Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest regarding interest claims based on rejected main demands.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts regarding tort liability and interest on the claim. The court ruled that since the main claims were rejected, the interest claim was merely a follow-up and lacked legal interest.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 556, 558, 564, 566, 569, 577, 68, 73, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal lacks legal interest if it concerns follow-up claims based on rejected main demands.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 932 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως διαχειριστή της επί της οδού ... συνιδιοκτησίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ναούμ Τζίφρα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... (... ΑΕ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυλωνογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1077/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1085/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/2/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 16-2-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-10- 2018 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1085/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 1077/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 11-10-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε τις ως άνω εφέσεις. Η αίτηση αυτή αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο (2008), οι αξιώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, για παράλειψη ή αποζημίωση, παραγράφονται μετά από έξι μήνες από το χρονικό σημείο^ κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά τριετία από την τέλεση της πράξης, ενώ για τις αξιώσεις αποζημίωσης ουδέποτε αρχίζει η παραγραφή πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη.
Στην περίπτωση δε που η παράνομη κατάσταση έχει διάρκεια, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο προσβαλλόμενος έλαβε γνώση της προσβολής, έστω και αν η κατάσταση της προσβολής δεν έχει ακόμη περατωθεί αλλά συνεχίζεται. Εξάλλου, η παράλληλη εφαρμογή των συστημάτων κανόνων δικαίου του ν. 146/1914 και του ν. 2251/1994 οδηγεί στην πλήρωση των κενών του δεύτερου από το πρώτο.
Έτσι, επειδή ο νόμος 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών δεν περιέχει ρύθμιση σχετική με την παραγραφή της αξίωσης από παραπλανητική διαφήμιση, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές οι κανόνες που θέτει το άρθρο 19 του ν. 146/1914. Τούτο ενισχύεται και από το ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2251/1994 ορίζει ότι δεν θίγονται οι διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί και το ότι με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 14 του ν. 2251/1994 ορίζεται ότι, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις, ενώ εξαιρούνται οι διατάξεις που αφορούν παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που μια πράξη παραβιάζει συγχρόνως τις ειδικές διατάξεις του ν. 146/1914 αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον το προβάδισμα της εφαρμοστέας διάταξης καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής.
Τούτο δε διότι η σύντομη παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το δίκαιο των αδικοπραξιών (ΑΠ 2273/2014, ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 1285/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον ίδιο ατομικά και για αποζημίωση κατ' άρθρ. 8, 9, 9ε, 9θ του ν. 2251/1994 και 919 ΑΚ λόγω της δαπάνης αποκατάστασης της πόρτας εισόδου και των μαρμάρων δέχθηκε τα εξής: "...προκύπτει ότι η ένδικη αξίωση έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", η οποία ξεκινά από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπεύθυνου προσώπου και η οποία εφαρμόζεται και προκειμένου για την παραγραφή της αξίωσης του καταναλωτή από αθέμιτη παραπλανητική διαφήμιση, καθόσον ο ν. 2251/1994 δεν περιέχει ειδική ρύθμιση σχετική με την παραγραφή.
Σύμφωνα δε με τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας διαλαμβανόμενα, το γεγονός ότι η εναγομένη με τη συμπεριφορά της, η οποία ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη και τη συναλλακτική ευθύτητα, παραβίασε ταυτοχρόνως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ειδική έκφανση των οποίων συνιστά και η αδικοπραξία του νόμου για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, δεν επηρεάζει τη διάρκεια της παραγραφής, καθόσον δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής, αλλά η ανωτέρω διάταξη του ν. 146/1914 ως ειδικότερη, ενόψει και της αρχής του εμπορικού δικαίου περί ταχείας εκκαθάρισης των διαφορών, αλλά και του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις.
Εξαιρούνται οι διατάξεις που αφορούν παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες". Κατόπιν τούτων η ένσταση παραγραφής που προέβαλε η εναγομένη πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού ο ενάγων, ήδη από τις 14.11.2006, οπότε η εναγομένη του γνωστοποίησε με επιστολή της ότι δεν θα είναι δυνατή η σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου, σε κάθε περίπτωση από τις 7-3-2008, οπότε η εναγομένη και πάλι με επιστολή της κατήγγειλε τη σύμβαση, γνώριζε τόσο την πράξη όσο και το υπεύθυνο πρόσωπο, πλην όμως άσκησε την υπό κρίση αγωγή πολύ αργότερα, καταθέτοντάς τη στη γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου στις 30.11.2009 και επιδίδοντάς την στην εναγομένη στις 5.1.2010.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα, ότι είναι εφαρμοστέα η περί εξαμήνου παραγραφής διάταξη του άρθρου 19 του ν. 146/1914, την οποία και εφάρμοσε και όχι οι διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 937 του ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διατάξεις.
Τούτο δε διότι οι παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό του και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της πρώτης και όχι των τελευταίων διατάξεων, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επίσης, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 18 εδ. β' του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά το ν. 3587/2007, κατά την οποία οι απαιτήσεις της περίπτωσης δ' της παραγράφου 16 (αναγνώριση του δικαιώματος αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται οι καταναλωτές από την παράνομη συμπεριφορά) υπόκεινται στην παραγραφή του άρθρου 937 του Αστικού Κώδικα.
Τούτο συνάγεται από το ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μόνο σε συλλογικές αγωγές ενώσεων καταναλωτών και μάλιστα εφόσον έχουν τουλάχιστον πεντακόσια (500) ενεργά μέλη. Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα.
III. Η νομική αοριστία της αγωγής αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνδέεται δε αυτή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 1596/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. β' του ΚΠολΔ ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 3 ΚΠολΔ ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.
Τέτοια ένωση αποτελεί και η ομάδα των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας κατά το ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, η οποία δεν έχει νομική προσωπικότητα και παρίσταται στο δικαστήριο με το διαχειριστή που όρισαν οι συνιδιοκτήτες. Παράλληλα όμως προς την ένωση, ικανότητα διαδίκου έχουν και τα κατ' ιδίαν μέλη της ένωσης, τα οποία μπορούν να ενάγουν και να εναχθούν (ΑΠ 693/2001).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ; αποκαθίσταται η μη περιουσιακή ζημία, ήτοι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) και συγκεκριμένα των αγαθών που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητα του προσώπου.
Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011).
Αντίθετα, συλλογικά μορφώματα, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω ενώσεις, δεν υφίστανται ηθική βλάβη, διότι στερούνται συναισθηματικού κόσμου και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό τους κόσμο. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων με την από 11-10-2008 αγωγή που άσκησε σε βάρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε, εκτός των άλλων, να καταδικαστεί αυτή να καταβάλει σ' αυτόν ως εκπρόσωπο των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί της οδού ...
στην .....για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ εκθέτοντας σ' αυτήν ότι "η εναγομένη με τις παράνομες ενέργειές της, ως ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας μας προξένησε αναστάτωση, ψυχικό άλγος και στενοχώρια και εξ αυτού μας προξένησε ηθική βλάβη που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 10.000 ευρώ". Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι η αγωγή ως προς το συγκεκριμένο αίτημα αυτής είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "...απαράδεκτα ασκείται η σχετική αξίωση από το διαχειριστή, ενόψει του ότι είναι προσωποπαγής και δεν αποτελεί διαφορά από τη διαχείριση, επιπλέον δε διατυπώνεται αορίστως, αφού δεν προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των συνιδιοκτητών".
Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το πιο πάνω αίτημα αυτής περί ηθικής βλάβης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, αφού δεν εκτίθενται επαρκώς σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη στήριξη του σχετικού αιτήματος. Ειδικότερα δε, εφόσον μόνον ως προς τα κατ' ιδίαν πρόσωπα των ιδιοκτητών της συγκεκριμένης πολυκατοικίας μπορούσε να ασκηθεί η ένδικη αξίωση για την επικαλούμενη "αναστάτωση, ψυχικό άλγος και στενοχώρια" αυτών, έπρεπε για το ορισμένο της αγωγής και τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος να προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός και τα ονόματα των συνιδιοκτητών.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το ως άνω αίτημα αυτής ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου. Κατά συνέπεια τούτων, είναι αβάσιμος ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω αιτίαση.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης) ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 216/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα απ' αυτόν περιστατικά προς θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ως προς την αναφερόμενη αδικοπρακτική ευθύνη της αντιδίκου προς αποζημίωση για τη δαπάνη αντικατάστασης του λέβητα και του καυστήρα ύψους 4.950 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τα εν λόγω περιστατικά και απέρριψε κατ' ουσίαν το θεμελιούμενο σ' αυτά σχετικό αίτημα της αγωγής με ρητή, αναλυτική και σαφή αιτιολογία.
V. Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για την άσκηση αναίρεσης αλλά και για κάθε λόγο αυτής απαιτείται να υπάρχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται δε για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης.
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται, δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (ΑΠ 98/2017, ΑΠ 2136/2014, ΑΠ 589/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθ. 8 (και όχι από τον αριθ. 9) κατ' εκτίμηση δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης του παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής του περί επιδίκασης τόκων από την όχληση και συγκεκριμένα από την κοινοποίηση της από 12-2-2008 επιστολής του.
Ο ως άνω λόγος, μετά τη μη ευδοκίμηση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν στις κύριες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Τούτο δε διότι ο λόγος αυτός αφορά σε τόκους και ως εκ τούτου ως παρεπόμενη απαίτηση αποτελεί παρακολούθημα των ήδη μη βασίμων κύριων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-2-2018 αίτηση και τους από 1-10-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2018 αίτηση και τους από 1-10-2018 πρόσθετους λόγους του Π. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1085/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ