Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appellant's second ground of appeal, finding the lower court's finding of permanent insolvency unsupported by evidence of monthly obligations. The court noted that in voluntary jurisdiction cases, the trial court possesses the power to conduct its own investigation into facts not proposed by the parties. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted for further examination by a different judge.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 560(2) and 744, 759(3) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, the court has the authority to conduct its own investigation to verify facts affecting the case outcome, even if not raised by the parties.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 552 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαφειρία Μπλαζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " … ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " … ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " … ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. ", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω εξαγοράς είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " …. ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " …. ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " …. ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " …. ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …. ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Σαρρή, ενώ οι λοιπές των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της ήδη 8ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 635/Φ1493/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4813/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 2η και 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις … ', … ', … ', … ' και …. ', με ημερομηνία 15-10-2018, και … '/18-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ. , που προσκομίζει ο αναιρεσείων - οφειλέτης, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 29-5-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 20-9-2019 που είχε οριστεί αρχικά, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας (7-2-2020), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και όγδοη (υπό τις αναγραφόμενες ιδιότητές τους) των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που έλαβαν μέρος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρ. 769 εδάφ.β' και 762 ΚΠολΔ, οι οποίες και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2, 226 παρ.4 εδάφ.γ' και δ', 575 εδάφ.β' ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την πληττόμενη 4813/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο), η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.β' ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η από 25-10-2013 έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 635/Φ1493/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, ομοίως, απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 5-4-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1493/6-4-2012, αίτησή του για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, με την αιτιολογία ότι ο αιτών περιήλθε από (ενδεχόμενο) δόλο σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, που αντικαταστάθηκε, κατ' άρθρ. 534 ΚΠολΔ, με εκείνη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών είχε περιέλθει σε τέτοια αδυναμία κατά την κατάθεση της αίτησής του.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ Ολομ. 20/2005).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, παραθέτοντας συνοπτικά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι αυτός δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ναι μεν αναφέρονται τα ετήσια και μηνιαία (καθαρά) εισοδήματά του και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του (προστατευόμενων μελών της), όχι, όμως, και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ.1 του ν.3869/2010.
Ειδικότερα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: [...το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναχθεί στο σχηματισμό της αναγκαίας δικανικής πεποίθησης περί τέτοιας αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης. Η κρίση αυτή, αντίστροφα ορώμενη ως κρίση ότι τα χρηματικά μέσα του αιτούντος επαρκούσαν, σε κάθε περίπτωση, για την κάλυψη των χρηματικών οφειλών του (το ακριβές ποσό των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί από το Δικαστήριο, αφού ο αιτών...
δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο προς απόδειξη του περιοδικού κόστους εξυπηρέτησης των δανείων - καρτών του) κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης...]. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.
και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσείοντος, που ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, κατά τα έτη 2011 και 2012 (που κατατέθηκε η ένδικη αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν.3869/2010), σε 2.867,20 ευρώ και 2.560,49 ευρώ, αντίστοιχα, ανά μήνα, επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών του που ανέρχονταν, επίσης κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, συνολικά σε 670.788,50 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρ.3 εδάφ.β' ν.3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ.3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).
Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου που διατυπώνεται με την αίτηση αναίρεσης και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αν υφίσταται ή όχι μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του οφειλέτη - αναιρεσείοντος).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του παραπάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4813/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ