Supreme Court allows appeal on liquidation calculation errors regarding protected family members in voluntary jurisdiction debt cases.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court accepted the appellant's appeal regarding insufficient reasoning on protected family members in a voluntary jurisdiction debt case. The court found that the lower court failed to properly assess the liquidation of the debtor's assets against monthly family expenses, which is crucial for determining insolvency. Consequently, the appeal was allowed on this specific ground, and the case was remitted for retrial by a different judge.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal if the lower court fails to provide sufficient reasoning on essential facts affecting the outcome, such as the calculation of liquidation relative to protected family expenses, and remits the case for retrial by a different judge.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 917 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 917/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Γιουρέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη από 4.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 141/2021 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 180/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-10-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από τις υπ' αριθμ. όμως ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης και να ερευνηθεί περαιτέρω η αίτηση αναιρέσεως, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Β. Μ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαρίσης την από 31-10-2013 (αρ.
κατ. 680/2013) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση, ήδη αναιρεσείον και δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Το ως άνω δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 281/2018 απόφασή του, δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωσή της. Κατά της αποφάσεως αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, την από 20-7-2018 (με αρ.
κατ. 626/2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 180/2019 απόφαση, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 31-10-2013, της ένδικης, από 31-10-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".
Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση, για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 1057/2023, Α.Π. 995/2023, Α.Π. 548/2023).
Η διαπίστωση του κόστους κάλυψης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και δη των προστατευομένων μελών αυτής, θα στηριχθεί στις βασικές ανάγκες διαβίωσής τους κατά την ημέρα συζήτησης της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020).
Με τις διατάξεις δε του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.
Έτσι, με τις διατάξεις μεν των άρθρων 1389 επ. του Α.Κ. ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Ως εκ τούτου, το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας (Α.Π. 550/2023). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Ο εφεσίβλητος έχει γεννηθεί το έτος 1974, τελεί σε γάμο με την Β.
Γ. από το έτος 2013, έχουν δε από το γάμο τους αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, γεννημένο το 2014, ενώ η τελευταία έχει αποκτήσει από τον προαποβιώσαντα πρώην σύζυγο της, δύο θήλεα τέκνα γεννημένα τα έτη 1999 και 2001, με τα οποία συγκατοικούν σε οικία τους στη Λάρισα. Ο εφεσίβλητος δεν έχει πτωχευτική ικανότητα και εργάζεται ως στρατιωτικός υπάλληλος του στρατού ξηράς από το 1997, υπηρετών στο 303 ΠΕΒ Λάρισας, με το βαθμό του Επιλοχία, λαμβάνοντας, σύμφωνα με το αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας του μηνός Ιανουαρίου 2018, μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.313 ευρώ.
Προσέτι, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα για τα φορολογητέα εισοδήματα του εφεσίβλητου, προκύπτει ότι κατά τα οικονομικά έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 τα ετήσια δηλωθέντα εισοδήματα του ανέρχονταν σε 17.865 €, 16.252€, 15.691 €, και 14.000€, αντίστοιχα ενώ κατά τα φορολογικά έτη 2014,2015, 2016 στα ποσά των 16.712 €, 16.516 €, και 17.700 €, αντίστοιχα.
Η σύζυγος του είναι μόνιμη διοικητική υπάλληλος του Στρατού Ξηράς, υπηρετεί στο 303 ΠΕΒ Λάρισας και ο μηνιαίος μισθός της ανέρχεται σε 697,39 ευρώ (ιδ. αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας του μηνός Ιανουαρίου 2018). Οι ετήσιες αποδοχές της κατά τα φορολογικά έτη 2014,2015 και 2016 ανέρχονται στα ποσά των 8.835 €, 8.156 € και 8.514 €.
Άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εφεσίβλητος. Επομένως το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα του εφεσίβλητου ανέρχεται στο ποσό των 2.010,39 ευρώ, προερχόμενο από την μισθοδοσία αυτού και της συζύγου του. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ..., ο αιτών ήδη εφεσίβλητος, ανέλαβε τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης.
Ειδικότερα, από την πιστώτρια, "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" ο εφεσίβλητος από την υπ' αριθμ. 2915211620/2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, συνολικά οφείλει το ποσό των 68.783,48 ευρώ (μέχρι την 22-02-2016). Από το εκκαλούν, "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" από μη ενυπόθηκο δάνειο μικροεπισκευών - μικροβελτιώσεων, στο οποίο ευθύνεται ως οφειλέτης, συνολικά οφείλει το ποσό των 18.912,15 ευρώ (μαζί με τους τόκους) μέχρι την 1-3-2019 ενώ κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ανωτέρω οφειλή ανερχόταν σε 17.029,58 ευρώ.
Στην πιστώτρια με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" ο εφεσίβλητος οφείλει από την υπ' αριθμ. .../2009 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ευθύνεται ως οφειλέτης, συνολικά το ποσό των 1.943 ευρώ. Οι εν γένει βιοτικές ανάγκες του εφεσίβλητου, της συζύγου του, καθώς και των τέκνων τους ανέρχονται σε 1.800€ περίπου προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού τους, όπως διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης ..., ενώ το απαιτούμενο ποσό μηνιαίως για την κάλυψη των δόσεων των προαναφερθέντων δανείων ανέρχεται σε 600 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα η έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και η κατά το άρθρο 8 παρ. 2 περιαγωγή του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των προς το εκκαλούν πιστωτή οφειλών του [...]. Στην περίπτωση του αιτούντος υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος έχει περιέλθει σε πραγματική μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες αυτές χρηματικές οφειλές του, η οποία οφείλεται στην μείωση του εισοδήματος κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης αλλά και στην αύξηση του κόστους διαβίωσης της οικογενείας του, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο λήψης των δανείων του ήταν άγαμος και δεν είχε γεννηθεί το ανήλικο τέκνο του, με αποτέλεσμα το εισόδημα του να μην επαρκεί πλέον για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης.
Με βάση τα προλεχθέντα, και αφού δεν υφίσταται στο πρόσωπο του αιτούντος και ήδη εφεσίβλητου η πτωχευτική ιδιότητα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους πιστωτές του και δέχθηκε την αίτησή του ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με την έφεσή του, περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων...".
Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 281/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1389 επ.
και 1486 επ. του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τις οποίες, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του, από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3869/2010, για τον υπολογισμό της ρευστότητας που διαθέτει, σε σχέση με τις οφειλές του, αναφέρεται στα εισοδήματα αυτού και της συζύγου του, τα οποία σταθμίζει με το σύνολο των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του, τις οποίες εκτιμά στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβάνοντας όμως στο ύψος αυτό και τις δαπάνες για την κάλυψη των αναγκών του πρώτου από τα δύο τέκνα από τον πρώτο γάμο της συζύγου του, ήδη ενήλικου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (27-2-2018), ως γεννηθέν κατά το 1999, οι οποίες μηνιαίες δαπάνες εμφανίζονται, κατά το αντίστοιχο μέρος, αυξημένες, χωρίς να αιτιολογεί, αν και για ποιο λόγο θεωρεί το ενήλικο τούτο τέκνο του αιτούντος προστατευόμενο, κατά το νόμο, μέλος, αν δηλαδή αυτό σπουδάζει ή αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ώστε να δικαιούται διατροφής, κατά το άρθρο 1486 παρ. 1 του Α.Κ.
Έτσι, όμως, το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και αναμφίβολο και δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος των διατάξεων που εφαρμόστηκαν για τον υπολογισμό της πραγματικής ρευστότητας του αιτούντος, σε σχέση με τις οφειλές του, που συναρτάται αναγκαίως και με το σύνολο των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών του αναγκών, γεγονός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αποφάσεως, και συγκεκριμένα στο ζήτημα της περιέλευσής του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του, η οποία, όπως αναφέρεται στην παραπάνω νομική σκέψη, κρίνεται συνολικά, με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του και οι οποίες δαπάνες, αν εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με τις πραγματικές, δεν δίδουν την αληθινή εικόνα της ρευστότητας του οφειλέτη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 6 του άρθρου τούτου, επικαλούμενο ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου, από το άρθρο 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτού, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 180/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ