Supreme Court dismisses appeal against bank loan contract verdict due to lack of admissible evidence for alleged fraud.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a loan dispute with the Bank of Greece. The appellant argued the court accepted unproven claims about immediate credit terms and subsequent lending patterns without sufficient evidence. The court ruled that the lower court based its decision on a comprehensive evaluation of all submitted admissible evidence, rendering the appeal inadmissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the appellate court's decision relies on admissible evidence evaluated through judicial assessment, as such factual findings are not subject to appellate review.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 917 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 917/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Οικονόμου. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής έλαβε τον λόγο και η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας, η οποία δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4759/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2607/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2012 αίτησή της και τους από 7-1-2020 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Θεόδωρος Κανελλόπουλος, ανέγνωσε την από 30-1-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, πέμπτος και έκτος (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγοι του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως και ο πέμπτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο δεύτερος (υπό στοιχ. ?? σκέλος), από τους αρ. 9 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος, από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου (άρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μια ή περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφισταμένη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχωνεύσεως διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 512/2011, ΑΠ 904/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 10-5-2012, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2607/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", της οποίας, όπως δεν αμφισβητείται, καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία νομίμως συνεχίζει τη δίκη.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 13-5-2009, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, και η αίτηση κατατέθηκε στις 10-5-2012, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από την έκδοσή της.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (10-2-2020), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 7-1-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 7-1-2020, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθμ. ...7-1-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ., την οποία μετ' επικλήσεως προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των ως άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 7-1-2020, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη).
Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ.) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consesu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ., ΑΠ 1833/2011, 878/2011).
Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο.
Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 1081/2015, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρ. 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ.
α', 47, 48 εδ. δ', 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος.
Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 1081/2015).
Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1734/2009).
Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ, με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων.
Η πίστωση μπορεί να χορηγηθεί από την τράπεζα, εφόσον ασφαλίζεται εμπραγμάτως ή ενοχικώς ή, ακόμη, και χωρίς να ασφαλίζεται, κατά την κρίση της παρέχουσας την πίστωση τράπεζας. Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται.
Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού. Μπορεί ακόμη η πίστωση να έχει εξ αρχής ως σκοπό τη χορήγηση ενός και μόνου ποσού, ίσου ή μικρότερου του ορίου της πίστωσης και την εκ μέρους του πιστούχου ισόποση, εφ' άπαξ ή με δόσεις, καταβολή αυτού (πλέον των τόκων).
Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι' αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική.
Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο. Όμως, ουδόλως αποκλείεται η πίστωση να έχει, ουσιαστικά, το χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, χωρίς να προβλέπονται συμφωνίες που αφορούν τις μορφές χορηγήσεων (κεφάλαιο κίνησης, πάγιες εγκαταστάσεις κλπ), το ύψος του επιτοκίου κλπ, οπότε τα στοιχεία αυτά καθορίζονται στη συνέχεια με πρόσθετες συμφωνίες (πράξεις), με δυνατότητα της τράπεζας, στην περίπτωση αυτή, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση του πιστούχου ή, συνήθως, να εγκρίνει αυτή με τροποποιήσεις.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση πλαίσιο αποτελεί την αιτία επί μέρους πιστωτικών συμβάσεων, η δε έγκριση της τράπεζας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, καθόσον συνιστά απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση της πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της αρχικής σύμβασης που καλύπτει τη συγκεκριμένη χορήγηση.
Ανάλογα, και οι ασφάλειες στη πίστωση μπορεί να παρέχονται είτε άπαξ, επί του ποσού της πίστωσης (ορίου) για όσο χρόνο αυτή θα βρίσκεται σε λειτουργία, οσεσδήποτε φορές κι εάν ο πιστούχος κάνει χρήση του ορίου της πίστωσης, είτε να παρέχονται κάθε φορά που ο πιστούχος κάνει χρήση των επί μέρους δανειακών συμβάσεων, δηλαδή να παρέχεται νέα προσημείωση ή υποθήκη σε ασφάλεια εκάστου νέου δανείου.
Κατά συνέπεια, πέραν των πιο πάνω αναφερομένων γενικών αρχών, που πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, οι ειδικότερες συμφωνίες που τίθενται σε αυτή από τους συμβαλλομένους είναι εκείνες που καθορίζουν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο και τη μορφή της εν λόγω σύμβασης, καθώς και τον τρόπο και το χρόνο καταβολής της πίστωσης από την τράπεζα, και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την επιλεγείσα συμβατική μορφή.
Περαιτέρω, ως μη εκπλήρωση της σύμβασης από τον οφειλέτη νοείται, κατά τη γενική θεωρία περί μη εκπληρώσεως της σύμβασης, είτε η αδυναμία παροχής (άρθρα 335-336 ΑΚ), είτε η καθυστέρηση εκπληρώσεως, που όταν ευθύνεται γι' αυτήν ο οφειλέτης αποτελεί υπερημερία αυτού (άρθρο 340 ΑΚ), είτε τέλος η πλημμελής εκπλήρωση (ΑΠ 1708/2017).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθεαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει και όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 767/1973, ΑΠ 1527/2013, ΑΠ 1145/2003).
Στην περίπτωση αυτή συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.
Αντίστοιχα, ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό (ΑΠ 334/2015, ΑΠ 357/2013). Παράνομη συμπεριφορά, η οποία κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 547/2015).
Επίσης, παράνομη είναι η συμπεριφορά και όταν αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλή πίστη είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που δείχνει ο έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν.
Η καλή πίστη, με την έννοια αυτή, αποτελεί κριτήριο συμπεριφοράς, το οποίο έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου, γι' αυτό και η συμπεριφορά που αντιτίθεται στο κριτήριο αυτό, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελεί αδικοπραξία με την παραπάνω έννοια και γεννά υποχρέωση για αποζημίωση (ΑΠ 516/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, για τη συγκεκριμενοποίηση της οποίας κριτήρια είναι οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Από όλες τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 178, 298, 361, 806 και 807 ΑΚ, προκύπτει ότι η εκ μέρους τραπεζικού οργανισμού παραβίαση της υποχρέωσής αυτού, που απορρέει από σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε για συγκεκριμένο σκοπό, προς παροχή της αναγκαίας πίστωσης στον πιστούχο στο χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί, στοιχειοθετεί κατ' αρχήν καταχρηστική συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη και, συνακόλουθα, αδικοπραξία, η οποία ιδρύει ευθύνη του τραπεζικού οργανισμού προς περιουσιακή αποζημίωση, καθώς και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησε η συμπεριφορά εκείνου (πρβλ.
Α.Π. 1734/2009, Α.Π. 1346/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ... (αναιρεσείουσα) συστήθηκε το έτος 1995, με ευρύ αντικείμενο δραστηριοτήτων, στο οποίο περιλαμβανόταν και η εμπορία και εξαγωγή εσπεριδοειδών.
Μαζί με πέντε άλλες εταιρίες ανήκε στον όμιλο εταιριών του Γ. Μ..... Η ενάγουσα και οι λοιπές εταιρίες του ομίλου είχαν από πολλών ετών καλή οικονομική συνεργασία με την εφεσίβλητη-εναγομένη Τράπεζα (αναιρεσίβλητη), κυρίως δε με το Υποκατάστημα αυτής, που εδρεύει στην Άρτα. Το έτος 1996 κηρύχθηκε δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός για την πώληση της εταιρίας ...
Α.Ε., που τελούσε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά το άρθρο 46.α Ν. 1892/1990, με εκκαθαριστή την Αγροτική Τράπεζα A.E., στην οποία εταιρία ανήκε εργοστάσιο εκχύμωσης πορτοκαλιών με πλήρη μηχανολογικό εξοπλισμό, το οποίο βρίσκεται στην Άρτα και ανήκε προηγουμένως σε Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών της περιοχής και μετά στην Αγροτική Τράπεζα.
Ο όμιλος των εταιριών αποφάσισε τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την απόκτηση του εργοστασίου για να επεκτείνει την επιχειρηματική δραστηριότητά του στον τομέα χυμοποίησης και επεξεργασίας εσπεριδοειδών. Μετά τη διενέργεια δύο άκαρπων πλειοδοτικών διαγωνισμών τον Μάρτιο και τον Ιούνιο 1996, σε ένα εκ των οποίων είχε συμμετάσχει άλλη εταιρία του ομίλου, η ενάγουσα πλειοδότησε στο διαγωνισμό της 21-11-1996, με πλειστηρίασμα 720.000.000 δρχ.
Στο διαγωνισμό είχε συμμετάσχει με κατάθεση της .../1996 εγγυητικής επιστολής 60.000.000 δραχμών, που είχε εκδώσει υπέρ αυτής η εναγομένη Τράπεζα, κατόπιν σχετικού γραπτού αιτήματός της, στο οποίο αναφέρεται ότι η εναγομένη της γνώρισε ότι δεν δεσμεύεται να χρηματοδοτήσει την αγορά της ... στην περίπτωση κατακύρωσης σ' αυτή (ενάγουσα) του διαγωνισμού, πριν εξετάσει τη μελέτη του επενδυτικού φακέλου που τυχόν υποβληθεί και αξιολογήσει το βαθμό κάλυψης των πιστοδοτικών κριτηρίων.
Η ενάγουσα, προκειμένου να μπορέσει να λάβει δάνειο από την εναγομένη, το οποίο, κατά το αίτημά της προς το Υποκατάστημα Άρτας, θα κάλυπτε ολόκληρο το τίμημα αγοράς του εργοστασίου και επιπλέον ποσό που απαιτείτο για κεφάλαια κίνησης, είχε εκπονήσει από τον Νοέμβριο 1996 μελέτη βιωσιμότητας του εργοστασίου διά του οικονομολόγου-μελετητή Κ.Δ., βάσει της οποίας προβλέπονταν καθαρά κέρδη, προ φόρων, ανερχόμενα σε 3.531.814,000 δρχ.
συνολικά για την πενταετία 1997-2001. Το αίτημα της εναγούσης για χρηματοδότηση της αγοράς του εργοστασίου διαβιβάστηκε στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, το οποίο ήταν μόνο αρμόδιο να αποφασίσει για παροχή δανείων μεγάλου ύψους. Η εναγομένη Τράπεζα, με αρμοδίους υπαλλήλους της, προέβη από τον Ιανουάριο 1997 και μετά σε δικό της έλεγχο, τόσο των υποβληθέντων με την πιο πάνω μελέτη στοιχείων, όσο και του εργοστασίου με επιτόπιες σ 'αυτό επισκέψεις, αλλά και σε έλεγχο της εν γένει οικονομικής κατάστασης της εναγούσης και των εταιριών του ομίλου Μ..
Πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου αυτού, στην Άρτα, στις 16-1-1997, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η με αριθμό .../1997 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό ύψους ενός δισεκατομμυρίου (1 δις) δραχμών. Την ίδια ημέρα, με έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό η Αγροτική Τράπεζα παραχώρησε προσωρινά τη χρήση του εργοστασίου στην ενάγουσα μέχρι την υπογραφή της οριστικής μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης, επειδή άρχισε η εκχυμωτική περίοδος και με σκοπό την απορρόφηση της παραγωγής εσπεριδοειδών της περιοχής και την οικονομική εκμετάλλευση βιομηχανίας από την πλειοδότρια εταιρία.
όπως αναφέρεται συμφωνητικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκχυμωτική περίοδος είναι η περίοδος της κύριας και πλήρους λειτουργίας του εργοστασίου και διαρκεί περίπου από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο κάθε έτους, διάστημα κατά το οποίο γίνεται η παράδοση πορτοκαλιών από τους παραγωγούς. Για την τήρηση της συμφωνίας αυτής η εναγομένη εξέδωσε εγγυητική επιστολή 100.000.000 δρχ., για την εν γένει δε λειτουργία του εργοστασίου εξέδωσε μέχρι 19-3-1997 εγγυητικές επιστολές συνολικού ύψους 233.704.000 δρχ.
Με την σύμβαση .../1997 συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ότι η χρήση της πίστωσης μέχρι του ύψους του ποσού που συμφωνήθηκε θα γίνεται με επιταγές από ειδικό στέλεχος, που θα χορηγηθεί στον πιστούχο, ή με εντολές του προς πληρωμή, είτε για χορήγηση ενέγγυας πίστωσης είτε για την έκδοση εγγυητικών επιστολών, ή με αποδείξεις λήψης χρημάτων και ότι η κατά τα άνω χρήση της πίστωσης γίνεται με αίτηση του πιστούχου προς ευκολία του και με δική του ευθύνη, καθώς και ότι αν η πίστωση χρησιμοποιηθεί για την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπολογίζεται μεν σε βάρος του λογαριασμού όλο το ποσό της επιστολής, αλλά δεν καθίσταται τοκοφόρο παρά μόνο αν καταπέσει και για το ποσό που θα καταπέσει τυχόν η επιστολή (όρος 4).
Ότι o πιστούχος έχει την υποχρέωση να αποδίδει στην τράπεζα τα ποσά που κάθε φορά αναλαμβάνει στα πλαίσια της πίστωσης μέσα στις εκάστοτε τασσόμενες προθεσμίες από τις εγκριτικές αποφάσεις της Τράπεζας, οι οποίες εκδίδονται μέσα στο πλαίσιο των γενικών ή ειδικών αποφάσεων των νομισματικών αρχών ή άλλου αρμοδίου οργάνου (όρος 10).
Ότι η Τράπεζα δικαιούται να κλείνει ή να αναστέλλει τη χρήση της πίστωσης ή και να περιορίζει για οποιονδήποτε λόγο και σε κάθε χρονική στιγμή την πίστωση και πριν τη χρήση αυτής, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου (όρος 11). H σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε αντικατοπτρίζοντας αφενός την υψηλού τότε επιπέδου πιστοδοτική ικανότητα της εναγούσης, που ανερχόταν μέχρι το ποσό του 1 δις, αφού στο αμέσως προηγούμενο διάστημα η ικανότητα αυτή ανερχόταν ήδη στο ποσό των 656.198.000 δρχ., ποσό που είχε λάβει η ενάγουσα ως πίστωση με εγγυητικές επιστολές, αλλά και ως σύμβαση πλαίσιο για την κάλυψη πιστώσεων κάθε είδους (δάνεια, εγγυητικές επιστολές, ενέγγυα πίστωση) που θα χορηγούνταν για την χρηματοδότηση του εργοστασίου ..., κατόπιν αιτήσεων της εναγούσης και εκδόσεως επί αυτών των σχετικών εγκριτικών αποφάσεων της Τράπεζας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους όρους 4 και 10 της σύμβασης.
Μετά την ολοκλήρωση της κατά τα ανωτέρω οικονομικής έρευνας της εναγομένης, υποβλήθηκε σχέδιο επί αυτής από τον Β. Σ., Διευθυντή Τομέα Αξιολόγησης Επενδυτικών Προγραμμάτων της εναγομένης..., σύμφωνα με τον οποίο διαπιστώθηκε κατά την έρευνά του αναξιοπιστία ορισμένων δεδομένων, που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη βιωσιμότητας του Κ.
Δ., η υπεραισιοδοξία ορισμένων παραδοχών που αξιοποιήθηκαν για την κατάρτιση των προβλέψεων του επιχειρηματικού σχεδίου της εναγούσης και η διατύπωση βασικών εσφαλμένων συμπερασμάτων. Αφού λήφθηκε υπόψη το σχέδιο αυτό της οικονομικής έρευνας, αλλά και η θετική εισήγηση για τη χρηματοδότηση από το Υποκατάστημα Άρτας με το υπ' αριθ. .../13-1-1997 έγγραφο, εκδόθηκε εγκριτική απόφαση της Δ/νσης Επιχειρήσεων της εναγομένης, στις 10-3-1097...
Με την απόφαση αυτή εγκρίθηκε η πιστοδότηση της εναγούσης με το συνολικό ποσό των 750.000.000 δρχ, με τους λοιπούς όρους, που αναφέρονται σ' αυτή (το έγγραφο .../97 προσκομίζει η εναγομένη, του οποίου την επίδειξη ζητεί με τις προτάσεις η ενάγουσα), από το οποίο ποσό 400.000.000 δρχ. αφορούν την αγορά παγίων στοιχείων (εργοστασίου), 100.000.000 δρχ.
αφορούν κεφάλαια κίνησης και 250.000.000 δρχ. αφορούν την έκδοση εγγυητικών επιστολών για τη λειτουργία του εργοστασίου (κυρίως την έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής πορτοκαλιών και αγοράς πρώτης ύλης - πορτοκαλιών - από τους παραγωγούς). Η ενάγουσα αποδέχθηκε την εγκριτική αυτή απόφαση και στις 14-3-1997 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη πράξη στην .../1997 σύμβαση πίστωσης και στα πλαίσια αυτής, με την οποία συμφωνήθηκε και χορηγήθηκε δάνειο 400.000.000 δρχ.
για την αγορά του εργοστασίου, κονδύλιο που εγγράφηκε στον τηρούμενο από την εναγομένη αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως είχαν εγγραφεί και οι χορηγηθείσες, κατά τα ανωτέρω, μέχρι τότε εγγυητικές επιστολές. Την ίδια ημέρα η εναγομένη απελευθέρωσε εγγυήσεις (ενέχυρο επί χρεογράφων), που της είχαν παράσχει προηγουμένως η ενάγουσα και οι εταιρίες του ομίλου Μ.
και μέτοχοι αυτών, ύψους 320.000.000 δρχ. και έτσι καταβλήθηκε ολόκληρο το τίμημα αγοράς των 720.000.000 δρχ. προς την Αγροτική Τράπεζα κατά ένα μέρος με το δάνειο της εναγομένης και κατά το υπόλοιπο με τα κεφάλαια της εναγούσης και των λοιπών εταιριών του ομίλου, που αποδεσμεύτηκαν και όχι με δανεισμό του ποσού αυτού από τρίτους, όπως ισχυρίζεται η ίδια, υπογράφηκε δε κατόπιν αυτού η μεταβιβαστική της κυριότητας του εργοστασίου σύμβαση.
Η ενάγουσα, κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης, συναίνεσε, πριν και μετά την υπογραφή της πρόσθετης σύμβασης, σε εγγραφή προσημειώσεων στο εργοστάσιο ... και σε ακίνητα των εγγυητών και εταιριών του ομίλου Μ., ύψους τετρακοσίων και τριακοσίων τριάντα εκατομμυρίων δραχμών, αντίστοιχα, για την εξασφάλιση της απαιτήσεως από το δάνειο, αλλά και των εγγυήσεων από τις οποίες παραιτήθηκε, προκειμένου να ρευστοποιηθούν τα χρεόγραφα.
Το έτος 1999 επίσης χορήγησε συναινετική προσημείωση για την ίδια αιτία ύψους 100.000.000 δρχ., συνολικά δηλαδή έχει χορηγήσει προσημειώσεις για εξασφάλιση απαιτήσεων της εναγομένης από την σύμβαση πίστωσης, ύψους 830.000.000 δρχ. Περαιτέρω, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα, σε διάστημα τριών μηνών από την υπογραφή της πρόσθετης σύμβασης δανείου, από 14-3-1997 έως 18-6-1997, συνολικό ποσό 121.177.837 δρχ., δυνάμει των από 14-3-1997, 19-3-1997, 12 και 23-5-1997, 6 και 18-6-1997 ενταλμάτων πληρωμής της εναγομένης, ποσά που ενεγράφησαν ως κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού, καλύπτοντας έτσι το σύνολο του εγκριθέντος κατά τα ανωτέρω δανείου, μαζί με τις χορηγηθείσες, κυρίως κατά το πρώτο τρίμηνο του 1997, προαναφερόμενες εγγυητικές επιστολές, συνολικού ποσού 233.704.000 δρχ., οι οποίες εγγράφηκαν μεν ως κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά δεν κατέπεσαν.
Το επόμενο έτος 1998, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα, στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης, 61.000.000 δρχ. για κεφάλαια κίνησης και το έτος 1999 δρχ. 188.048.299, όπως προκύπτει από τα εντάλματα πληρωμής της εναγομένης από 31-3-1998 και 5-5-1998 για το έτος 1998 και από 25, 26, 27 και 29-1-1999, από 1,3 5, 12, 16 και 23-2-1999, από 1, 5 και 23-3-1999 και 9-7-1999 για το έτος 1999, ήτοι η εναγομένη χορήγησε συνολικά ποσό 770.226.136 δρχ.
σε διάστημα δύο ετών περίπου από την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης πλέον των εγγυητικών επιστολών που εξέδωσε. Το έτος 1998 επίσης χορήγησε στην ενάγουσα δάνειο σε ξένο νόμισμα (γιεν), το συνολικό ύψος του οποίου σε δραχμές ανέρχεται σε 250.182.426 δρχ., ποσά τα οποία όλα έχουν γραφεί ως κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Με την καταβολή των ποσών αυτών, που έγινε στα πλαίσια της .../1997 σύμβασης, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ανώτατο σχεδόν ποσό του πιστωτικού ορίου της σύμβασης πίστωσης και όχι μόνο το ποσό των 400.000.000 δρχ., όπως αυτή ισχυρίζεται.... Σύμφωνα με όσα κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η .../1997 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό, με σκοπό να χρηματοδοτηθεί το νέο, σε σχέση με τις προηγούμενες δραστηριότητες, επιχειρηματικό σχέδιο της εναγούσης, περί αγοράς δηλαδή και λειτουργίας του εργοστασίου ..., σκοπός που δεν τέθηκε μεν ως όρος στη σύμβαση πίστωσης, ήταν γνωστός όμως στην εναγομένη Τράπεζα, που είχε παράσχει σχετικές εγγυητικές επιστολές για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, την προσωρινή λειτουργία του εργοστασίου και τη μελέτη του φακέλου βιωσιμότητας.
Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε το ανώτατο πιστωτικό όριο, αλλά και ο τρόπος που θα γίνει η χρήση του από την ενάγουσα, δηλαδή με ειδικές επιταγές που θα της χορηγηθούν ή με εντολές προς πληρωμή ή για άνοιγμα ενέγγυας πίστωσης ή για έκδοση εγγυητικών επιστολών ή με αποδείξεις λήψης χρημάτων (χωρίς οι τρόποι αυτοί να είναι περιοριστικοί), σύμφωνα με τον 4ο όρο της σύμβασης.
Επομένως από τον όρο αυτό σαφώς συνάγεται ότι η παροχή της πίστωσης προς την πιστούχο ενάγουσα γίνεται μεν κατόπιν αιτήσεώς της, όχι όμως μόνο με την καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά με άλλες μορφές παροχής πίστωσης, όπως ενδεικτικά αναφέρεται η ενέγγυα πίστωση και η έκδοση εγγυητικών επιστολών, μέσα στο καθορισμένο ανώτατο όριο πίστωσης, η οποία έτσι επιτελεί το ρόλο της ως σύμβασης πλαισίου, κατά τα ανωτέρω.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η πιστούχος θα λαμβάνει τα εκάστοτε ποσά της πίστωσης κατόπιν εκδόσεως σχετικών εγκριτικών αποφάσεων της εναγομένης, όπως προκύπτει από τον 10ο όρο της σύμβασης. Στα πλαίσια αυτής της σύμβασης, κατόπιν εκδόσεως κατά τη συμφωνία τους της σχετικής εγκριτικής απόφασης της εναγομένης για παροχή δανείου ύψους 750.000.000 δρχ., καταρτίσθηκε η πρόσθετη στη βασική σύμβαση πίστωσης σύμβαση δανείου και καταβλήθηκαν 400.000.000 δρχ.
για τη χρηματοδότηση μέρους της αγοράς παγίων (εργοστασίου) από την ενάγουσα, ενώ το υπόλοιπο μέρος του εγκριθέντος δανείου κάλυψε τα χορηγηθέντα κεφάλαια κίνησης του εργοστασίου και τις εγγυητικές επιστολές. H άμεση εκταμίευση και χορήγηση στην ενάγουσα σε χρήματα ολόκληρου του πιστωτικού ορίου της σύμβασης αυτής, ούτε από τη φύση και λειτουργία της σύμβασης πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό,..., ούτε από τη συγκεκριμένη σύμβαση και τους όρους της προκύπτει.
Αντιθέτως, σαφώς προκύπτει από αυτή, ότι η πίστωση θα χορηγηθεί με διάφορες μορφές και όχι μόνο με καταβολή μετρητών. Άλλωστε στον προαναφερόμενο τρόπο χρηματοδότησης (χορήγηση δανείου 750.000.000 δρχ. στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης, με κατανομή αυτού σε κεφάλαια για αγορά παγίων, κίνησης και για χορήγηση εγγυητικών επιστολών), τον οποίο τρόπο αποδέχθηκε η ενάγουσα λαμβάνοντας γνώση της εγκριτικής απόφασης, η εναγομένη κατέληξε κατόπιν δικής της μελέτης και ακολουθώντας πάγια τραπεζική τακτική περί μη χρηματοδοτήσεως της αγοράς, ειδικότερα των παγίων στοιχείων εξ ολοκλήρου, αλλά συνήθως σε ποσοστό 70%, προκειμένου ο πιστούχος να αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο των αποφάσεών του, αλλά και για να μην επιβαρύνεται, αμέσως μετά την έναρξη λειτουργίας της, η χρηματοδοτούμενη επιχείρηση με μεγάλο χρηματοοικονομικό κόστος (τόκους).
Η ενάγουσα δεν προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, ο οποίος έχει κενά και ασάφειες, ώστε να χρήζει ερμηνείας, σύμφωνα με τα άρθρα 173, 200 Α.Κ., κατά την οποία ερμηνεία να προκύπτει ότι συμφωνήθηκε η άμεση κατά την κατάρτιση αυτής εκταμίευση και χορήγηση όλου του ποσού της πίστωσης, όπως ισχυρίζεται.
Εξάλλου, ούτε προφορικά αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε η άμεση εκταμίευση και καταβολή όλου του ποσού της πίστωσης μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα πριν την υπογραφή των συμβάσεων και με μόνη την προοπτική συμμετοχής της στο διαγωνισμό, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Τούτο δεικνύει και η αναφορά της ίδιας της εναγούσης στην αίτησή της προς χορήγηση εγγυητικής κατά τα ανωτέρω επιστολής για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, περί του ότι δηλαδή της επισημάνθηκε από πλευράς εναγομένης ότι δεν δεσμεύεται να χρηματοδοτήσει την αγορά της ..., πριν εξετάσει τη μελέτη του επενδυτικού φακέλου, που τυχόν υποβληθεί και αξιολογήσει το βαθμό κάλυψης των πιστοδοτικών κριτηρίων.
Άλλωστε, οι διάδικοι είναι αμφότερες ανώνυμες εταιρίες, που συμβάλλονται και δεσμεύονται από δηλώσεις βουλήσεως προσώπων, που κατά νόμο τις εκπροσωπούν και οι οποίες εκφράζονται κατά κανόνα εγγράφως, ενώ για την εξαιρετικώς επικαλούμενη δέσμευση αυτών με προφορική συμφωνία, τέτοιας μάλιστα σημασίας, όπως είναι η άμεση καταβολή ενός δις δραχμών, η ενάγουσα ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει μεταξύ ποίων εκπροσώπων των διαδίκων συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν αποδεικτικά οι ισχυρισμοί αυτοί ως αληθείς, ενόψει του ότι οι εκπρόσωποι ειδικότερα της εναγομένης και οι αρμόδιοι υπάλληλοί της για τη λήψη απόφασης, που αφορά τη χορήγηση πίστωσης τόσο μεγάλου ύψους, όσο η επίδικη, βρίσκονται στο κεντρικό κατάστημα αυτής στην … και όχι στο Υποκατάστημα αυτής στην …, όπου εδρεύει η ενάγουσα.
Εξάλλου, αν υπήρχε τέτοια προφορική συμφωνία και η ανάγκη για άμεση λήψη του πιο πάνω ποσού, δεν εξηγείται επαρκώς από την ενάγουσα για ποιό λόγο δεν υπογράφηκε εξ αρχής μια σύμβαση δανείου του ύψους που αυτή επιθυμούσε, αλλά καταρτίσθηκε μια σύμβαση πλαίσιο με παροχή πιστώσεων διαφόρων ειδών, όπως η κατόπιν μελέτης έγκριση δανείου, που κάλυπτε διαφορετικά μέρη του επιχειρηματικού σχεδίου (πάγια, κεφάλαια κίνησης, εγγυήσεις).
Επίσης, εφόσον υπήρχε η ανάγκη άμεσης λήψης όλου του ποσού και η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η εναγομένη δεν θα προβεί στην καταβολή του, δεν εξηγείται γιατί δεν προέβη σε άμεσο δανεισμό από άλλη Τράπεζα (δανεισμό που επικαλείται ως ζημία της από την μη άμεση εκταμίευση της πίστωσης), αλλά προέβη σε τέτοιο δανεισμό από την Αγροτική Τράπεζα ύψους 370.000.000 δρχ., τρία έτη περίπου μετά την κατάρτιση της σύμβασης το έτος 2000.
Σύμφωνα με όσα κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το σύνολο σχεδόν της πίστωσης που συμφωνήθηκε με την .../1997 σύμβαση, μέσα σε διάστημα δύο ετών περίπου και όχι μόνο ποσό 400.000.000 δρχ, που ισχυρίζεται η ενάγουσα, ενώ δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης "ακριβόχρονης εκτέλεσης", με την άμεση εκταμίευση, δηλαδή όλου του πιστωτικού ορίου κατά την κατάρτιση της σύμβασης, όπως επίσης ισχυρίζεται η ενάγουσα...
Συνακόλουθα, ουδεμία αντισυμβατική ή αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά επέδειξε κατά την εκπλήρωση της παροχής της, ούτε άσκησε δικαιώματα κατά τρόπο που να υπερβαίνουν τα τασσόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ. όρια και συνεπώς παράνομα, κατά τα άρθρα 914, 919 Α.Κ., παρέχοντας την πίστωση κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε μετά την προηγούμενη εκάστοτε έκδοση εγκριτικής για κάθε χορήγηση αποφάσεως, όπως είχε συμφωνηθεί.
Επομένως, η επικαλούμενη ζημία της από τη διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου κατά το έτος 2000, συνιστάμενη στο δανεισμό της από τρίτους και στα κέρδη που απώλεσε, τόσο κατά την πρώτη πενταετία λειτουργίας του, όσο και κατά τα υπόλοιπα 43 έτη διάρκειας της ίδιας, που θα εξακολουθούσε να λειτουργεί το εργοστάσιο, δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, ώστε να υποχρεούται αυτή να την ανορθώσει, καταβάλλοντας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει ότι τη ζημία της αυτή η ενάγουσα σαφώς συνδέει με την μη αποδειχθείσα παράλειψη άμεσης εκταμίευσης σε χρήμα όλου του πιστωτικού ορίου της σύμβασης, αλλά και στην πλημμελή χρηματοδότησή της με την καταβολή μέρους μόνο της πίστωσης από 400.000.000 δρχ., που επίσης δεν αποδείχθηκε και όχι στην άκαιρη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο του τηρουμένου λογαριασμού κατά το έτος 2000, ώστε να κριθεί αν το συμβατικό δικαίωμα εναγομένης περί μονομερούς λύσεως της σύμβασης με καταγγελία και κηρύξεως του δανείου ληξιπροθέσμου και απαιτητού, με τις αναφερόμενες στη σύμβαση προϋποθέσεις, είναι επίσης γενικός όρος των συναλλαγών, που διαταράσσει υπέρμετρα την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και συνεπώς άκυρος κατά το άρθρο 2 Ν. 2251/1994, περί προστασίας των καταναλωτών.
Ομοίως, δεν ελέγχεται η εγκυρότητα κατά τον ίδιο νόμο, αλλά και κατά τις διατάξεις των άρθρων 179 Α.Κ. περί ακυρότητας δικαιοπραξίας, που επιτεύχθηκε με την εκμετάλλευση της ανάγκης άλλου, και 372 ΑΚ περί προσδιορισμού της παροχής κατά την απόλυτη κρίση ενός των συμβαλλομένων, του 11ου όρου της σύμβασης πίστωσης κατά τον οποίο η εναγομένη έχει δικαίωμα να κλείνει ή να αναστέλλει τη χρήση της χορηγηθείσης πίστωσης ή και να περιορίζει την πίστωση οποτεδήποτε, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη δεν έκανε χρήση του όρου αυτού της σύμβασης, περιορίζοντας το πιστωτικό της όριο, το οποίο αντίθετα εξάντλησε σχεδόν ολοσχερώς".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) και τους προσθέτους αυτής λόγους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, με συμπλήρωση και εν μέρει αντικατάσταση των αιτιολογιών της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι η μη άμεση εκταμίευση ολόκληρου του πιστωτικού ορίου της ένδικης σύμβασης σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεν στοιχειοθετεί ενδοσυμβατική ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής.
Και τούτο, διότι, ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως άνω πραγματικών περιστατικών, ότι δηλαδή η ένδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό καταρτίστηκε ως σύμβαση πλαίσιο με σκοπό τη χρηματοδότηση της αγοράς και λειτουργίας του προαναφερόμενου εργοστασίου, χωρίς όμως να υπάρξει συμφωνία για την άμεση εκταμίευση ολόκληρου του πιστωτικού ορίου, αλλά η αναιρεσείουσα μπορούσε, εκάστοτε, να λαμβάνει ποσά της πίστωσης κατόπιν εκδόσεως σχετικών εγκριτικών αποφάσεων της αναιρεσίβλητης, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της τελευταίας δεν υπήρξε αντισυμβατική ούτε και παράνομη, κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ λόγω αντίθεσης αυτής προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή λόγω άσκησης από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματός της κατά τρόπο που υπερβαίνει τα τασσόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ.
όρια και, συνακόλουθα, η αναιρεσίβλητη δεν υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα δε, δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής οι παραδοχές του Εφετείου α) ότι η ένδικη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό καταρτίστηκε μεν με σκοπό τη χρηματοδότηση του επιχειρηματικού σχεδίου της αναιρεσείουσας για την αγορά και λειτουργία του εργοστασίου, πλην όμως, καταρτίστηκε ως σύμβαση πλαίσιο για την κάλυψη πιστώσεων κάθε είδους (δάνεια, εγγυητικές επιστολές κλπ), δηλαδή ότι η σύμβαση και το συμφωνηθέν πιστωτικό όριο του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών δεν αφορούσε τη χορήγηση ισόποσου δανείου αλλά αφορούσε τόσον άμεση όσον και έμμεση πίστωση, β) ότι δεν υπήρξε συμφωνία για άμεση εκταμίευση και χορήγηση στην ενάγουσα σε χρήματα ολόκληρου του πιστωτικού ορίου, καθόσον ούτε η σύμβαση καταρτίστηκε ως σύμβαση "ακριβόχρονης εκτέλεσης" ούτε και προφορικά καταρτίστηκε τέτοια συμφωνία περί άμεσης εκταμίευσης, αλλά, αντιθέτως, η πιστούχος αναιρεσείουσα θα ελάμβανε το ποσό ή τα επί μέρους ποσά της πίστωσης με βάση αίτησή της, κατόπιν εκδόσεως σχετικών εγκριτικών αποφάσεων της αναιρεσίβλητης, γ) ότι στο πλαίσιο λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, κατόπιν εκδόσεως της από 10-3-1997 απόφασης της αναιρεσίβλητης, εγκρίθηκε η πιστοδότηση της ενάγουσας με το συνολικό ποσό των 750.000.000 δρχ, από το οποίο ποσό 400.000.000 δρχ αφορούσε την αγορά παγίων στοιχείων (εργοστασίου), 100.000.000 δρχ.
κεφάλαια κίνησης και 250.000.000 δρχ. την έκδοση εγγυητικών επιστολών για τη λειτουργία του εργοστασίου, η δε αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την εγκριτική αυτή απόφαση και στις 14-3-1997 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη πράξη, με την οποία συμφωνήθηκε και χορηγήθηκε σ' αυτή δάνειο 400.000.000 δρχ για την αγορά του εργοστασίου, ενώ το υπόλοιπο μέρος του εγκριθέντος ποσού κάλυψε τα χορηγηθέντα κεφάλαια κίνησης του εργοστασίου και τις εγγυητικές επιστολές και δ) ότι η αναιρεσίβλητη σε διάστημα δύο ετών περίπου από την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης χορήγησε στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 770.226.136 δρχ, επίσης άλλο δάνειο σε ξένο νόμισμα ύψους 250.182.426 δρχ, καθώς και εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 233.704.000 δρχ, καταβάλλοντας έτσι στην αναιρεσείουσα το ανώτατο σχεδόν ποσό του πιστωτικού ορίου της σύμβασης πίστωσης.
Οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ελλείψεις, ότι δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση τυχόν καταβολές εκ μέρους της αναιρεσείουσας ούτε και προσδιορίζεται σαφώς πως προκύπτει το προσωρινό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού δύο έτη μετά την υπογραφή της σύμβασης και, συνακόλουθα, ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ανώτατο σχεδόν ποσό του πιστωτικού ορίου της σύμβασης πίστωσης, δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, εκτίθεται σαφώς, δεδομένου μάλιστα ότι η υπό κρίση διαφορά δεν απορρέει από αμφισβήτηση του ύψους του καταλοίπου του τηρηθέντος για τη λειτουργία της σύμβασης πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ανεξαρτήτως αυτών, η παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα "το ανώτατο σχεδόν ποσό του πιστωτικού ορίου" της σύμβασης πίστωσης ουδεμία ασάφεια προκαλεί, αφού αναφέρονται συγκεκριμένα ποσά, το ακριβές ύψος των οποίων προκύπτει με απλό αριθμητικό υπολογισμό. Εξάλλου, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 παραβίασε το Εφετείο με κακή εφαρμογή, αφού με βάση τα συγκροτούντα το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης πραγματικά περιστατικά, αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει και της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά την οποία η ζημία της αναιρεσείουσας οφείλεται στην παράλειψη άμεσης εκταμίευσης ολόκληρου του πιστωτικού ορίου της σύμβασης και όχι στην άκαιρη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο του τηρουμένου για τη λειτουργία αυτής λογαριασμού.
Επομένως, οι πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος), δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος), τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος), πέμπτος (κατά το πρώτο σκέλος) και έκτος (κατά το τρίτο σκέλος) λόγοι του κυρίως δικογράφου, καθώς και οι τρίτος, πέμπτος και έκτος (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, και με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, εντελώς εσφαλμένα ερμήνευσε την ένδικη σύμβαση, καθόσον δεν εξέθεσε περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της πίστωσης, ώστε να εκπληρούται ο σκοπός της σύμβασης που ήταν η αγορά και η λειτουργία του εργοστασίου.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τους σχετικούς όρους της σύμβασης ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών. Κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, συνεπώς, οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 1231/2015, ΑΠ 1409/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. Ι σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο εφετείο ισχυρισμό ότι "το υπ' αριθμ. .../13-1-1997 εισηγητικό σημείωμα που αφορούσε τη σχετική εισήγηση του υποκαταστήματος...
της Άρτας προς τα Κεντρικά με θέμα τη σύναψη της συμβάσεως ανοιχτού λογαριασμού και όχι τη χρηματοδότηση της εκκαλούσας για την αγορά και λειτουργία του εργοστασίου ..., η οποία αποτελούσε αίτημα της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) μετά την υπογραφή της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού". Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι δεν ήταν αυτή που υπέβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό, που, κατά την αιτίαση, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αλλά η αναιρεσίβλητη αντίδικός της.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον πέραν του ότι αναφέρεται σε αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, σχετικά με το σκοπό κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πίστωσης, επί πλέον, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είχε αυτοτέλεια, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αφηρημένως λαμβανόμενα, δεν οδηγούν στη γέννηση του αγωγικού δικαιώματος.
Επίσης, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να αντικρούσει την ιστορική βάση της αγωγής. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, και με τον έκτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 α' ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον δήθεν ισχυρισμό της, ότι είχε συμφωνήσει πριν τον διαγωνισμό με την αναιρεσίβλητη να προβεί η τελευταία στην εκταμίευση και την καταβολή σε αυτή του ποσού των 1 δις δραχμών με μόνη της συμμετοχή στο διαγωνισμό.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν εξέτασε ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί προφορικής συμφωνίας (πριν τη διενέργεια του διαγωνισμού) για την άμεση εκταμίευση του ποσού της πίστωσης πριν την υπογραφή της σύμβασης, αλλά ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πράγματι υποβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι πριν την υπογραφή της ένδικης σύμβασης και ενόψει της συμμετοχής αυτής στο διαγωνισμό, είχε συμφωνήσει προφορικά με την αναιρεσίβλητη να προβεί η τελευταία στην εκταμίευση ολόκληρου του ποσού της πίστωσης αμέσως μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.
Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η περί επιδείξεως εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 2095/2009).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι στην περίπτωση αυτή δεν αφήνει την αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 1586/2008, ΑΠ 1006/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για την άσκηση αναίρεσης, αλλά και για κάθε λόγο αυτής, απαιτείται να υπάρχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται δε για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης.
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ, συνεπάγεται δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 2136/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος αυτού, μέρος δεύτερο), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρoυ 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος επίδειξης εγγράφου, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι, ενώ με τις προτάσεις της στο εφετείο υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο, να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να επιδείξει το με αριθμό .../13-1-1997 εισηγητικό του υποκαταστήματος Άρτας προς την Κεντρική Διεύθυνση αυτής, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε η υπάλληλος του υποκαταστήματος κ.
Σ. (προϊσταμένη χορηγήσεων) και από το οποίο προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση πίστωσης καταρτίστηκε αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση αυτής (αναιρεσείουσας) με 1 δις δρχ για την αγορά και λειτουργία του εργοστασίου ..., παρ' όλα αυτά, το Εφετείο άφησε αδίκαστο το παραπάνω αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε παραδεκτά και ήταν πρόσφορο για την απόδειξη του πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού της.
Ο παραπάνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τη βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη του οποίου ζήτησε την επίδειξη του προαναφερόμενου εγγράφου, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, η ένδικη .../1997 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, πράγματι, "με σκοπό να χρηματοδοτηθεί το νέο, σε σχέση με τις προηγούμενες δραστηριότητες, επιχειρηματικό σχέδιο της εναγούσης (αναιρεσείουσας), περί αγοράς δηλαδή και λειτουργίας του εργοστασίου ...".
Ανεξαρτήτως αυτού, όσον αφορά το συγκεκριμένο αίτημα της αναιρεσείουσας προς επίδειξη του επίμαχου .../13-1-1997 εισηγητικού του υποκαταστήματος Άρτας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Αφού λήφθηκε υπόψη το σχέδιο αυτό της οικονομικής έρευνας, αλλά και η θετική εισήγηση για τη χρηματοδότηση από το Υποκατάστημα Άρτας με το υπ' αριθ. .../13-1-1997 έγγραφο, εκδόθηκε εγκριτική απόφαση της Δ/νσης Επιχειρήσεων της εναγομένης, στις 10-3-1997, όπως εμφαίνεται από την τεθείσα επί του εγγράφου αυτού ημερομηνία.
Με την απόφαση αυτή εγκρίθηκε η πιστοδότηση της εναγούσης με το συνολικό ποσό των 750.000.000 δρχ. με τους λοιπούς όρους, που αναφέρονται σ' αυτή (το έγγραφο .../97 προσκομίζει η εναγομένη, του οποίου την επίδειξη ζητεί με τις προτάσεις η ενάγουσα), από το οποίο ποσό 400.000.000 δρχ. αφορούν την αγορά παγίων στοιχείων (εργοστασίου), 100.000.000 δρχ.
αφορούν κεφάλαια κίνησης και 250.000.000 δρχ. αφορούν την έκδοση εγγυητικών επιστολών για τη λειτουργία του εργοστασίου (κυρίως την έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής πορτοκαλιών και αγοράς πρώτης ύλης - πορτοκαλιών - από τους παραγωγούς)". Προκύπτει, επομένως, ότι το Εφετείο δίκασε την ανωτέρω αίτηση της αναιρεσείουσας αλλά απέρριψε αυτήν, εμμέσως πλην σαφώς, ως άνευ αντικειμένου, κρίνοντας (έστω και εσφαλμένα) ότι το ανωτέρω έγγραφο είχε προσκομιστεί.
Κατά συνέπεια, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης (κατά το υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος αυτού, μέρος δεύτερο), είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, καθό μέρος προβάλλεται με αυτόν, ομοίως, η από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από αυτά που ζήτησε η αναιρεσίβλητη, καθόσον, ενώ η τελευταία ισχυρίστηκε ότι με το εισηγητικό σημείωμα .../13-1-1997 έγινε εισήγηση μόνον για την υπογραφή της ένδικης σύμβασης, παρ' όλα αυτά με την αναιρεσιβαλλόμενη έγινε δεκτό ότι το εν λόγω έγγραφο εισηγείται και την χρηματοδότηση του εργοστασίου, είναι αβάσιμος, αφού, πέραν του ότι δεν πρόκειται για αυτοτελές αίτημα της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν ιδρύεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου.
Επίσης, αβάσιμοι είναι και οι πρώτος λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος) του κυρίως δικογράφου και τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει και πάλι την από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα αγωγικά αιτήματα, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο απεφάνθη επί όλων των αγωγικών αιτημάτων, που κρίθηκαν νόμιμα και επαναφέρθηκαν με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 709/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, 1185/2010), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποια αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 595/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος αυτού, μέρος πρώτο), αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πράγματι προσκομισθείσας από την αναιρεσίβλητη από 12-3-1997 εγκριτικής απόφασης της Δ/νσης Πελατείας Επιχειρήσεων της τράπεζας, καθόσον ανέγνωσε μόνον ένα μέρος στο άνω δεξιό τμήμα αυτού, που περιείχε τον αριθμό του εισηγητικού .../13-1-1997, παραλείποντας να αναγνώσει το υπόλοιπο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, από το οποίο προέκυπτε ότι δεν επρόκειτο για το ανωτέρω εισηγητικό έγγραφο του Υποκαταστήματος Άρτας, του οποίου την επίδειξη πράγματι ζήτησε η αναιρεσείουσα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, με αποτέλεσμα, στηριζόμενο κυρίως στη παραμορφωθείσα ως άνω εγκριτική απόφαση της αναιρεσίβλητης, να καταλήξει στο επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα ως προς το υποβληθέν αίτημά της για επίδειξη του προαναφερόμενου εισηγητικού, δεχόμενο εσφαλμένως ότι αυτό είχε προσκομιστεί από την αναιρεσίβλητη.
Επίσης, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 59 αρ. 11 β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. .../13-1-1997 εισηγητικό έγγραφο του Υποκαταστήματος Άρτας, το οποίο ούτε επικαλέστηκε ούτε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη.
Αμφότεροι οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, καθόσον τόσο το επικαλούμενο, συνεπεία της παραμόρφωσης του ανωτέρω εγγράφου, επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, όσο και ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο, αφορούν το απορριφθέν αίτημα της αναιρεσείουσας προς επίδειξη του ανωτέρω υπ' αριθμ. .../134-1997 εισηγητικού εγγράφου του Υποκαταστήματος Άρτας, για την οποία (επίδειξη), όμως, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με όσα αναλυτικώς εκτέθηκαν κατά την εξέταση του αμέσως προηγούμενου αναιρετικού λόγου.
Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπηση της αναφερόμενης σ' αυτή από 10-3-1997 (ορθόν 12-3-1997) εγκριτικής απόφασης της Δ/νσης Πελατείας Επιχειρήσεων της αναιρεσίβλητης, της οποίας φωτοαντίγραφο με το αληθινό περιεχόμενο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και με την οποία εγκρίθηκε η πιστοδότηση της αναιρεσείουσας συνολικού ποσού 750.000.000 δρχ, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του επίμαχου ως άνω εγγράφου, ούτε και ανέγνωσε μέρος αυτού, δεδομένου ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτεταμένο μέρος της εν λόγω εγκριτικής απόφασης, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε στην κρίση, ότι αυτό ήταν το έγγραφο, του οποίου την επίδειξη ζήτησε με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, δηλαδή, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης (κατά το υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος αυτού, μέρος πρώτο) είναι αβάσιμος, αφού η πιο πάνω εκτίμηση από το Εφετείο, έστω και εσφαλμένη, δεν θεμελιώνει "παραμόρφωση", υπό την έννοια του άνω άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό, αλλά εκτιμητικό. Επίσης, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με το δεύτερο πρόσθετο λόγο (από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι συνεκτίμησε το περιεχόμενο του πιο πάνω μη νομίμως επικληθέντος από την αναιρεσίβλητη εγγράφου και κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, στήριξε το πόρισμά της, ότι η ένδικη σύμβαση πίστωσης καταρτίστηκε ως σύμβαση πλαισίου με σκοπό τη χρηματοδότηση της αγοράς και λειτουργίας του εργοστασίου, χωρίς ωστόσο συμφωνία για άμεση εκταμίευση ολόκληρου του ποσού της πίστωσης, κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης και μόνο επικουρικώς στο ανωτέρω εισηγητικό έγγραφο του Υποκασταστήματος Άρτας, του οποίου δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο Εφετείο και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος.
Περαιτέρω, με τον έκτο (κατά το πρώτο σκέλος) λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, επίσης, του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι αυτό από αναγνωστικό σφάλμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κρίσιμης ένδικης σύμβασης, καθόσον κατά την ανάγνωση του 4ου και 10ο όρου αυτής, αφενός μεν παρέλειψε να αναγνώσει ουσιώδη σημεία των όρων αυτών, αφετέρου δε δέχθηκε ότι ο τρόπος καταβολής της πίστωσης ρυθμίζεται και από τους δύο ανωτέρω όρους.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με την σύμβαση .../1997 συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ότι η χρήση της πίστωσης μέχρι του ύψους του ποσού που συμφωνήθηκε θα γίνεται με επιταγές από ειδικό στέλεχος, που θα χορηγηθεί στον πιστούχο ή με εντολές του προς πληρωμή, είτε για χορήγηση ενέγγυας πίστωσης, είτε για την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή με αποδείξεις λήψης χρημάτων και ότι η κατά τα άνω χρήση της πίστωσης γίνεται με αίτηση του πιστούχου προς ευκολία του και με δική του ευθύνη, καθώς και ότι αν η πίστωση χρησιμοποιηθεί για την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπολογίζεται μεν σε βάρος του λογαριασμού όλο το ποσό της επιστολής, αλλά δεν καθίσταται τοκοφόρο παρά μόνο αν καταπέσει και για το ποσό που θα καταπέσει τυχόν η επιστολή (όρος 4).
Ότι o πιστούχος έχει την υποχρέωση να αποδίδει στην τράπεζα τα ποσά που κάθε φορά αναλαμβάνει στα πλαίσια της πίστωσης μέσα στις εκάστοτε τασσόμενες προθεσμίες από τις εγκριτικές αποφάσεις της Τράπεζας, οι οποίες εκδίδονται μέσα στο πλαίσιο των γενικών ή ειδικών αποφάσεων των νομισματικών αρχών ή άλλου αρμοδίου οργάνου (όρος 10)".
Από τη σύγκριση, όμως, του ανωτέρω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο πλήρες περιεχόμενο των ανωτέρω δύο όρων της επίμαχης σύμβασης, προκύπτει αφενός μεν ότι οι παραλειφθείσες περικοπές δεν είναι κρίσιμες, αφετέρου δε ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση των δύο επίμαχων όρων, αφού το ουσιώδες περιεχόμενό τους παρατίθεται κατά λέξη στην προσβαλλόμενη απόφαση και, πράγματι, στον όρο 10 γίνεται λόγος για έκδοση εγκριτικών αποφάσεων, αλλά απλώς κατέληξε, χωρίς να διαγνώσει κενό ή ασάφεια, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενό τους, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Επομένως, ο έκτος (κατά το πρώτο σκέλος), εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., (ΑΠ 29/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο (κατά το δεύτερο σκέλος), τέταρτο (κατά το πρώτο σκέλος) και έκτο (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Συγκεκριμένα: 1) με τον τρίτο λόγο υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη, την από 2-6-1999 εγκριτική απόφαση επί του υπ' αριθμ. .../29-3-1999 εισηγητικού του Υποκαταστήματος Άρτας και τις από 22-3-1999, 23-9-1999 και 25-9-1999 δανειακές καρτέλες της αναιρεσίβλητης, που προσκόμισε προς αντίκρουση του ισχυρισμού της ότι είχε εκπληρώσει την ένδικη συμβατική υποχρέωσή της να χορηγήσει σε αυτή ποσό 1 δις δραχμών, αφού από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη μείωσε το πιστωτικό όριο σε 673.310.000 δρχ. 2) με τον τέταρτο λόγο προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τα από 13-5-2005 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας επί προηγούμενης δίκης που ανοίχθηκε με την από 28-7-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του εξετασθέντος στη δίκη εκείνη μάρτυρα Β.
Τ., την οποία επικαλέστηκε προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι είχε συμφωνήσει με την αναιρεσίβλητη την χρηματοδότηση του εργοστασίου ... πριν τη διενέργεια του διαγωνισμού της 21-11-1996. 3) με τον έκτο λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από Νοεμβρίου 1997 έγγραφο εξέτασης χρηματοοικονομικών στοιχείων του ομίλου εταιρειών Γ.
Μ., το οποίο επικαλέστηκε προς απόδειξη της ελλιπούς χρηματοδότησης του εργοστασίου ... από την αναιρεσίβλητη. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος), τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος) και έκτος (κατά το δεύτερο σκέλος), από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος, και με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι με την ένδικη σύμβαση δεν συμφωνήφθηκε η χορήγηση του συνόλου της πίστωσης αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης και ότι σε χρονικό διάστημα δύο ετών η αναιρεσίβλητη είχε χορηγήσει σχεδόν ολόκληρο το ποσό της πίστωσης.
Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον όλες οι λοιπές αιτιάσεις που είναι διάσπαρτες σε όλους του λόγους της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, πλήττουν, με επίφαση την επίκληση παραβάσεων των ως άνω αναιρετικών λόγων, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 50/2020,ΑΠ 977/2017), πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων αυτής λόγων και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τους επ' αυτής από 7-1-2020 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2607/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ