Supreme Court partially allows appeal on penalty clause reduction due to insufficient reasoning in lower court decision.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding a contract dispute involving a penalty clause. The appellants argued the penalty was excessive, while the respondent contended the amount was justified. The Court found the lower court's reasoning insufficient to justify the reduction of the agreed penalty, ruling that the appeal on this specific ground was admissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court fails to provide adequate reasoning for its decision on a specific ground, necessitating remittal for further examination by different judges.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 98 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 98/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ξ. Ο. του Ν., 2) Ε. Ο. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Παναγόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ.-Ά. Φ. Β. Μ., κατοίκου Βούλας, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Ψαρρού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 31/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1464/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3890/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/10/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 14/10/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 29-10-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3890/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων , σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Με την από 3-12-2009 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη κυρίως παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσείοντος της σύμβασης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, αλλά και αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά, επικουρικά δε αδικαιολόγητο αυτού πλουτισμό σε βάρος της, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, από το συνολικό ποσό των 50.603,65 ευρώ, που ο εναγόμενος και ήδη 1ος αναιρεσείων της όφειλε για τις παραπάνω αιτίες, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 25.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 25.603,65 ευρώ.
Επίσης, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος αυτού της αγωγής σε αναγνωριστικό), να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη 1ος αναιρεσείων οφείλει να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 14.960 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπραξία (επιφυλαχθείσα να ζητήσει το υπόλοιπο ποσό των 40 ευρώ στα ποινικά δικαστήρια).
Περαιτέρω, με την από 31-7-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 50.831 ευρώ για συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, που κατέπεσε σε βάρος της λόγω της άκαιρης εκ μέρους της διακοπής της συνεργασίας τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1464/2014 απόφασή του, την μεν πρώτη αγωγή έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη και ως προς τις δύο κύριες βάσεις της για τα ποσά των 50.603,65 ευρώ ( αποκατάσταση της ζημίας από παραβίαση σύμβασης εντολής και αδικοπραξία) και των 1.500 ευρώ (αποκατάσταση της ηθικής βλάβης) , ενώ απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, την δε δεύτερη αγωγή την απέρριψε ως αβάσιμη, δεχόμενο την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι η σύμβαση περί ποινικής ρήτρας είναι άκυρη, ως καταπλεοναστική (179 ΑΚ).
Κατόπιν έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με αυτή το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε νόμω και ουσία βάσιμη την πρώτη αγωγή και ως προς τις δύο κύριες βάσεις της, για το ποσό των 50.603,65 ευρώ, που η ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε λόγω της αντισυμβατικής και παράλληλα παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ήδη 1ου αναιρεσείοντος εναντίον της, και ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος της αδικοπραξία, όπως και ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, στη συνέχεια έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση.
Ακολούθως δέχθηκε την πρώτη αγωγή για το αμέσως παραπάνω ποσό των 50.603,65 ευρώ, απορρίπτοντας, ως αβάσιμη, αυτή κατά το αιτούμενο για χρηματική ικανοποίηση ποσό, ενώ την δεύτερη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων έκανε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 5.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα - αναιρεσείοντα , κατόπιν μερικής αποδοχής της ένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης περί μείωσης του ποσού της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για την άσκηση αναίρεσης αλλά και για κάθε λόγο αυτής απαιτείται να υπάρχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται δε για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης.
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ’ άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ, συνεπάγεται δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (σχ. ΑΠ 2136/2014, ΑΠ 589/2009). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες, αναφερόμενοι μόνο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του 1ου αναιρεσείοντος, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914 , 297, 298 ΑΚ και ζητούν να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτό, προκειμένου να απορριφθεί εν όλω η αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης εναντίον του πρώτου αναιρεσείοντος, ισχυριζόμενοι ότι με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, το Εφετείο στοιχειοθετείται ευθύνη του 1ου αναιρεσείοντος μόνο για παραβίαση της συμβατικής του υποχρέωσης από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εντολής και όχι αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού.
Οι ως άνω λόγοι, αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος του 1ου αναιρεσείοντος (τον οποίο και μόνο αφορούν), διότι ήδη η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης για την ευθύνη του από τη σύμβαση εντολής στηρίζει και μόνη το διατακτικό της απόφασης.
Ειδικότερα, μετά την απόρριψη από το Εφετείο του αιτήματος της αναιρεσίβλητης περί χρηματικής της ικανοποίησης, ως αβάσιμου , το ποσό που με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ότι οφείλεται με βάση τις διατάξεις περί εντολής και με αυτές περί αδικοπραξίας είναι το ίδιο ήτοι το ποσό των 50.603,65 ευρώ, καθώς και η αφετηρία υπολογισμού των τόκων για αμφότερες τις βάσεις αυτές της αγωγής , που είναι η 22-10-2009.
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007) ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 321/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 145/2014).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί μείωσης της συμφωνηθείσας μεταξύ τους ποινικής ρήτρας, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν επαναφέρθηκε νόμιμα στην κατ’ έφεση δίκη , διότι δεν αποτελούσε ενιαίο κεφάλαιο με την ασκηθείσα αγωγή τους και θα έπρεπε να προταθεί από την αναιρεσίβλητη με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις της.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση και πάλι του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό , μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν τον επανέφερε νόμιμα, δηλαδή με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αλλά τον επανέφερε με την ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεών της στις προτάσεις της κατ’ έφεση δίκης.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την συζήτηση της από 31-7-2010 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων (που εδώ ενδιαφέρει) περί καταβολής σ’ αυτούς της ποινικής ρήτρας, που κατέπεσε σε βάρος της αναιρεσίβλητης , η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε, μεταξύ άλλων, προβάλει και τον ισχυρισμό περί μείωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο ως δυσανάλογα μεγάλης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη κατόπιν αποδοχής της ένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης περί ακυρότητας της συμφωνίας περί καταβολής ποινικής ρήτρας, ως καταπλεοναστικής (179 ΑΚ), χωρίς να ερευνήσει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπου μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατόπιν έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και μετά έρευνα της ως άνω αγωγής, (που εδώ ενδιαφέρει), έκανε αυτή εν μέρει δεκτή, κατόπιν αποδοχής της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί μείωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, στο ποσό των 5.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα και ήδη κάθε αναιρεσείοντα .
Την ένσταση αυτή η αναιρεσίβλητη επανέφερε στο Εφετείο προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσειόντων που αφορούσε κατά τα ως άνω την καταβολή σ’ αυτούς της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας. Στην κατ’ έφεση δε δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεών της στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν ο επίμαχος ισχυρισμός, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της.
Επομένως ο ισχυρισμός περί μείωσης της ποινικής ρήτρας αφενός συνέχονταν με το εκκαλούμενο κεφάλαιο, αφετέρου δε , σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις και ως εκ τούτου παραδεκτά ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός αυτός από το Εφετείο. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ.: "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να ελέγχεται ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (Α.Π.1439/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών (που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας) και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 9/2016, ΑΠ 807/2015) Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 9/2016, ΑΠ 807/2015).
V) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) τα εξής: "Ο πρώτος των εναγόντων της από 31-7-2010 αγωγής, Ξ. Ο. του Ν. (1ος αναιρεσείων), συνεργαζόταν από τον Δεκέμβριο του έτους 1999 με την ασφαλιστική εταιρεία ... ασκώντας τα καθήκοντα του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ενώ η δεύτερη των εναγόντων και αδελφή του πρώτου Ε.
Ο. του Ν. (2η αναιρεσείουσα), καθώς και η εναγομένη - ενάγουσα της από 3-12-2009 αγωγής, Κ. - Ά. Φ. Β. Μ. (αναιρεσίβλητη), συνεργάζονταν με την ίδια ασφαλιστική εταιρεία ασκώντας αμφότερες καθήκοντα ασφαλιστικού συμβούλου υπό τον συντονισμό και την καθοδήγηση του πρώτου. Στις αρχές του έτους 2004, ο ενάγων (1ος αναιρεσείων) πρότεινε στις λοιπές διαδίκους, καθώς και στην Α.
Π., η οποία επίσης συνεργαζόταν με την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ασκώντας καθήκοντα ασφαλιστικού συμβούλου υπό τον συντονισμό και την καθοδήγηση αυτού (ενάγοντος), να προβούν από κοινού στην αγορά ενός επαγγελματικού ακινήτου στην περιοχή της ..., λαμβάνοντας προς τούτο τραπεζικό δάνειο, για την αποπληρωμή του οποίου θα εκμίσθωναν το εν λόγω ακίνητο στην εταιρεία ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως γραφείο αυτής με συντονιστή και υπεύθυνο τον ίδιο (ενάγοντα) και ασφαλιστικούς συμβούλους τις ανωτέρω συγκυρίες, και ακολούθως θα εκχωρούσαν τα μισθώματα στη δανείστρια Τράπεζα.
Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την πρότασή του και δυνάμει του υπ’ αριθ. .../4-3-2004 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίας Καραγιαννοπούλου - Ποθητού, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι διάδικοι και η Α. Π. αγόρασαν από κοινού και δη κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 61% ο ενάγων Ξ. Ο. και 13% καθεμία από τις λοιπές συγκυρίες α) την υπό στοιχ. ...
οριζόντια ιδιοκτησία (γραφείο) του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής κείμενης στη ... και στη συμβολή των οδών ... και ..., η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) έχει επιφάνεια 129,10 τ.μ.... και β) την υπό στοιχ. ... οριζόντια ιδιοκτησία (χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου) του υπογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, η οποία (οριζόντια ιδιοκτησία) έχει επιφάνεια 12.10 τ.μ.
Το τίμημα της πώλησης των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών κατέβαλαν οι αγοραστές στην πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε." από το προϊόν δανείου, ποσού 620.000 ευρώ, δωδεκαετούς διάρκειας, το οποίο έλαβαν από κοινού δυνάμει της υπ’ αριθ. .../4-3-2004 δανειακής σύμβασης, που συνήψαν με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ευθυνόμενοι έναντι της τελευταίας εις ολόκληρον ο καθένας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση.
Ακολούθως, δυνάμει του από 18-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού οι αγοραστές εκμίσθωσαν τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ..." για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, ήτοι από 1-4-2004 έως 31-3-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ για το πρώτο έτος και 5.500 ευρώ για το δεύτερο, αναπροσαρμοζόμενου στη συνέχεια ετησίως με βάση τις μεταβολές του δείκτη τιμών καταναλωτή, συμφωνήθηκε δε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια αποκλειστικά και μόνο για τη στέγαση των γραφείων αυτής και των συνεργατών της, καθώς και ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο λυθεί η συνεργασία του εκμισθωτή Ξ.
Ο. με τη μισθώτρια εταιρεία στην παραγωγή ασφαλειών, η τελευταία θα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση των εκμισθωτών και χωρίς καταβολή σ’ αυτούς αποζημίωσης. Περαιτέρω, δυνάμει της από 26-4-2004 σύμβασης ενεχυρίασης και εκχώρησης απαίτησης εκ μισθωμάτων οι εκμισθωτές εκχώρησαν στη δανείστρια Τράπεζα τις απαιτήσεις τους από τα μισθώματα των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών μέχρι την ολοσχερή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα εξόφληση των απαιτήσεών της από τη δανειακή σύμβαση.
Η σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων (δανείου, αγοράς ακινήτου και μίσθωσης) επιτεύχθηκαν αποκλειστικά χάρη στις πρωτοβουλίες και ενέργειες του πρώτου των εναγόντων, καθώς και λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτού και της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, προς εμπέδωση δε της μεταξύ τους συνεργασίας οι διάδικοι και η Α.
Π. συνήψαν το από 4-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο κατά τα ουσιώδη σημεία του έχει ως εξής: "... Με πρωτοβουλίες και ενέργειες του πρώτου και οι τέσσερις συμβαλλόμενοι πέτυχαν τη δανειοδότησή τους από την Τράπεζα ..., προκειμένου να αγοραστεί επ’ ονόματί τους γραφείο στην περιοχή ... ... Έτσι γίνεται ομόφωνα δεκτό, ότι ο σκοπός της συγκεκριμένης αγοράς είναι η δημιουργία ενός επιπλέον κινήτρου για την εμπέδωση της συνεργασίας των συμβαλλομένων στον ασφαλιστικό κλάδο υπό τις οδηγίες και τον συντονισμό του πρώτου.
Στην αγορά δηλαδή αυτή οι συμβαλλόμενοι, αδυνατούντες εξ ιδίων να καταβάλουν τη μηνιαία δόση του δανείου, δεν θα προέβαιναν αν ο πρώτος των συμβαλλομένων ασφαλιστικό στέλεχος της εταιρείας ... δεν είχε προσυμφωνήσει με την εταιρεία αυτή την εκμίσθωση του ακινήτου προς αυτήν. Ωσαύτως και η εταιρεία ... δεν θα προέβαινε ποτέ στη μίσθωση του πιο πάνω γραφείου, εάν τούτο δεν στελεχωνόταν με ευθύνη του πρώτου και εάν αυτός δεν ήταν ο κύριος υπεύθυνος και συντονιστής των υπ’ αυτόν εργαζομένων.
Δηλαδή είναι προφανές, ότι χωρίς την πρωτοβουλία του συντονιστή πρώτου των συμβαλλομένων και την προς το πρόσωπό του εμπιστοσύνη της εταιρείας ... θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των παραπάνω και η απόκτηση από τους συμβαλλομένους ενός τόσο σημαντικού περιουσιακού στοιχείου. Με βάση τα παραπάνω, που ομόφωνα αναγνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι, συμφωνούν τα ακόλουθα:
Η μέχρι σήμερα συνεργασία τους στον ασφαλιστικό κλάδο θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και με συντονιστή τον πρώτο μέχρι την εξόφληση και της τελευταίας δόσεως του δανείου προς την τράπεζα και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 12 ετών από σήμερα. Τούτο σημαίνει, ότι για όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα απαγορεύεται η παροχή ασφαλιστικών εργασιών σε άλλο ασφαλιστικό γραφείο ή ασφαλιστική εταιρεία με οποιουσδήποτε εμφανείς ή αφανείς όρους.
Σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των συμβαλλομένων (ενν. Ε. Ο., Α. Π. και Κ. Β. Μ. αντίστοιχα) αποστεί της παραπάνω συνεργασίας για οποιοδήποτε υπαίτιο ή μη λόγο, τότε θα υποχρεούται να καταβάλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 80.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 5% ετησίως για κάθε χρόνο από σήμερα και μέχρι τότε που θα συμβεί το γεγονός αυτό.
Το ποσό αυτό θα καταβληθεί κατά 50% στον πρώτο και κατά 50% ισομερώς στους άλλους εναπομείναντες συμβαλλομένους. Με το ποσό αυτό θα καλυφθεί οποιαδήποτε ζημία των άλλων συμβαλλομένων από τη διακοπή της συνεργασίας. Παρέχεται η δυνατότητα στον συμβαλλόμενο που θα αποχωρήσει και θα αποστεί της συνεργασίας, όπως ανωτέρω, να μεταβιβάσει στους λοιπούς και κατά την ίδια αναλογία το ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του ακινήτου και να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πιο πάνω ποσού...".
Ακολούθως, δυνάμει του από 30-8-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό .../7-9-2006, οι διάδικοι από κοινού με την Α. Π. και τους Σ. Ρ. του Γ., Γ. Γ. του Κ., Σ. Λ. του Ε. και Ε. Σ. (ήδη αποβιώσαντα) συνέστησαν ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", με μοναδικό ομόρρυθμο εταίρο τον ενάγοντα Ξ.
Ο. και σκοπό, μεταξύ άλλων, τις πάσης φύσεως οικοδομικές επιχειρήσεις και την εν γένει εκμετάλλευση ακινήτων. Η ανωτέρω εταιρεία έχει ήδη λυθεί με την από 12-9-2011 καταγγελία εκ μέρους των εταίρων Κ. Β. Μ., Α. Π., Σ. Ρ. και Γ. Γ., η οποία επιδόθηκε στους λοιπούς στις 23-9-2011. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. .../23-1-2007 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αρετής Μωραίτου η ενάγουσα- εναγομένη Κ.
Β. Μ. (αναιρεσίβλητη) χορήγησε στον πρώτο των εναγόντων - εναγόμενο Ξ. Ο. (1ο αναιρεσείοντα) την πληρεξουσιότητα να πωλήσει για λογαριασμό της, σε οποιοδήποτε αγοραστή ή και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, με οποιοδήποτε τίμημα και όρους εγκρίνει, το ιδανικό της μερίδιο συγκυριότητας επί των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Η ως άνω πληρεξουσιότητα χορηγήθηκε στα πλαίσια της μεταξύ των εν λόγω διαδίκων προηγουμένως συναφθείσας ατύπως σύμβασης εντολής με αντικείμενο την πώληση του ανωτέρω ιδανικού μεριδίου, ενώ λίγες ημέρες, νωρίτερα, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../19-1-2007 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μυστεγνιώτη, η Α.
Π. είχε επίσης χορηγήσει στον ενάγοντα πληρεξουσιότητα για την πώληση του ιδανικού της μεριδίου συγκυριότητας επί των ιδίων ακινήτων. Σκοπός της χορήγησης πληρεξουσιότητας στον Ξ. Ο. δυνάμει των ως άνω πληρεξουσίων ήταν η εκ μέρους του τελευταίου επίτευξη της πώλησης ολοκλήρου του κοινού ακινήτου σε τιμή συμφέρουσα, που θα υπερέβαινε σημαντικά την τιμή κτήσης, προς το κοινό συμφέρον των συγκυριών δεδομένου ότι κατά τη βούλησή τους τούτο αποτελούσε εξαρχής , ήτοι κατά τον χρόνο κτήσης του κοινού ακινήτου, ενδεχόμενο μελλοντικό τρόπο εκμετάλλευσης αυτού.
Ακολούθως οι ενάγοντες Ξ. Ο. και Ε. Ο. (αναιρεσείοντες), οι οποίοι είναι αδέλφια, όπως προελέχθη, δυνάμει του από 10-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό .../12-9-2007, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία μετείχαν ως μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 99% και 1 % αντίστοιχα, σκοπός δε αυτής ήταν οι πάσης φύσεως οικοδομικές επιχειρήσεις, η εν γένει εκμετάλλευση ακινήτων, καθώς και η διαμεσολάβηση- μεσιτεία στις αγορές, πωλήσεις, εκμισθώσεις και εν γένει εκμεταλλεύσεις ακινήτων.
Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε εικοσαετής και το κεφάλαιο αυτής στο ποσό των 15.000 ευρώ, για τον σχηματισμό του οποίου οι εταίροι εισέφεραν το ποσό των 14.850 ευρώ και των 150 ευρώ αντίστοιχα. Κατόπιν αυτού, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../11-12-2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Χριστίνας Δημητριάδου - Τζανή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος των εναγόντων, ενεργώντας δυνάμει των ανωτέρω πληρεξουσίων, πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, τα ιδανικά μερίδια συγκυριότητας των Κ. Β. Μ. και της Α. Π. αντί συνολικού τιμήματος 101.207,29 ευρώ, το οποίο κατά δήλωσή του, που έχει καταχωριστεί στο ως άνω συμβόλαιο, κατέβαλε ολόκληρο σε μετρητά στις πωλήτριες, κατά το ποσό που αναλογεί σε καθεμία, προηγουμένως και εκτός του γραφείου της Συμβολαιογράφου.
Η ως άνω πώληση έλαβε χώρα εν γνώσει της ενάγουσας Κ. Β. Μ., η οποία, για το λόγο αυτό, στις 24-4-2008 υπέβαλε για τελευταία φορά στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δήλωση Ε2 για τα αναλογούντα στο μερίδιό της μισθώματα του κοινού ακινήτου για το έτος 2007. Ωστόσο, ενόψει της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε, κατά τον χρόνο εκείνο, μεταξύ αυτής και του πρώτου των εναγόντων λόγω της πολυετούς και συνεχιζόμενης συνεργασίας τους τόσο στον τομέα των ασφαλίσεων όσο και στα πλαίσια της εταιρείας με την επωνυμία "...
Ε.Ε.", η ανωτέρω δεν απαίτησε από αυτόν την άμεση καταβολή του τιμήματος της πώλησης που αντιστοιχούσε στο μερίδιό της και ανερχόταν στο ποσό των (101.207,29 : 2 = ) 50.603,65 ευρώ. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η πώληση του ως άνω ιδανικού μεριδίου ήταν εικονική και κάτω από αυτήν καλυπτόταν χαριστική δικαιοπραξία, η οποία καταρτίστηκε εν γνώσει και με τη συναίνεση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης λόγω της μη επίτευξης εκ μέρους της ικανοποιητικών αποτελεσμάτων στον τομέα παραγωγής ασφαλιστηρίων συμβολαίων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με τον ενάγοντα Ξ.
Ο. στα πλαίσια του από 4-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού ... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος των εναγόντων, δολίως ενεργώντας δεν εισέπραξε από την αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." το συμφωνηθέν και αναλογούν στο ιδανικό μερίδιο της εντολέως του τίμημα, ποσού 50.603,65 ευρώ, προκειμένου να το αποδώσει σ’ αυτήν, και έτσι της προξένησε, παράνομα και υπαίτια και κατά παράβαση της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εντολής, ισόποση ζημία.
Το ποσό τούτο απαίτησε πρώτη φορά η ενάγουσα Κ. Β. Μ. με την από 10-10-2009 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα Ξ. Ο. στις 21-10-2009 ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της ανωτέρω από 10-10-2009 εξώδικης δήλωσης η συνεργασία των εν λόγω διαδίκων είχε διακοπεί για τους εξής λόγους: Τον Ιούνιο του έτους 2008 η ασφαλιστική εταιρεία ...
άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία είχαν ως συνέπεια την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009. Η ενάγουσα Κ. Β. Μ., η οποία συνεργαζόταν με την ανωτέρω εταιρεία από τον Νοέμβριο του έτους 1999, ασκώντας καθήκοντα ασφαλιστικού συμβούλου δυνάμει σχετικών συμβάσεων που είχε συνάψει με αυτή, με την από 25-7-2009 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ανωτέρω εταιρεία στις 27-7-2009, απαίτησε όπως μέχρι 31-7-2009 α) της καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό των 60.819,18 ευρώ, που αφορούσε μπόνους και προμήθειες της του χρονικού διαστήματος από Σεπτέμβριο 2008 έως Μάιο 2009 και β) της γνωστοποιηθεί και καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό για μπόνους και προμήθειες του μήνα Ιουνίου 2009.
Ακολούθως, η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με τις από 5-8-2009 δύο εξώδικες δηλώσεις της (η μια εκ μέρους της "... ..." και η άλλη εκ μέρους της "... ..."), που επιδόθηκαν στην ενάγουσα στις 3-8-2009, της δήλωσε ότι καταγγέλλει, μετά πάροδο διμήνου από την επίδοση, την από 27-2-2006 σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου, που είχε συναφθεί μεταξύ τους.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι λόγω των ανωτέρω οικονομικών προβλημάτων της ..., η ενάγουσα Κ. Β. Μ. ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2009 αναζητούσε άλλη ασφαλιστική εταιρεία προς συνεργασία και πράγματι στις 19-6-2009 συνήψε σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρεία "....", γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια τη διακοπή της συνεργασίας της με τον ενάγοντα Ξ.
Ο. με βάση το από 4-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνήψε την από 4-3-2004 σύμβαση συνεργασίας με ελεύθερη βούληση, ενώ λόγω της ιδιότητάς της ως ασφαλιστικής συμβούλου επί σειρά ετών διέθετε την απαιτούμενη πείρα στις συναλλαγές, ώστε να δύναται να αντιληφθεί επακριβώς τη σημασία των όρων της επίμαχης σύμβασης και τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε αυτή.
Όσον αφορά δε τη δωδεκαετή διάρκεια της σύμβασης και την απαγόρευση παροχής ασφαλιστικών εργασιών σε άλλο ασφαλιστικό γραφείο ή ασφαλιστική εταιρεία κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το γεγονός τούτο δεν συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας της, ενόψει του πλέγματος των σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων (λήψη δανείου και αγορά ακινήτου από κοινού και εκμίσθωση αυτού στην εταιρεία ...
προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δωδεκαετούς δανείου), δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προελέχθη, αυτή είχε δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε τη συνεργασία της με τον αντισυμβαλλόμενο Ξ. Ο., χωρίς καταβολή ποινικής ρήτρας, μεταβιβάζοντας στους εναπομείναντες συμβαλλομένους το ιδανικό της μερίδιο συγκυριότητας επί του κοινού ακινήτου, για την αγορά του οποίου δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα.
κατά συνέπεια, η συναφθείσα με το από 4-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση συνεργασίας δεν είναι άκυρη ως αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 179 ΑΚ, όπως αβάσιμα η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις της, με τις οποίες παραδεκτά επαναφέρει (άρθρα 240 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) την ένσταση του άρθρου 179 ΑΚ που είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ισχυριζόμενη αφενός μεν ότι ο ενάγων Ξ.
Ο. εκμεταλλεύθηκε την απειρία της, ώστε να επιτύχει τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης και να συνομολογήσει για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς τις παροχές που αυτή θα ελάμβανε, αφετέρου δε ότι με τη σύμβαση αυτή δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία της.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο ότι η ανωτέρω σύμβαση είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική και συνακόλουθα άκυρη η συμφωνηθείσα με αυτή ποινική ρήτρα, όπως βασίμως παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης.
Ωστόσο, η συμφωνηθείσα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ποινική ρήτρα κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με: α) την αξία της αντιπαροχής του ενάγοντος, συνισταμένης στη σύλληψη και υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου αγοράς επαγγελματικού ακινήτου προς κοινή εκμετάλλευση των συμβαλλομένων κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε, β) την οικονομική κατάσταση των μερών, γ) τα συμφέροντα του ενάγοντος που επλήγησαν από τη διακοπή της συνεργασίας του με την ως άνω αντισυμβαλλόμενη, δεδομένου ότι αυτός εισέπραττε ποσοστά από τις συμβάσεις ασφάλισης που συνάπτονταν με τη διαμεσολάβηση της τελευταίας, όπως ο ίδιος συνομολογεί με την υπό κρίση έφεσή του ...
χωρίς να τα προσδιορίζει, δ) το βαθμό του πταίσματος της ενάγουσας Κ. Β. Μ. και ε) λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009 ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, γεγονός που θα είχε ως αναγκαία συνέπεια την ανατροπή της επίμαχης συμφωνίας , η οποία βασιζόταν στη λειτουργία της εν λόγω εταιρείας, όπως προελέχθη.
Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, άλλωστε, δυνάμει του από 2-11-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός του ενάγοντος Ξ. Ο., που ενεργούσε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και αφετέρου της εταιρείας με την επωνυμία "... ...", λύθηκε η από 18-3-2004 σύμβαση μίσθωσης του κοινού ακινήτου, ενώ στις 30-9-2010 ο ενάγων κατέβαλε στην Τράπεζα ...
το ποσό των 357.315 ευρώ προς εξόφληση του δανείου που είχε χορηγηθεί από αυτή για την αγορά του εν λόγω ακινήτου. Με αυτές τις παραδοχές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο έχει την υποχρέωση να καταβάλει η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Κ.
Β. Μ. ισομερώς στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους, γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της ένστασης του άρθρου 409 ΑΚ που αυτή είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει παραδεκτά (άρθρα 240 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις της.
Όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, την οποία είχε προβάλει η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει παραδεκτά (άρθρα 240 και 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις της, ισχυριζόμενη ότι η απαίτηση αυτών για καταβολή ποινικής ρήτρας βασίζεται σε άκυρη σύμβαση, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού, γεγονός το οποίο αρνείται η εναγομένη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την από 31-7-2010 αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ... εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί και δη στο σύνολό της, για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, γενομένης δεκτής της υπό κρίση έφεσης ως βάσιμης κατ’ ουσίαν, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), α) ...
και β) να γίνει εν μέρει δεκτή η από 31- 7-2010 αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη έχει την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 10.000 ευρώ ισομερώς, ήτοι 5.000 ευρώ στον καθένα από αυτούς με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".
VI) Υπό τις ως άνω παραδοχές και αναφορικά με την από 31-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εξειδίκευση της έννοιας του "μέτρου που αρμόζει", στο οποίο έπρεπε κατά την κρίση του να μειωθεί η συμφωνηθείσα ποινή. Και αυτό διότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνονται αφενός περιστατικά σχετικά με την ενδεχόμενη ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την εξόφληση από τον 1ο αναιρεσείοντα του συνόλου του δανείου , που δόθηκε για την αγορά των επίδικων κοινών ακινήτων, δηλαδή και εκείνου του ποσού οφειλής που αναλογούσε σ’ αυτή (αναιρεσίβλητη), αφετέρου δε διότι δεν διαλαμβάνονται περιστατικά σχετικά με την τυχόν προκληθείσα στους λοιπούς συμβαλλομένους ζημία από τη διακοπή της συνεργασίας , δεδομένου ότι η καταβολή ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας τους και μάλιστα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας προκειμένου με το ποσό αυτό να καλυφθεί οποιαδήποτε ζημία των άλλων συμβαλλομένων από τη διακοπή της συνεργασίας.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου, αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση , μόνο δηλαδή κατά το κεφάλαιο της από 31-7-2010 αγωγής περί μείωσης της ποινικής ρήτρας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3890/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο δηλαδή κατά το κεφάλαιο της από 31-7-2010 αγωγής περί μείωσης της ποινικής ρήτρας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ