Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellate court correctly ignored non-appeal grounds.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellants argued the lower court failed to address a request for stay of proceedings and a claim of abuse of right, but the court found these arguments did not constitute valid grounds for appeal under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559 no. 8 and 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court fails to address arguments that do not constitute a valid ground for appeal under the specified articles.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 769 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Λ. του Ε., κατοίκου ... 2) Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ... 3) Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Μ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Ε. Λ. του Ε., χας Ν. Ν., εκπροσωπούμενη νόμιμα από τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της Π. Ν. του Ν. και 7) Χ. Λ. του Σ., κατοίκου ... εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δημητρίου Νικολόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Ε. Λ. του Ε. (6η) απεβίωσε στις 14-10-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Π. Ν. του Ν., κάτοικος Γλυφάδας Αττικής, που παρίσταται με τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. χας Μ. Κ., το γένος Ν. Γ., 2) Μ. Κ. του Μ. και 3) Ε. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλονόμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2007 αίτηση του αρχικώς διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος Μ. Κ. του Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάστηκε με τις από 21-2-2008 (α) αίτηση των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 7ης των αναιρεσειόντων, της ήδη αποβιωσάσης Ε. Λ. και του Σ. Χ. Λ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και (β) κύρια παρέμβαση των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου των αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Λ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 20-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 370/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, απεβίωσε η έκτη αναιρεσείουσα Ε. Λ. του Ε. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον Π. Ν., ο οποίος, αφού γνωστοποίησε μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου το γεγονός του θανάτου, δήλωσε περαιτέρω στο ακροατήριο ότι επαναλαμβάνει τη διακοπείσα δίκη, η οποία έτσι νομίμως συνεχίζεται και στο πρόσωπό του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 παρ. 1α, 287, 290 και 573 Κ.Πολ.Δ.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.
και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 11/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 έως 781 Κ.Πολ.Δ.) τις από 23-11-2007 και 21-2-2008 αιτήσεις των διαδίκων μερών αντίστοιχα και την από 21-2-2008 κύρια παρέμβαση των αναιρεσειόντων, για διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο ως προς τον ιδιοκτήτη του επιδίκου ακινήτου, στο οποίο αναφέρεται γι’ αυτό "άγνωστος ιδιοκτήτης", έλαβε υπόψη παρά το νόμο ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που δεν επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο και αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκαν στο Εφετείο, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις σχετικά με την κλήση των αναιρεσειόντων. Με αυτό το περιεχόμενο οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, που εκτιμώνται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι.
3. Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος) απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο ακίνητο 6.917,74 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να αναφέρει το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων, ποιοι μάρτυρες εξετάστηκαν και πως αξιολογήθηκε η αξιοπιστία τους. Ο λόγος αυτός, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και πρέπει να απορριφθεί.
4. Ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για αντιφατικότητα αιτιολογιών ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά, για να στηρίξουν μια νόμιμη προϋπόθεση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, είναι αντιφατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες με το να δέχεται παράλληλη άσκηση πράξεων νομής στον επίδικο χρόνο, τόσο εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, όσο και εκ μέρους των αναιρεσειόντων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττομένη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ. ...1998 απόφαση της Επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Ρεθύμνου, η οποία λήφθηκε ύστερα από την αριθμ. ...11.5.88 Πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών Ρεθύμνου που στηρίχθηκε στην από 22.1.88 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Ρεθύμνου, με ενιστάμενους το Σ.
και Σ. Λ., έγινε δεκτό, ότι από το επίδικο έκταση 14.911,28 τ.μ. ήταν γεωργικό ενώ το υπόλοιπο 4.331,4 τ.μ. ήταν δασικό, ειδικότερα δε στην απόφαση αυτή μνημονεύεται ότι, μέχρι το 1955 η έκταση αυτή καλλιεργούνταν με σιτάρι και κριθάρι και είχε και πεζούλες, έκτοτε δε εγκαταλείφθηκε η καλλιέργειά του. Εξ άλλου, με την υπ’ αριθμ. 25/05 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου (ασφαλιστικών μέτρων) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη αίτηση του εκκαλούντα Μ.
Κ., στρεφόμενη κατά του Ε. Γ. του Μ. (μη διαδίκου) και των εφεσίβλητων, για το λόγο ότι ο αιτών δεν εξέθετε στο δικόγραφο της αίτησης τις υλικές πράξεις των καθών σε εκείνη την αίτηση με τις οποίες παρεμποδιζόταν η άσκηση σύννομης ή νομής του επί του επιδίκου. Επίσης με την υπ’ αριθμ. 58/07 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (τακτικής διαδικασίας), απορρίφθηκε αγωγή του εκκαλούντα κατά των εφεσίβλητων, με την οποία αυτός (εκκαλών) ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί τμήματος του επιδίκου 6.917,74 τ.μ.
και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής στα Κτηματολογικά βιβλία του Γραφείου Ρεθύμνου, για το λόγο ότι η αγωγή αυτή έπρεπε να στραφεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή απορρίφθηκε για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης (βλ. προσκομιζόμενες ως άνω αποφάσεις). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών Μ.
Κ. τμήμα του επίδικου έκτασης 6.917,74 τ.μ. κατείχε και νεμόταν από το 1935 λόγω άτυπης δωρεάς από τη θεία του Μ. Κ. χήρα Μ. Σ., η οποία απεβίωσε χωρίς κληρονόμους 9.2.1956 και η οποία το κατείχε και το νεμόταν από το 1951 λόγω άτυπης δωρεάς από το σύζυγό της Μ. Σ. του Κ., ο οποίος απεβίωσε 11.2.1952 και ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν από το 1904 λόγω άτυπης δωρεάς του πατέρα του Κ.
Σ.. Από το έτος 1955 μέχρι το 1969 ο εκκαλών εκμίσθωνε άτυπα αυτό το κτήμα στο Μ. Χ. για βοσκή των ζώων του, μετέπειτα από το 1970 μέχρι το 1978 επίσης για τον ίδιο λόγο (βοσκή) το εκμίσθωνε στον Ι. Σ. και από το 1979 μέχρι το 2005 στο γιο του προηγούμενου Μ. Σ. (βλ. από 20.8.1970, 10.9.1971, 1.9.1972, 20.10.1973, 10.9.1974, 5.11.1975, 10.9. 1976, 30.11.1977 και 15.5.1978 αποδείξεις είσπραξης μισθώματος από Ι.
Σ., οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους εφεσίβλητους, σε συνδυασμό με αριθμ. ... προμνησθείσες ένορκες βεβαιώσεις). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης 19.242,68 τ.μ. με σημερινά όρια βόρεια εν μέρει με θάλασσα και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ…, νότια με ιδιοκτησία Γ. Β., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.
Λ., εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Λ., εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Β. και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ… (πρώην Ε. Π. Β.) και δυτικά με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Γ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Οκτώβριο 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Φ. με το σκαρίφημα περιοχής, ανήκει κατά το τμήμα των 6.917,74 τ.μ.
με όρια γύρωθεν ρέμα και εκείθεν με θάλασσα, ιδιοκτησία Ε. Γ., ιδιοκτησία Ε. Λ., ιδιοκτησία Β. Λ., ιδιοκτησία Γ. Β. και ιδιοκτησία εφεσίβλητων, όπως αυτό (τμήμα) αποτυπώνεται στο από Οκτώβριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α. Τ., στον εκκαλούντα, ο οποίος απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία από το 1955 και εντεύθεν μέχρι σήμερα, κατά το υπόλοιπο δε τμήμα των 12.324,94 (19.242,68 - 6.917,74) τ.μ.
ανήκει στους εφεσίβλητους που απέκτησαν την συγκυριότητα με τους προμνησθέντες τίτλους, αλλά και με χρησικτησία νεμόμενοι αυτοί και ο δικαιοπάροχός τους από το έτος 1955 και εντεύθεν μέχρι σήμερα και έτσι δεν είναι κυριότητας αγνώστου, όπως καταχωρίστηκε με την πρώτη εγγραφή στο ως άνω Κτηματολογικό Γραφείο με ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 981 και 1045 Α.Κ., διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καταλήγοντας στο σαφές και μη αντιφατικό αποδεικτικό πόρισμα ότι η αποκλειστική κυριότητα στο επίδικο τμήμα των 6.917,74 τ.μ. του όλου ακινήτου ανήκει στον Μ.
Κ. (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων), το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας συγκεκριμένες πράξεις νομής σ’ αυτό (εκμίσθωση σε τρίτους) από το 1955 και μέχρι σήμερα.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.
5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση της ασκήσεως ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο ή μη νόμιμο και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν απάντησε, αφενός στον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων να ανασταλεί η δίκη, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., λόγω εκκρεμοδικίας μέχρι τελεσιδίκου κρίσεως επί αγωγής του εκκαλούντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και αφετέρου στην ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του εκκαλούντος.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας δεν είναι "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. Εκτιμώμενος δε ως λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, αφού με την αναστολή δεν κατοχυρώνεται το αποτέλεσμα δικονομικής ακυρότητας, ούτε η άσκηση συγκεκριμένου δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1543/2001, ΑΠ 509/2008). Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του ως προς την παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους του εκκαλούντος (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) είναι ομοίως απαράδεκτος, διότι υπό τα περιστατικά που αναπτύσσονται για τη θεμελίωση του άρθρου 281 Α.Κ.
δεν είναι αυτή νόμιμη. Ειδικότερα με τις προτάσεις τους στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της εφέσεως του αντιδίκου τους και κατά της αίτησής του, ισχυρίστηκαν ότι αυτός καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του, που εξετάζεται στη δίκη αυτή ως προδικαστικό ζήτημα της κυρίας δίκης περί διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς τον ιδιοκτήτη του επιδίκου ακινήτου, διότι πλέον των 30 ετών αυτός δεν εξεδήλωσε σ’ αυτούς ουδεμία εμφανή πράξη νομής ή κατοχής επί του ακινήτου, ούτε διαμαρτυρήθηκε για τις πράξεις νομής και κατοχής που διανοία κυρίου ασκούν αυτοί επ’ αυτού.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, διότι αμφισβητείται το δικαίωμα του αιτούντος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την κατ’ αυτού άσκηση ενστάσεως από το άρθρο 281 Α.Κ. Επομένως, το Εφετείο με το να παραλείψει να απαντήσει σε ισχυρισμούς που δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
και πρέπει ο πέμπτος λόγος να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), καθώς και να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.
ε’ Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2014 αίτηση των Ι. Λ. κ.λπ. για αναίρεση της 370/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ