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων που υπερβαίνουν τις 200.000ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα (5), καθόσον λάμβανε διαδοχικά δάνεια για να καλύψει παλιές δανειακές υποχρεώσεις, ενώ γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, αφού ούτε ο μισθός του θα άλλαζε ριζικά, ούτε η σύζυγός του θα λάμβανε περισσότερα από 800,00 ευρώ κατά μήνα, από την εργασία της, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, δεν ήταν δε ανάγκη, για τη πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα ούτε το χρόνο και το ύψος κάθε μίας από αυτές όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022).
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η ένσταση ενδεχόμενου δόλου προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του, ως Εφετείο δικάσαντος, δικαστηρίου ως λόγος έφεσης από το αναιρεσείον κατ` άρθρ. 765 του ΚΠολΔ, διότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ` έφεση δίκης (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015).
Τέλος, σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου (ΑΠ 82/2015, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1510/2024).
Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 του ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του (πρώτου) λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του και πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της η απόφαση αυτή.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί παράβολου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ` άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (ΑΠ 1910/2024, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019).
Επίσης, στη παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ , έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ.
β` του παραπάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1510/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 337/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ