Supreme Court dismisses appeal against civil court decision due to lack of merit and absence of appellants.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by heirs against a civil court decision regarding property and insurance contributions. The appellants argued for various procedural errors, including the court accepting claims not explicitly stated in the original lawsuit and failing to consider their arguments on insurance liability. The court rejected these grounds, noting that the lower court had considered the appellants' arguments and that the failure of the appellees to appear meant they were deemed to have abandoned the proceedings.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 560, 561, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised are unfounded based on the record, and the Supreme Court may proceed to judgment despite the absence of the appellee if proper notice was given.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 891 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 891/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ά. χήρας Κ. Ν., κατοίκου ..., 2) Β. Π. του Κ., κατοίκου ..., 3) Π. Ν. του Κ., κατοίκου ..., και των τριών ως μόνων και αναγκαίων κληρονόμων του θανόντος συζύγου της πρώτης και πατρός των δεύτερης και τρίτου, Κ. Ν. του Π., ο οποίος απεβίωσε στις 6-3-2022, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. 31/2022 πρακτικό συνεδριάσεως του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, 4) Α. Κ., κατοίκου ..., 5) Γ. Μ., κατοίκου ... και 6) Ε. Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Μπαρπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ε. Κ., συζύγου Γ. Π., κατοίκου ... και 2) Α. Λ. του Δ., κατοίκου ... ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2017 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου και την από 25-7-2017 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Ν. και των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 77/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίοας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτησή της ούτε παρέστησαν με την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως.
Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ.9750ββ/2-10-2023 και 9753ββ/5-9-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου …….., με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Α. Ρ., τις οποίες οι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, οι τελευταίοι επέδωσαν στους αναιρεσίβλητους νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της από 30/6/2022κλήσηςγιασυζήτηση της αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να δικαστούν ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 και 558 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του, συνάγεται ότι κύρια προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον (ΑΠ 1040/2023, ΑΠ 859/2023,ΑΠ 109/2022, ΑΠ 39/2020).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 88 ΚΠολΔ "ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Ο κατά το παραπάνω άρθρο προσεπικαλούμενος τρίτος (δικονομικός εγγυητής) έχει τη δυνατότητα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλούντος ή να αναλάβει τη δίκη ή να προσέλθει στη δίκη και με τις προτάσεις του να αμφισβητήσει τη βασιμότητα της προσεπίκλησης και της τυχόν σωρευομένης παρεμπίπτουσας αγωγής ή να μην προσέλθει στη διαδικασία οπότε δικάζεται ερήμην (277 αρ.2 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση που ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ή αναλάβει τη δίκη καθίσταται διάδικος και της αρχικής δίκης, δηλαδή και έναντι του αντιδίκου του προσεπικαλούντος, εάν όμως αρκεσθεί μόνον στην απόκρουση της προσεπίκλησης και της τυχόν σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου μόνον έναντι του προσεπικαλούντος.
Τούτο έχει σημασία ως προς το δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων από τον προσεπικαλούμενο ή κατά αυτού(ΑΠ 961/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με την από 13/72017 αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τον αναφερόμενο στην αγωγή λόγο.
Οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, με το από 14/10/2017 ιδιαίτερο δικόγραφο, προσεπικάλεσαν σε παρέμβαση στην παραπάνω δίκη την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως δικονομική εγγυήτρια, σωρεύοντας και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατ' αυτής. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εμφανίστηκε και παρέστη στη δίκη απλώς ως παρεμπιπτόντως εναγομένη, χωρίς να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσείοντων.
Επί των συνεκδικασθεισών ως άνω αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας)εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών η μη υποκείμενη σε έφεση, κατά το άρθρο 512 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ.77/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... ..., το οποίο δέχθηκε την από 13/7/2017 αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεισειόντων και την συνεκδικασθείσα από 4/10/2017 παρεμπίπτουσα αγωγή των τελευταίων κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία όμως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ.577 παρ..2 ΚΠολΔ), απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, καθόσον η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή και η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως για την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 23/10/2020, στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου ..., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), ενώ από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (26/10/2018), οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών (και θα έληγε κανονικά στις 27/10/2020), μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις23/10/2020, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία.
Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 478 ΑΚ, 8 παρ. 5 εδ. γ' (όπως συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 88 ν. 2676/1999 και αντικαταστάθηκε με την παρ.1 εδ. α` του άρθρου 8 ν.2972/2001) και 25 παρ. 10 του Α.Ν. 1846/1951 περί ΙΚΑ συνάγεται, ότι επί ανεγειρόμενης οικοδομής για τις οικοδομικές εργασίες, πoυ εκτελούνται από τον κύριο του έργου ή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων (εργολάβων, υπεργολάβων), ως εργοδότης θεωρείται ο κύριος του κτίσματος που ανεγείρεται, εκτός εάν πρόκειται για ανάθεση εκτέλεσης του έργου εργολαβικώς κατά το σύστημα της αντιπαροχής (ΑΠ 877/2018), οπότε εργοδότες θεωρούνται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο αρχικός κύριος ή οι αρχικοί συγκύριοι του οικοπέδου και ο εργολάβος κατασκευαστής, μεταξύ των οποίων, όμως, μπορεί να συμφωνηθεί ότι υπόχρεος για την καταβολή στο ΙΚΑ των εν λόγω εισφορών είναι ο τελευταίος (εργολάβος).
Η σύμβαση αυτή λειτουργεί και ισχύει μόνο μεταξύ κυρίου και εργολάβου Εξάλλου, κατ' άρθρο 794 ΑΚ κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού". Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ.
και 1101-1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο κοινωνός, που καταβάλει έξοδα πέραν τη αναλογίας του, δικαιούται να απαιτήσει τα επί πλέον καταβληθέντα, παρά των λοιπών κοινωνών, κατ' αναλογία των μερίδων τους, απ' ευθείας με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 794 Α.Κ., εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 Α.Κ., δηλαδή κατόπιν αποφάσεως όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του πράγματος (ΑΠ 2198/2009).
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ΑΠ 316/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές(ΑΠ 301/2023, ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1163/2021, 2)...3)..4).. 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου560 αρ.6ΚΠολΔ αναίρεση αποφάσεως Ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 956/2022, ΑΠ770/2021, ΑΠ 43/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Δυνάμει του 6517/30.1.2006 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβ/φου ... Α.Θ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα... οι Δ. Λ. και Ε.
Β. (γονείς του ενάγοντα) μεταβίβασαν και παρέδωσαν στον ενάγοντα και στην αδελφή του Ζ. Λ. κατά πλήρη κυριότητα ,νομή και κατοχή λόγω γονικής παροχής, κοινά ισόμερα και αδιαίρετα, 136,42/1000 εξ αδιαιρέτου από ένα ενιαίο οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στο υπ'αριθμ. Ο.Τ οικοδομικό τετράγωνο... Οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες του ανωτέρω οικοπέδου.
Προηγούμενα δυνάμει του 6335/2005 προσύμφωνου μεταβίβασης ποσοστών του συμβολαιογράφου ... Α.Δ. συμφωνήθηκε μεταξύ των συνιδιοκτητών (εναγομένων και των γονέων του ενάγοντα) και της εργολήπτριας Ε. Κ.-Π. όπως αυτή ανεγείρει με δαπάνες της μια πολυώροφη οικοδομή πέντε ορόφων με αντάλλαγμα να λάβουν οι διάδικοι (γονείς του ενάγοντα και εναγόμενοι) τα 730/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και έτσι έκαστος των εναγομένων έλαβε τα ποσοστά του ήτοι ο 1ος εναγόμενος Κ.
Ν. τα 217,78/1000 εξ αδιαιρέτου, τα οποία μετά την υπογραφή του προσυμφώνου δυνάμει του 6513/31-1-2006 συμβολαίου μεταβίβασε κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στον γιο του Π. Ν. παρακρατώντας εφ όρου ζωής την επικαρπία, ο 2ος εναγόμενος Α. Κ. έλαβε τα 195,15/1000 εξ αδιαιρέτου, η 3η εναγομένη έλαβε τα 224,51/1000 εξ αδιαιρέτου, τα οποία μετά την υπογραφή του προσυμφώνου δυνάμει του 6542/13-2-2006 συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στην θυγατέρα της 3β εναγομένη Ε.
Χ. παρακρατώντας εφ όρου ζωής την επικαρπία και η 4η εναγομένη υπό στοιχεία 4α έλαβε 222,14/1000 εξ αδιαιρέτου τα οποία μετά την υπογραφή του προσυμφώνου δυνάμει του 6514/13-2-2006 συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στην θυγατέρα της 4β εναγομένη Ε. Χ. παρακρατώντας αυτή εφ όρου ζωής την επικαρπία.
Επίσης συμφωνήθηκε με το ως άνω εργολαβικό μετά το οποίο συνετάγη και η με αριθμό 6608/21.3.2006 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, ότι η εργολήπτρια εταιρεία αναλαμβάνοντας την υποχρέωση ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέλαβε και την υποχρέωση και υποσχέθηκε να καταβάλει τις εργοδοτικές και εργολαβικές εισφορές (βλ άρθρο 5 του ως άνω προσυμφώνου).
Η εργολήπτρια όμως δεν τήρησε την συμφωνία της και δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές της εισφορές, οι οποίες το έτος 2008 ήταν ποσού 58.916,49 ευρώ, ενώ στις 21.6.2013 ανέρχονταν στο ποσό των 89.401,26 ευρώ. Εφόσον λοιπόν η εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία δεν τήρησε την υπόσχεσή της για καταβολή των ανωτέρω εισφορών και εφόσον το ΙΚΑ είχε συμπεριλάβει όλους στο Μητρώο εργοδοτών της οικοδομής προέβη στη σύνταξη κατασχετηρίων εις χείρας τρίτου και δη του με αριθμό 1950/18-6-2013 κατασχετηρίου εγγράφου σε βάρος του ενάγοντα και προχώρησαν στη δέσμευση και ανάληψη χρημάτων από δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που είχε ο ενάγων με τη σύζυγο του και ειδικότερα από τον με αριθμό 202/ 617515-54 κοινό λογαριασμό της ΕΤΕ (Υποκατάστημα ….. ...) με την Γ.
Μ. αφήρεσαν την φερόμενη αναλογία του (1/2) ποσού 6.141ευρώ επίσης και από τον επίσης κοινό λογαριασμό με την Γ. Μ. αφήρεσαν την φερόμενη αναλογία του (1/2) ποσού 15.462 και συνολικά αφήρεσαν το ποσό των 21.603 ευρώ. Υπόχρεοι για την καταβολή του ήταν όλοι οι διάδικοι και ο ενάγων και οι εναγόμενοι κατά το ποσοστό τους, οι οποίοι εφόσον το ποσό εισπράχθηκε από τους λογαριασμούς του ενάγοντα υποχρεούνται αναγωγικά να καταβάλουν στον ενάγοντα από το ποσό που τους επέβαλε το ΙΚΑ το ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα του καθενός.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθούν οι υπ'αριθμό 1 εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα 4.704,7 ευρώ (21.603Χ217,78/1000) αλληλεγγύως και σε ολόκληρο, ο 2ος το ποσό των 4.216,90 ευρώ, (21.603X195,15/1000)), οι No 3 εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα 4.850 ευρώ (21.603X224,51/1000) αλληλεγγύως εκάστη και οι No 4 εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα 4798,89 ευρώ (21603X222,14/1000) αλληλεγγύως εκάστη με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που τους έγινε επίδοση της αγωγής.
Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντα κατ άρθρο 176ΚΠολΔ). Επί πλέον, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή οι παρεπιμπτόντως ενάγοντες δυνάμει του 6335/2005 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο μετά το οποίο συνετάγη και η με αριθμό 6608/21.3.2006 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, συμφώνησαν ότι η εργολήπτρια εταιρεία αναλαμβάνοντας την υποχρέωση ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής θα αναλάβει και την υποχρέωση και υποσχέθηκε να καταβάλει τις εργοδοτικές και εργολαβικές εισφορές (βλ.
άρθρο 5 του ως άνω προσυμφώνου). Η εργολήπτρια όμως δεν τήρησε την συμφωνία της και δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές της εισφορές, οι οποίες το έτος 2008 ήταν ποσού 58916,49 ευρώ, ενώ στις 21.6.2013 ανέρχονταν στο ποσό των 89.401,26 ευρώ. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν το ΙΚΑ να προβεί σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου (Α.
Λ.) εργοδοτικών εισφορών ποσού 21.603 ευρώ, το οποίο όφειλε να καταβάλει η παρεμπιπτόντως εναγομένη. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες ό,τι αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα της κύριας αγωγής με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής τους και όχι από την επιδοση της αγωγής, διότι η αξίωση δεν είναι γεννημένη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο ... δέχθηκε την αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων και τους υποχρέωσε να του καταβάλουν, έκαστος κατά την αναλογία της μερίδας του, το ποσό των 21.630 ευρώ, που ανέλαβε το ΙΚΑ από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς (δια κατασχέσεως εις χείρας τρίτου)ως οφειλομένων για την ανέγερση του κοινού ακινήτου ασφαλιστικών εισφορών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υποχρέωσης των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον (δεύτερο) αναιρεσίβλητο, κατά την αναλογία της μερίδος τους, τις ασφαλιστικές προς το ΙΚΑ εισφορές τις οποίες αυτός κατέβαλε εξ ολοκλήρου (πλέον της μερίδος του), καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου794ΑΚ,την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος, κοινωνός με τους αναιρεσείοντες του επίδικου ακινήτου και καταβαλών, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης εξ' ολοκλήρου τα έξοδα/βάρη του ακινήτου, έχει αξίωση κατά των λοιπών κοινωνών για την καταβολή της αναλογίας της μερίδος τους στα βάρη αυτά.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συναφή δεύτερο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος είναι δικαιούχος της ένδικης αξίωσης και ότι νομιμοποιείται να διεξάγει τη δίκη, ενώ αυτός τυγχάνει συγκύριος εξ'αδιαιρέτου των 136,42/1000 με την αδελφή του Ζ.
Λ.. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δικαιούχος της εκ του άρθρου 794 ΑΚ αξιώσεως είναι ο κοινωνός που κατέβαλε τα βάρη του κοινού πλέον της μερίδας του και όχι και ο έτερος με αυτόν συγκύριος που δεν κατέβαλε, μη ιδρυομένης μεταξύ τους ενεργητικής ενοχής (480 ΑΚ). Επίσης, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 560 αρ.6ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αντιφατικά δέχεται η απόφαση "ότι συμφωνήθηκε με την εργολήπτρια να καταβάλει τις εισφορές του ΙΚΑ" και " ότι υπόχρεοι για την καταβολή του ποσού των 21.603 ευρώ ήταν όλοι οι διάδικοι και ο ενάγων και οι εναγόμενοι κατά το ποσοστό τους, οι οποίοι εφόσον το ποσό εισπράχθηκε από τους λογαριασμούς του ενάγοντα υποχρεούνται αναγωγικά να καταβάλουν στον ενάγοντα από το ποσό που τους επέβαλε το ΙΚΑ το ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα του καθενός".
Ο λόγος αυτός κατά το προαναφερόμενο (δεύτερο) σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος, διότι οι ως άνω αιτιολογίες ουδόλως αντιφατικές τυγχάνουν μεταξύ τους, αφού αφορούν διαφορετικούς υπόχρεους για διαφορετική αιτία, καθόσον η μεν πρώτη(αιτιολογία) αφορά την υποχρέωση της εργολήπτριας, να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ με βάση την μεταξύ αυτής και των οικοπεδούχων σύμβαση, ενώ η δεύτερη αφορά την υποχρέωση των οικοπεδούχων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο κατά την αναλογία της μερίδας τους το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών , που αυτός κατέβαλε εξ ολοκλήρου και πλέον της μερίδας του με βάση τις περί κοινωνίας διατάξεις.
Κατά το άρθρο 560 παρ. 5ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ),ως "πράγματα" των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, όπως και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και θεμελιώνουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023,ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 1291/2022).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, ή περιστατικά που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 39/2023), αφού αυτοί δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκηςκαι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 660/2020).
Ούτε θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της ιστορικής βάσης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτών γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 5/2020), ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που αφορούν στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων δικαίου και τους οποίους προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα και αναφέρονται στην ορθή, κατ` αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 5/2020).
Έτσι, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρου 559 αριθμ.8 και 560 αριθμ.5 και ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2004, ΑΠ 807/2022 ,ΑΠ 892/2019).
Δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003,ΑΠ 302/2023, ΑΠΑ 312/2023 , ΑΠ 39/2023, ΑΠ40/2022, ΑΠ 50/2020), ακόμη και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά έγινε σιωπηρά, γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν ((ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023,ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022), καθισταμένου φανερού ότι όντως τον απέρριψε ( ΑΠ 1291/2022,ΑΠ 49/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ.5 περ.α πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου, καίτοι δεν περιλαμβανόταν σχετικός ισχυρισμός στην αγωγή.
Όμως όπως προκύπτει, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, περιλαμβάνεται σ' αυτην ότι "ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος μαζί με την αδελφή του δυνάμει του υπ άριθμ.6517/2006 συμβολαίου γονικής παροχής σε ποσοστό136/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στη Ν.Ιωνία ..." και ως εκ τούτου ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.5 περ.β πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ουσιώδης ισχυρισμός τους, ότι δεν ευθύνονται για τις εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, καθόσον την καταβολή αυτών ανέλαβε η εργολήπτρια (πρώτη αναιρεσίβλητη) με την συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας. Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως σαφώς προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που παρατίθενται ανωτέρω, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που συγκροτεί και την ιστορική βάση της παρεμπίπτουσας αγωγής, και τον απέρριψε με την παραδοχή περί μη τήρησης από την εργολήπτρια της αναληφθείσας σχετικής υποχρέσης και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση επέβαλε σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα ποσού 130 ευρώ χωρίς καμία αιτιολογία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε είναι συνέπεια της αρχής της ήττας(άρθρ. 176 ΚΠολΔ) και δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 1435/2023, ΑΠ 1272/2021, 260/2017, ΑΠ 685/2015,ΑΠ 1483/2013, ΑΠ 299/2012,ΑΠ 819/2011, ΑΠ 218/2003) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παρα... στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι ερημοδικούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/4/2019 αίτηση των 1) Κ. Ν. 2) Π. Ν.υ 3) Α. Κ. 4) Γ. Μ. 5) Ε. Χ.,6) Β. Π., 7) Α. Ν. για αναίρεση της υπ'αριθ.77/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παρα... στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ