Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
912/2021 KI-generiert

Supreme Court annuls insurance judgment, orders restitution of executed funds, and remands case for retrial.

Geschäftsnummer 912/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment regarding an insurance dispute and ordered the restitution of funds already paid by the insurer. The insurer argued for the return of the 21,071.59 euros executed under the annulled decision, while the insured contended the payment was valid. The court ruled that since the execution was proven voluntary or forced, the case must be remitted to a different judge for a new trial with the funds returned.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 579 para. 2 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must order the restoration of things to the pre-execution state when voluntary or forced execution of an annulled judgment is proven, and must remand the case to a different judge for further proceedings.

Schlagwörter

KI-generiert
insurance contract restitution of funds forced execution remand for retrial different judge legal costs Code of Civil Procedure Abonnentenversicherung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 1, 2, 9 para. 1 and 27 para. 1 of Law 2496/1997
Articles 33 para. 4 and 34 of Law 2496/1997
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 912 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 912/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Κριεμάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.10.2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 21.10.2010 ανακοίνωση δίκης – παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθήνας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1686/2012, η οποία διορθώθηκε με την 2234/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7730/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-8-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).

Περαιτέρω, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, παρά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).

Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (άρθρο 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο – δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.

Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής (ΑΠ 1895/2008, ΑΠ 11/2006).

Εξάλλου, η διαχειριστική ασφάλιση η οποία είναι μία εντελώς ειδική περίπτωση συμβάσεως, είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ.

VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του από 01.01.2016 με την παρ. 1 του άρθρου 278 του ν. 4364/2016, επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την, κατόπιν αμειβόμενης εντολής, διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί και διαχειρίζεται ως εντολοδόχος Λογαριασμό Καταθέσεως Κεφαλαίων, στον οποίο η επιχείρηση ή ο σύλλογος (εντολέας) καταθέτει χρήματα, εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και, ειδικότερα, όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως μέλους του συλλόγου ή της επιχειρήσεως και οι συμφωνηθέντες, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 361 και 713 επ.

ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή, την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη ή του συλλόγου, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία) στην δημιουργία του κεφαλαίου, αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στην εκτέλεση της εντολής και συγκεκριμένα στην διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν πληρωθεί η αίρεση της συνταξιοδοτήσεως και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση διαχειρίσεως, απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή (σύλλογο ή εργοδότη) και στη συνέχεια να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162/2017).

Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ με τη σύμβαση της εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οι οποίες αν έχουν επιτακτικό (και όχι ενδεικτικό) χαρακτήρα ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ’ αυτές απαρεγκλίτως, μη έχοντας δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος άλλως για κακή εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 860/1987, ΑΠ 997/1975).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η εν λόγω δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

[II] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη (ορθόν:Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 25.07.1977, και απασχολήθηκε έως 30.11.2008, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Διευθυντή, με μέσο όρο ακαθάριστων αποδοχών κατά το τελευταίο έτος πριν από τη συνταξιοδότησή του το ποσό των 64.276,61 ευρώ [...]. Με το με αριθμό …/20-06-1985 ομαδικό ασφαλιστήριο, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), η οποία έφερε την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ, και του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.ΕΠ.Α.ΤΕ), o οποίος το έτος 1998 ενοποιήθηκε με τα λειτουργούντα στην Αγροτική Τράπεζα σωματεία με την επωνυμία ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΤΕ (ΣΥΑΤΕ) και ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΤΕ (ΣΕΑΤΕ), τα οποία λειτουργούν ενοποιημένα με το από 05.11.1998 καταστατικό σε ένα σωματείο με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» (ΣΕΑΤΕ), το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τουσωματείου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΣΕΠΑΤΕ)», συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:

Άρθρο 1 - (Γενικές Διατάξεις): «Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του συμβολαίου και το Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Προνοίας, o οποίος ρυθμίζει τις σχέσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ Συμβαλλομένου και Ασφαλισμένων. [...] Η Εταιρία θα συναλλάσσεται αποκλειστικά με το Συμβαλλόμενο για οποιοδήποτε θέμα που περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο [...] οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής».

Άρθρο 3: (Εισφορές - Τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο - Εγγύηση)

3.1.1. Στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, Συμβαλλόμενος διαβιβάζει στην Εταιρία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα [...].

3.1.2 Με βάση τις παραπάνω πληροφορίες η Εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς που καταβάλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε έτους [...].

3.1.3. Κάθε έτος επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου. Οι διαφορές που τυχόν διαπιστωθούν μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας [...].

3.3.3. Η Εταιρία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κάθε στιγμή [...]. Αν η Εταιρία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει γι' αυτό το Συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού. Δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία μεταβολή δεν γίνεται από την Εταιρία, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής.

Άρθρο 5 - (Γνωστοποίηση Δικαιώματος Παροχής)

5.1. Κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου o Συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει το δικαίωμα παροχής του ασφαλισμένου. Η γνωστοποίηση θα γίνεται με την μορφή που έχει καθορίσει η Εταιρία και θα συμπληρώνεται με ικανοποιητικό τρόπο, ώστε να δίνει η Εταιρία όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την καταβολή της.

5.2. Η Εταιρία έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποδείξεις που εκείνη θα κρίνει ικανοποιητικές για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στη γνωστοποίηση αυτή. Η Εταιρία δεν έχει καμία υποχρέωση για καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, αν δεν λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση.

6.1. Με τη λήψη κανονικά συμπληρωμένης της γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η εταιρία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του Προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση.

6.2. Το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή της παραπάνω παροχής που πρέπει να αναληφθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου υπολογίζεται με βάση το τεχνικό σημείωμα που ισχύει και έχει εγκριθεί από το Υπουργείο εμπορίου.

Άρθρο 10 (Πληροφορίες)

10.3. Κάθε πληροφορία με ασφαλισμένο, η οποία κατά τη χρονική περίοδο της ασφάλισης ή της αποχώρησης αποκαλυφθεί ανακριβής, θα διορθωθεί για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου. Η Εταιρία θα διορθώσει στη συνέχεια τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΑΡ. …/85 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ 20.06.1985, ως Συμβαλλόμενος: ορίζεται o ΣΕΠΑΤΕ, ως Ασφαλισμένος: τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου, ως μηνιαίος μισθός ο συνολικός ακαθάριστος μηνιαίος μισθός που δηλώνει κάθε φορά o συμβαλλόμενος στην εταιρία, ως συντάξιμος μηνιαίος μισθός: ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου 12μηνου πριν από τη συνταξιοδότηση και ως συντάξιμη υπηρεσία ο συνολικός χρόνο παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα από την ημερομηνία ασφάλισης έως τη συνταξιοδότηση. Τέλος, η παροχή του ανωτέρω ασφαλιστικού προγράμματος, την οποία δικαιούται κάθε ασφαλισμένος, κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησης του, υπολογίζεται με ποσό ίσο 15% του συντάξιμου μηνιαίου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο το ποσό δύο συντάξιμων μισθών με την προϋπόθεση ότι ο συνταξιοδοτούμενος θα έχει συμπληρώσει 25 έτη συνολική παραμονής στο Σύλλογο, ενώ για μικρότερο διάστημα θα μειώνεται αναλογικά.

Ο ανωτέρω Γενικός Κανονισμός Προγράμματος Προνοίας του Συμβολαίου …/85 τροποποιήθηκε από 01.01.1996 ως προς το είδος της Παροχής με τη με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη κατόπιν της από 31.01.1997 και της από 12.02.1997 αίτησης του ΣΕΠΑΤΕ και ορίστηκε:

«Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται εφάπαξ παροχής την ημερομηνία κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα που τον καλύπτει. Το ποσό αυτής της παροχής είναι: Συντάξιμος Μηνιαίος Μισθός επί συντάξιμη υπηρεσία επί το ποσοστό όπως, αυτό κατά περίπτωση αναφέρεται παρακάτω:

[..]

3. Όσα μέλη έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ταμειακής ενημερότητας στο ΣΕΠΑΤΕ δικαιούνται ποσοστό ενίσχυσης 8% για κάθε έτος ταμειακής ενημερότητας».

Ακόμη ως μέσος συντάξιμος μηνιαίος μισθός ορίστηκε: «o μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν από τη συνταξιοδότηση επί του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση των εξερχομένων Μελών του Συλλόγου. Για τα εξερχόμενα μέλη από 01.01.1996 μέχρι 31.12.1997 ορίζεται το πλαφόν στο ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού δρχ. 540.000 δρχ.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε στις 30.11.2008, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. …/22-12-2008 έγγραφο του Συλλόγου Εργαζομένων Α.Τ.Ε., όπου βεβαιώνεται ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανήκε στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης και ότι η συντάξιμη υπηρεσία του ανέρχεται σε 30,92 έτη και στο υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9-9-2008 έγγραφο της υποδιεύθυνσης ομαδικών ασφαλίσεων ζωής και υγείας της ΑΤΕ Ασφαλιστικής ο μέσος μηνιαίος μισθός αναφέρεται ως ανερχόμενος στο ποσό των 1.584,74 ευρώ (540.000,00 δρχ.). Όταν η εναγομένη υπολόγισε το ποσό της αποζημίωσης στο ποσό των 3.920,01 ευρώ, το οποίο προέκυπτε ως εξής: 30,92 έτη Χ 8% Χ 1.584,74 εκδίδοντας την με αριθμό πρωτ. .../5-1-2009 εντολή πληρωμής, o ενάγων, εφόσον είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος με τη συνταξιοδότησή του αυτή, και είχε καταστεί δικαιούχος της εφάπαξ παροχής, [...], με το από 31.03.2009 έγγραφό του προς την εναγομένη, το οποίο αποτελεί ενάσκηση του δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 10.3 της ανωτέρω σύμβασης, ζήτησε τη διόρθωση της πληροφορίας ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό.

Η εναγομένη με την έφεσή της ισχυρίζεται ότι ήδη με τη με αριθμό .../1997 Πρόσθετη Πράξη ο μέσος μηνιαίος μισθός ορίστηκε για όλους τους υπαλλήλους του ποσό των 540.000 δρχ. ήτοι 1.584,74 ευρώ, το οποίο είχε άτυπα αναπροσαρμοστεί από 1-1-1996 και συνεχίστηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης το έτος 2013. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι εκτός από το με αριθμό …/1984 ασφαλιστήριο και την με αριθμό .../1997 Πρόσθετη Πράξη, στην οποία αναφέρεται ότι:

Το πλαφόν των 540.000 δρχ. ήτοι 1.584,74 ευρώ ισχύει για το χρονικό διάστημα 1996-1997, η εναγομένη δεν επικαλείται έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτής και του Συλλόγου για τη διατήρηση του πλαφόν, ώστε να αποδεικνύεται η συμφωνία αυτή. Εξάλλου, για τη νόμιμη τροποποίηση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης έπρεπε να έχει ληφθεί έγκυρη απόφαση από το αντισυμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο είτε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσής του, είτε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατόπιν σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό, η οποία (απόφαση) όμως δεν προσκομίζεται, εφόσον μάλιστα οι εργαζόμενοι κατέβαλαν βάσει αναλογιστικής μελέτης.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται:

(α) από το από 16.12.1998 χειρόγραφο σημείωμα τού K. Λ., ΓΓ του ΣΕΠΑΑΤΕ, το οποίο ενημερώνει ότι υφίσταται ανώτατο όριο αποδοχών 540.000 δρχ. για κάθε περίπτωση,

(β) το με αριθμό …/7.10.2010 έγγραφο του ΣΕΑΤΕ προς την Αρχή προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, στο οποίο αναφέρεται ότι ο ΣΕΠΑΤΕ με αποφάσεις Δ.Σ και επικυρώσεις ΓΣ, είχε βάλει πλαφόν στο ύψος των μισθών αρχικά το έτος 1992 και εν συνεχεία τα έτη 1995 και 1997, το οποίο διατηρήθηκε με συνεχεία αποφάσεις του ΣΕΑΤΕ, διότι από τα ανωτέρω έγγραφα, δεν αποδεικνύεται η νομότυπη λήψη σχετικών αποφάσεων από τα αρμόδια Όργανά του, ούτε βέβαια υπήρξε έγγραφη τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία καθόριζε πλέον ως πλαφόν το ποσό των 540.000 δρχ.

Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σύμφωνα με τον (άρθρο 3) «Εισφορές – τόκοι που υπολογίζονται στο Κεφάλαιο- Εγγύηση», όπου αναφέρεται ότι η εναγομένη υπολογίζει το ποσό της εισφοράς, την οποία οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, δεν προκύπτει ότι η εισφορά αυτή υπολογίστηκε σύμφωνα με το ανωτέρω πλαφόν των 540.000 δρχ. για κάθε υπάλληλο, αφού σύμφωνα με το Παράρτημα του με αριθμό … Ασφαλιστηρίου, η τακτική μηνιαία εισφορά εκ μέρους του εργαζομένου, άρα και του ενάγοντος, καθορίζεται σε 0,40% επί του συνολικού μηνιαίου ακαθάριστου μισθού και γι' αυτό το λόγο δεν δικαιολογείται ότι ενώ η εναγομένη συνέχισε να υπολογίζει την τακτική μηνιαία εισφορά του εργαζομένου κατά τον ανωτέρω τρόπο, αφού δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι αυτή μετέβαλε τον τρόπο υπολογισμού, και το ποσό το οποίο προέκυπτε προφανώς διαφοροποιούνταν ανά κάθε εργαζόμενο λόγω μισθολογικών διαφορών, ωστόσο, υπολόγιζε ως πλαφόν των μέσων ακαθάριστων αποδοχών το ποσό των 540.000 δρχ., χωρίς να αποδεικνύεται ότι ως βάση υπολογισμού για την εισφορά του εργαζομένου τέθηκε το ποσό των 540.000 δρχ.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι με τον άρθρο 1 του ασφαλιστηρίου σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 3, αυτή συμβάλλεται αποκλειστικά με το Σύλλογο και ότι οι πληροφορίες για τον υπολογισμό της παροχής, καθώς και η διόρθωση αυτών γίνεται μόνο από το συμβαλλόμενο Σύλλογο. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, το δικαίωμα προσδοκίας του ασφαλισμένου, με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος, αυτός απέκτησε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα προς την υποσχεθείσα ασφαλιστική εταιρεία.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 3 των Γενικών Όρων, 1 και του άρθρου 10.2 και 10.3. σε συνδυασμό με το Παράρτημα B του Ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπου αναφέρεται ότι «Η τακτική εισφορά για το συμβόλαιο αυτό ορίζεται σε 0,40 % του συνολικού μηνιαίου ακαθάριστου μισθού και καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο» προκύπτει ότι ο ενάγων ως δικαιούχος πλέον έθεσε τα στοιχεία των πραγματικών μηνιαίων αποδοχών του κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, προσκομίζοντας τη σχετική εργοδοτική βεβαίωση, ενώ η εναγομένη σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους είχε δικαίωμα να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για την ακρίβεια των πληροφοριών που της είχε χορηγήσει o συμβαλλόμενος Σύλλογος προκειμένου να καταβληθεί η παροχή και δεν χρειαζόταν να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου.

Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον ο Σύλλογος αδρανούσε, το δικαίωμα του ασφαλισμένου, o οποίος εν τω μεταξύ κατέβαλλε τις εισφορές προς την εναγομένη, καθίστατο ανενεργό, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τη σύμβαση, αφού μάλιστα και η καταβολή του ασφαλίσματος γινόταν απευθείας στον ασφαλισμένο. Ακόμη o ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν δύναται να έχει λόγο για το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού επί του οποίου υπολογίζονταν το ποσό της παροχής, αφού αυτή δεν κατέβαλε ίδια κεφάλαια, αλλά πρόκειται περί κεφαλαίων του αντισυμβαλλόμενου συλλόγου εκ των εισφορών των μελών του, τα οποία αυτή απλώς διαχειριζόταν βάσει αναλογιστικών μελετών, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, με τον όρο 3.1.1. , 3.1.2. και 3.3.3, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη έχει την εποπτεία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και πρέπει να μεριμνά και να προχωρά σε όλες τις απαραίτητες συστάσεις προς το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, ώστε να διατηρείται η επάρκεια του λογαριασμού, συνεπώς, αυτή έχει αναλάβει την ευθύνη της εποπτείας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και της τήρησης των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει.

Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη εσφαλμένα υπολόγισε το ποσό της εφάπαξ παροχής, το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί ως εξής: πραγματικός μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν την συνταξιοδότηση 6.276,61 ευρώ Χ 30,92 έτη Χ 8% 15.525,82 ευρώ.

Ο ενάγων με τα από 15.10.2008 και 10.01.2008 εξώδικα, που είχε απευθύνει στην εναγομένη είχε επισημάνει προηγουμένως σε αυτή την υποχρέωσή της να τηρήσει τους όρους του ομαδικού συμβολαίου για τον υπολογισμό της παροχής που εδικαιούτο, παρά τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί του αντιθέτου. Επομένως, καθόσον η εναγομένη κατέβαλε ήδη στον ενάγοντα το ποσό των 3.920 ευρώ, όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό της εφάπαξ παροχής ύψους 11.605,81 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη».

[III] Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.605,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 19.11.2009 μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να υπολογίσει την ένδικη συνταξιοδοτική παροχή του αναιρεσιβλήτου με βάση το μέσο μηνιαίο μισθό που ο ίδιος γνωστοποίησε σ’ αυτή και ότι ο αναιρεσίβλητος από της συνταξιοδότησής του απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα προς καταβολή της κατ' αυτό τον τρόπο υπολογιζόμενης συνταξιοδοτικής παροχής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις αφενός μεν των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 5 του ν. 2496/1997, αφετέρου δε των άρθρων 201, 209, 361, 410 - 412, 414, 713 και 717 του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 κεφ.

VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, καθόσον, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, με βάση την οποία ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτούσε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου (λήπτη της ασφάλισης), προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης γνωστοποίησης από τον Σύλλογο στην αναιρεσείουσα του δικαιώματος παροχής του ασφαλισμένου μαζί με τις απαιτούμενες για την καταβολή αυτής πληροφορίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και ο μέσος μηνιαίος μισθός του δικαιούχου και από τις οποίες δεσμευόταν η αναιρεσείουσα από την εμπεριεχόμενη στη σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης σχετική εντολή του Συλλόγου προς αυτή (άρθρο 5), εφόσον δε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, ο Σύλλογος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ως μέσο μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.584,74 ευρώ (ή 540.000 δρχ), η τελευταία ως εντολοδόχος είχε συμβατική υποχρέωση να υπολογίσει τη συνταξιοδοτική παροχή του αναιρεσιβλήτου με βάση το ποσό αυτό και όχι με βάση το μεγαλύτερο μηνιαίο μισθό των 6.276,61 ευρώ που ο ίδιος γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, ως μέλος του Συλλόγου, να αξιώσει από την αναιρεσείουσα την καταβολή σ’ αυτόν παροχής υπέρτερου ποσού από εκείνο που γνωστοποίησε ο Σύλλογος και, συνακόλουθα, την καταβολή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή διαφοράς της εν λόγω παροχής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπαγωγής των δεκτών γενομένων στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών σε μερικώς εσφαλμένες νομικές διατάξεις (που διέπουν την ομαδική ασφάλιση), καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που ρυθμίζουν την, έχουσα χαρακτήρα εντολής, σύμβαση της ασφαλιστικής διαχείρισης, είναι βάσιμος.

[IV] Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 51/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστικής εταιρείας και Συλλόγου) ως προς τη σημασία και τις έννομες συνέπειες της γνωστοποίησης από το Σύλλογο των στοιχείων, και ιδιαίτερα του μηνιαίου μισθού, για τον προσδιορισμό της καταβλητέας παροχής προς τον αναιρεσίβλητο, εντούτοις δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την πλήρωση του κενού αυτού, η διαπίστωση του οποίου προκύπτει, κατά την αναιρεσείουσα, από το γεγονός ότι, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τη σύμβαση να καταβάλει την παροχή στο συνταξιοδοτούμενο μέλος χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση των στοιχείων υπολογισμού της από το Σύλλογο, παρ' όλα αυτά, το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από αυτή ισχυρισμό της, ότι η ευθύνη της περιοριζόταν αποκλειστικά στην καταβολή στον αναιρεσίβλητο της παροχής με βάση τη γνωστοποίηση του Συλλόγου, από τον οποίο και μόνον μπορούσε να γίνει διόρθωση αυτής και όχι από τα μέλη του, με την αιτιολογία ότι όφειλε να υπολογίσει την παροχή με βάση τον πραγματικό συντάξιμο μισθό, διορθώνοντας τη σχετική πληροφορία, κατ’ άρθρο 10.3 της σύμβασης.

Όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:

«Όταν η εναγομένη υπολόγισε το ποσό της αποζημίωσης στο ποσό των 3.920,01 ευρώ, το οποίο προέκυπτε ως εξής: 30,92 έτη Χ 8% Χ 1.584,74 [...], o ενάγων, εφόσον είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος με τη συνταξιοδότησή του αυτή, και είχε καταστεί δικαιούχος της εφάπαξ παροχής, [...], με το από 31.03.2009 έγγραφό του προς την εναγομένη, το οποίο αποτελεί ενάσκηση του δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 10.3 της ανωτέρω σύμβασης, ζήτησε τη διόρθωση της πληροφορίας ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό [...] ο ενάγων ως δικαιούχος πλέον έθεσε τα στοιχεία των πραγματικών μηνιαίων αποδοχών του κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, προσκομίζοντας τη σχετική εργοδοτική βεβαίωση, ενώ η εναγομένη σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους είχε δικαίωμα να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για την ακρίβεια των πληροφοριών που της είχε χορηγήσει o συμβαλλόμενος Σύλλογος προκειμένου να καταβληθεί η παροχή και δεν χρειαζόταν να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου.

Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον ο Σύλλογος αδρανούσε, το δικαίωμα του ασφαλισμένου, o οποίος εν τω μεταξύ κατέβαλλε τις εισφορές προς την εναγομένη, καθίστατο ανενεργό, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τη σύμβαση, αφού μάλιστα και η καταβολή του ασφαλίσματος γινόταν απευθείας στον ασφαλισμένο. Ακόμη o ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν δύναται να έχει λόγο για το ύψος του μέσου μηνιαίου μισθού επί του οποίου υπολογίζονταν το ποσό της παροχής, αφού αυτή δεν κατέβαλε ίδια κεφάλαια, αλλά πρόκειται περί κεφαλαίων του αντισυμβαλλόμενου συλλόγου εκ των εισφορών των μελών του, τα οποία αυτή απλώς διαχειριζόταν βάσει αναλογιστικών μελετών, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, με τον όρο 3.1.1. , 3.1.2. και 3.3.3, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη έχει την εποπτεία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και πρέπει να μεριμνά και να προχωρά σε όλες τις απαραίτητες συστάσεις προς το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, ώστε να διατηρείται η επάρκεια του λογαριασμού, συνεπώς, αυτή έχει αναλάβει την ευθύνη της εποπτείας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου και της τήρησης των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει».

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται έμμεσα την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας σχετικά με την περιεχόμενη στο άρθρο 10.3 της ένδικης σύμβασης δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων σχετικά με τη διόρθωση τυχόν ανακριβούς πληροφορίας εκ μέρους του Συλλόγου, καθόσον, για να στηρίξει την κρίσιμη παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα δεν δεσμευόταν ως προς το μέσο μηνιαίο μισθό από το αναγραφόμενο στη σχετική γνωστοποίηση του Συλλόγου ποσό, γιατί αυτό ήταν ανακριβές και, επομένως, όφειλε η ίδια να διορθώσει αυτό με βάση τις (μεγαλύτερες) μηνιαίες αποδοχές που της γνωστοποίησε ο αναιρεσεσίβλητος, «χωρίς να χρειάζεται να αναμένει διόρθωση ή ενημέρωση εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου Συλλόγου», χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι, αν υποτεθεί ότι δεν υφίστατο τέτοια βούληση, το δικαίωμα του δικαιούχου, σε περίπτωση που ο Σύλλογος αδρανούσε, θα καθίστατο ανενεργό, προβαίνοντας παράλληλα και σε συσχετισμό του ανωτέρω όρου με άλλους όρους της σύμβασης, χωρίς, ωστόσο, να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις ανωτέρω διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως,όπως αυτός αυτεπαγγέλτως συμπληρώνεται κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.

[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, «αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση». Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 1138/2007). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ’ άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 980/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12.01.2021, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 21.071,59 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς τον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης και της επικυρωθείσας με αυτήν πρωτόδικης απόφασης (ήτοι ποσό 11.605,81 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, ποσό 8.965,78 ευρώ για τόκους και 500 ευρώ για δικαστική δαπάνη πρώτου και δεύτερου βαθμού). Η καταβολή του πιο πάνω ποσού προαποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο από 21.09.2018 έγγραφο καταβολής της αναιρεσείουσας. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 7730/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων εβδομήντα ενός ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (21.071,59), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ