Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
980/2015 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against enforcement order, ordering refund of executed amount plus interest.

Geschäftsnummer 980/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to reinstate the case following the voluntary execution of the lower court's judgment. The appellant had already paid the full amount of 41,231.83 euros to the appellee, evidenced by bank drafts and invoices. Consequently, the court ordered the appellee to refund the executed sum with legal interest and awarded costs to the appellant.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 703 para. 1 of the Civil Code; Art. 350 of the Code of Civil Procedure: Where a judgment is voluntarily executed, the party entitled to appeal may request reinstatement of the case, and the party who executed the judgment must refund the amount paid plus legal interest.

Schlagwörter

KI-generiert
voluntary execution reinstatement of case refund of executed amount legal interest enforcement order appeal against enforcement civil procedure bevollmächtigter Vertreter

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 703 para. 1 of the Civil Code
Art. 350 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 980 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ Β. Α.Ε.", που εδρεύει στο Γέρακα, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κοσμά και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Γεωργόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6740/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 2-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 3-11-2014 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την αναίρεση της υπ’ αριθμ 6740/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από την ως άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι:

α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Για να συμβεί αυτό, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της συμβάσεως, για την οποία δόθηκε η εντολή.

Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι καθαρά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη ευκαιρίας δεν ορίζεται στο νόμο, αλλά, συνήθως, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης.

Είναι ενδεχόμενο, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε, η μεσολάβηση να περιλαμβάνει, επιπλέον, την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών. Ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει, απλώς, τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν της υπόδειξης του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ή άλλη δευτερεύουσα ενέργεια αυτού να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.

Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 229/2014, 17/2014, 52/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Διότι τότε δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

2.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων, ενώ η εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) έχει ως αντικείμενο την εμπορία τροφίμων και διαθέτει 200 περίπου καταστήματα (SUPER MARKET) σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Ότι, την 30-7-2008, η εναγομένη, προτιθέμενη να δημιουργήσει ένα νέο κατάστημα στο Ηράκλειο Κρήτης, συνήψε με τη θυγατρική εταιρεία του Ομίλου Κ. με την επωνυμία ‘ ‘ TRUST WORTH INVESTMENT - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ’ ‘ έγγραφη συμφωνία, που προέβλεπε την αγορά από τον Όμιλο Κ. οικοπέδου, ιδιοκτησίας της εταιρείας ‘ ‘ Κ.

Σ. - Ρ. Π. ΑΕ’ ‘ , ευρισκόμενου στο Δήμο Ηρακλείου Κρήτης και επί των οδών ... και ..., στο οποίο η ως άνω εταιρεία, ως νέος ιδιοκτήτης, θα ανήγειρε ένα εμπορικό κατάστημα, το οποίο στη συνέχεια θα εκμίσθωνε στην εναγομένη εταιρεία. Ότι η συμφωνία αυτή δεν υλοποιήθηκε, διότι ο Όμιλος Κ. αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Ότι η ως άνω εταιρεία ‘ ‘ Κ. Σ.- Ρ. Π. ΑΕ’ ‘ , με τις από 5-5-2009 και 20-6-2009 εντολές μεσιτείας προς τη μεσίτρια αστικών συμβάσεων Μ. Κ., που διατηρούσε μεσιτικό γραφείο στο Ηράκλειο Κρήτης, ανέθεσε σ’ αυτή να μεσολαβήσει, έναντι αμοιβής, για την πώληση ή εκμίσθωση του προαναφερόμενου ακινήτου της. Ότι ο Γ. Κ., πατέρας της ως άνω μεσίτριας και βοηθός της στις μεσιτικές εργασίες, όταν έμαθε ότι η συμφωνία της εναγομένης με τον Όμιλο Κ.

δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί, απευθύνθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης, υπεύθυνο για την αγορά και μίσθωση ακινήτων, Δ. Κ. και του πρότεινε να βρει αυτός (Γ. Κ.) άλλον επενδυτή στη θέση του Ομίλου Κ.. Ότι ο Δ. Κ. δέχθηκε την πρόταση του Γ. Κ., στον οποίο, όμως, κατέστησε σαφές ότι η εναγομένη εταιρεία ‘ ‘ ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ Β.‘ ‘ δεν του δίνει μεσιτική εντολή, διότι γνώριζε το ακίνητο και, αν ευδοκιμούσε η συμφωνία, η θυγατέρα του θα εισέπραττε αμοιβή μόνο από το νέο επενδυτή.

Ότι ο Γ. Κ. άρχισε, με τη βοήθεια της ενάγουσας μεσιτικής εταιρείας, που έχει έδρα την Αθήνα, να αναζητεί νέους επενδυτές, ένας δε από αυτούς που βρήκε ήταν και η εταιρεία ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , που εδρεύει στο Ηράκλειο. Ότι μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις υπεγράφη, τελικά, την 16-6-2010, μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας ‘ ‘ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , θυγατρικής της ως άνω εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ .

Ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , το γραφείο της Μ. Κ. εκπροσωπούσε η ενάγουσα μεσιτική εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Κ. Δ., κάτοικος Αθηνών και συνεργάτης του γραφείου της Κρήτης, μάλιστα ο Κ. Δ. παρέστη και κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου, που υπογράφηκε στα γραφεία της εναγομένης στο Γέρακα Αττικής, ως εκπρόσωπος της Μ.

Κ., το γραφείο της οποίας εισέπραξε μεσιτική αμοιβή από τον Κ. Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της ιδιοκτήτριας εταιρείας του εν λόγω ακινήτου, κατά τα συμφωνηθέντα. Ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπήρξε μία σειρά επιστολών της ενάγουσας προς την εναγομένη, μεταξύ των οποίων και οι από 10-9-2009, 2-10-2009 και 14-12-2009 επιστολές ενημερωτικού περιεχομένου, σε σχέση με την πορεία της συμφωνίας με τη ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , στις οποίες (επιστολές) γίνεται νύξη για αμοιβή της ενάγουσας για τις γενόμενες διαπραγματεύσεις επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

Ότι επί των επιστολών αυτών ο υπεύθυνος της εναγομένης εταιρείας Δ. Κ., με την από 16-12-2009 ηλεκτρονική επιστολή του (e-mail), απάντησε στον Κ. Δ. ότι ‘ ‘ το συγκεκριμένο ακίνητο το γνωρίζουμε και ήδη έχουμε κάνει συνάντηση με έναν εργολάβο ΑΤΕΣΕ ΑΕ και προφανώς ο άλλος είναι η ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ και ακόμη πριν στείλεις e-mail με υποδείξεις ακινήτων να μιλάμε πρώτα για αποφυγή παρεξηγήσεων’ ‘ .

Ότι η ως άνω, από 16-12-2009, ηλεκτρονική επιστολή της εναγομένης απαντά μόνο στην από 14-12-2009 σχετική ηλεκτρονική επιστολή της ενάγουσας, ενώ για τις προηγηθείσες δύο ηλεκτρονικές επιστολές (από 10-9-2009 και 2-10-2009), στις οποίες αναφερόταν το γεγονός της υπόδειξης επενδυτή και το ύψος της αμοιβής της μεσίτριας ενάγουσας, δεν υπήρξε απάντηση.

Ότι η εναγομένη για το θέμα αυτό ισχυρίζεται ότι με υπόδειξη του Γ. Κ. δεν απάντησε, δεδομένης και της μεταξύ τους συμφωνίας για καταβολή μεσιτικής αμοιβής από την ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, αντίθετα, από όσα προαναφέρθηκαν, προκύπτει εντολή γραπτή για την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου και μόνο προς στη μεσίτρια αστικών συμβάσεων Μ.

Κ., η οποία, μετά την ολοκλήρωση της πώλησης, εισέπραξε την αμοιβή της από την πωλήτρια. Ότι η υπόδειξη του αγοραστή - επενδυτή και συγκεκριμένα της εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , με την οποία η εναγομένη κατήρτισε τη σύμβαση μισθώσεως, δηλαδή την ένδικη σύμβαση για την οποία ζητείται και η μεσιτική αμοιβή, έγινε από την ενάγουσα εταιρεία, τη βοήθεια της οποίας ζήτησε η Μ.

Κ. Ότι η τελευταία έστειλε και στην ενάγουσα και συγκεκριμένα στον Κ. Δ. με ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) τη φωτογραφία του προς πώληση ακινήτου, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ζήτησε τη βοήθεια της ενάγουσας, αφού, σε διαφορετική περίπτωση, δεν υπήρχε λόγος αποστολής της φωτογραφίας του προς πώληση ακινήτου στην ενάγουσα μεσιτική εταιρεία, ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί και το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ανάμιξη της Μ.

Κ. στις ενέργειες ανευρέσεως επενδυτή - αγοραστή, στις οποίες ανάμιξη είχε μόνο ο Κ. Δ.. Ότι, πέραν αυτών, το γεγονός της υπόδειξης της εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ στην εναγομένη επιβεβαιώνεται και από τις προαναφερθείσες από 2-10-2009 και 10-9-2009 ηλεκτρονικές επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη, στις οποίες ρητώς αναφέρεται ότι η ενάγουσα έφερε σε επαφή την εναγομένη με την εταιρεία ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ και αν υπάρχει σοβαρό ενδιαφέρον να αποστείλει τηλεομοιοτυπία (FAX) με τους όρους για την αγορά ή μίσθωση του υπό ανέγερση κτιρίου.

Ότι μετά τις ηλεκτρονικές αυτές επιστολές, η εναγομένη απέστειλε προς τη ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ τις από 11-12-2009 και 19-2-2010 ηλεκτρονικές επιστολές με τους όρους και τις προτάσεις της για τη μέλλουσα να συναφθεί μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως του υπό ανέγερση ακινήτου. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι γνώριζε το συγκεκριμένο ακίνητο και τον ιδιοκτήτη του, καθώς και ότι αυτό επωλείτο, είναι αληθής και δεν αμφισβητείται.

Ότι, εν τούτοις, δεν της ήταν γνωστός, αλλά της υποδείχθηκε από την ενάγουσα, ο αγοραστής - επενδυτής, με τον οποίο και κατήρτισε τη σύμβαση μισθώσεως. Ότι όποια συμφωνία και αν έκανε η εναγομένη με τον Γ. Κ., πατέρα της εντολοδόχου μεσίτριας Μ. Κ., σε σχέση με τον τρόπο είσπραξης από αυτή της μεσιτικής αμοιβής της για τη διαμεσολάβησή της προς πώληση μόνο του εν λόγω ακινήτου από την ιδιοκτήτρια εταιρεία, ανεξαρτήτως της ακυρότητας της συμφωνίας αυτής, αφού ο Γ.

Κ. δεν ήταν μεσίτης αστικών συμβάσεων και συνεπώς αδυνατούσε να προβεί σε σχετική είσπραξη, σε κάθε περίπτωση αφορούσε τη μεσιτεία για την πώληση και όχι την υπόδειξη επενδυτή για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μισθώσεως και, επομένως, δεν επηρεάζει κατ’ ουδένα τρόπο το δικαίωμα της ενάγουσας να λάβει την αμοιβή της για την υπόδειξη του αγοραστή, όταν μάλιστα η επίδικη σύμβαση μισθώσεως καταρτίσθηκε λόγω της υποδείξεως της ενάγουσας, η οποία δεν υπέδειξε μόνο τον αγοραστή, αλλά μετείχε στις διαπραγματεύσεις και στην υπογραφή των συμβολαίων.

Ότι, τέλος, το γεγονός ότι η ενάγουσα στερείται έγγραφης εντολής δεν επηρεάζει το δικαίωμά της να λάβει μεσιτική αμοιβή, δεδομένου ότι για την προς το μεσίτη εντολή δεν απαιτείται έγγραφο, αλλά αρκεί και προφορική εντολή, ενώ η σύμβαση μεσιτείας μπορεί να αποδειχθεί και με μάρτυρες. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, την οποία, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ως μεσιτική αμοιβή, το ποσό των 27.000 ευρώ.

3.Επειδή, με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Ειδικότερα, κατά την παράθεση των περιστατικών, βάσει των οποίων κατέληξε στην παραδοχή της σύναψης μεσιτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ αφ’ ενός του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπέδειξε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την εταιρεία ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , η θυγατρική της οποίας, με την επωνυμία ‘ ‘ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ , κατάρτισε με την αναιρεσείουσα την ένδικη σύμβαση μισθώσεως και, επομένως, δικαιούται την αιτούμενη μεσιτική αμοιβή και, αφ’ ετέρου, του ότι, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ για την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως, αλλά και κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου, που έλαβε χώρα στα γραφεία της αναιρεσείουσας στο Γέρακα Αττικής, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης (Κ.

Δ.) δεν παρίστατο για λογαριασμό αυτής της ίδιας, αλλά ως συνεργάτης στην Αθήνα και εκπρόσωπος της μεσίτριας Μ. Κ., για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε και το γραφείο της οποίας, μάλιστα, εισέπραξε μεσιτική αμοιβή από το διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας ‘ ‘ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ’ ‘ . Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας μεταξύ των διαδίκων, καθόσον δεν εκτίθεται σ’ αυτή ότι υπήρξε υπόσχεση μεσιτικής αμοιβής εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης και σε ποιο ποσό ορίστηκε η αμοιβή αυτή, αλλά και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και της κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι ως άνω αντιφατικότητες και ασάφειες της αιτιολογίας και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

5.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ’ άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 650/2014, 2075/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και, συγκεκριμένα, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 41.231,83 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε την 21-5-2014, εξαιτίας της απειλούμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την αναιρεθείσα απόφαση, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της πληρωμής (22-5-2014), άλλως από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Η αίτηση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος οδηγεί, σε περίπτωση παραδοχής τους, σε ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, εξάλλου, επιδικάζει μόνο ένα ποσό στην αναιρεσίβλητη, οπότε δεν απαιτείται στην περίπτωση αυτή να προσδιορίζονται και τα επί μέρους ποσά του κεφαλαίου, των νόμιμων τόκων και των δικαστικών εξόδων, που συνθέτουν το αιτούμενο συνολικό ποσό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη.

Η ίδια αίτηση είναι, κατά τα προαναφερόμενα, νόμιμη, εκτός του αιτήματος για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επομένη της καταβολής του ως άνω ποσού από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη. Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω αίτησης αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 21-5-2014 εξοφλητική απόδειξη, η οποία υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, Κ.

Δ., αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση της 6740/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη), κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 41.231,83 ευρώ, που αναλύεται ως ακολούθως: α) για κεφάλαιο 27.000 ευρώ και για ΦΠΑ επ’ αυτού 4.210 ευρώ, β) για τόκους υπερημερίας 7.805,31 ευρώ μείον 1.170,80 ευρώ για παρακρατούμενο φόρο 15%, σύμφωνα με το ν. 4172/2013 και 187,32 ευρώ για χαρτόσημο των τόκων και γ) για δικαστική δαπάνη 1.200 ευρώ.

Για τα ποσά του κεφαλαίου και των τόκων η αναιρεσίβλητη εξέδωσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τα υπ’ αριθμ. ...21-5-2014 και ...21-5-2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ενώ η τελευταία εξέδωσε τέσσερις (4) δίγραμμες επιταγές της τράπεζας ALPHA BANK, με ημερομηνία έκδοσης 21-5-2014, σε διαταγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ποσού 33.210, 6.634,51, 1.200 και 187,32 ευρώ αντίστοιχα, μετά την είσπραξη των οποίων θα επέρχονταν πλήρης και ολοσχερής εξόφληση για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα της αναιρούμενης απόφασης.

Η αναιρεσίβλητη δεν αμφισβητεί την είσπραξη των παραπάνω δίγραμμων επιταγών, οπότε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνάγεται ομολογία αυτής για το ότι πράγματι εισπράχθηκε το ποσό κάθε μίας από τις ως άνω επιταγές (ΚΠολΔ 261). Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτή η πιο πάνω αίτηση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6740/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας για την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων διακοσίων τριάντα ενός ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (41.231,83), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ