Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
98/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of contradictory reasoning and inadmissible evidence.

Geschäftsnummer 98/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding marital property division. The appellant argued the lower court relied on contradictory evidence and failed to address specific financial documents, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(11)(c) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for procedural errors and substantive contradictions, rejecting arguments that evidence was ignored or reasoning was inconsistent when the lower court properly weighed all submitted documents.

Schlagwörter

KI-generiert
marital property division appellate review contradictory reasoning procedural admissibility legal costs allocation Code of Civil Procedure evidence evaluation gemeinsamer Haushalt

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 98 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 98/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χριστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/3/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη: Με την από 14-5-2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος), επικαλούμενος, κυρίως, ότι κατά την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς του με την εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα), ο γάμος του μετά της οποίας λύθηκε αμετακλήτως, επήλθε επαύξηση της περιουσίας της, με την υπ' αυτής κτήση κατά κυριότητα, κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, των περιγραφομένων στην αγωγή δύο ακινήτων, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν (αγωγή) εκτιθέμενα, ότι στην επαύξηση αυτή συνέβαλε αποκλειστικώς με τα εισοδήματά του ο ίδιος και κατ' ουδένα τρόπο η αντίδικος του, ζήτησε, κατά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του αυτής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του αποδώσει τα ανωτέρω ακίνητα κατά το ως άνω ποσοστό, άλλως να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει, νομιμοτόκως από της υπερημερίας του, την εξ 600.000 ευρώ αξία του επί των ακινήτων αυτών μεριδίου της, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 1400 επ.

ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επικουρικά δε, ισχυριζόμενος, ότι τα ανωτέρω ακίνητα, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) τα απέκτησε, αντί τιμήματος, αντιστοίχου προς τα δωρηθέντα υπ' αυτού προς αυτήν χρηματικά ποσά, ότι η τελευταία εφάνη αχάριστη προς αυτόν και τα κοινά τέκνα τους και ότι εξ αυτού του λόγου ανεκάλεσε τις δωρεές αυτές με την από 14-5-2008 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στην αντίδικο του με την υπ' αριθμ. .../16-5-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Κ.

Π., δήλωση την οποίαν επανέλαβε και με την αγωγή του αυτή, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε, επίσης κατά περιορισμό του επικουρικού καταψηφιστικού αυτού αιτήματος της αγωγής του αυτής, σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υπ' αυτού γενομένη ανάκληση των δωρεών αυτών και η υποχρέωση της αντιδίκου του να του καταβάλει, νομιμοτόκως από της υπερημερίας της, το ως άνω ποσό των 600.000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής, το ως άνω Πρωτοδικείο Καλαμάτας, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 107/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι είναι νόμω βάσιμη κατ' αμφότερες τις βάσεις της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 505, 509, 904 επ., 1400 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ, την δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κυρία βάση της, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσειούσης) να αποδώσει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) τα εν λόγω ακίνητα κατά το ως άνω ποσοστό της κυριότητάς της.

Κατά της ως άνω αποφάσεως, αμφότεροι οι διάδικοι, άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας τις από 8-12-2014 και 16-12-2014 αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων, αφού τις συνεκδίκασε, το Εφετείο αυτό εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 94/2016 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την εξ αυτών από 16-12-2014 έφεση της εναγομένης (αναιρεσειούσης), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 8- 12-2014 έφεση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε μεν την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως νόμω αβάσιμη και δέχθηκε δε αυτήν (αγωγή) κατά την επικουρική βάση της, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσειούσης) να αποδώσει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) τα ως άνω ακίνητα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, κατά το οποίο τα είχε αποκτήσει με τα δωρηθέντα σε αυτήν από τον τελευταίο χρηματικά ποσά, λόγω ανακλήσεως υπ' αυτού της προς αυτήν δωρεάς.

Κατ' αυτής της αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, που επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 23-2- 2017, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Γ. Π. επί του προσκομιζομένου εγκύρου αντιγράφου της, η εναγομένη άσκησε την 13-3-2017 την κρινομένη υπ' αριθμ. 13/2017 αίτησή της, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της.

Υπό τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ.1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά στο δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθείτε βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και, συνακολούθως, νομική αιτία.

Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις, που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αίτημα, οι οποίες δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απερρίφθη, να στηρίξει με νέα αγωγή το όμοιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία.

Η βάση, όμως, επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απορρίψεως, κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απορρίψεως.

Προκειμένου, επομένως, να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του, ήδη με νέα αγωγή, φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως, όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1661/2008, ΑΠ 759/2006).

Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 656/2016).

Περαιτέρω, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ. 8(β) ΚΠολΔ, αλλά τότε μόνον όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο, που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτον, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΟλΑΠ 1339/1985).? Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8(β) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον κατατείνοντα στην απόρριψη της επικουρικής βάσεως της εναντίον της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τον οποίον πρωτοδίκως προέβαλε με τις προτάσεις της και επανέφερε ενώπιον του με τις υποβληθείσες προτάσεις της, ισχυρισμό της περί υπάρξεως δεδικασμένου, το οποίον προκύπτει από την υπ' αριθμ. 155/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1065/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσίβλητο αίτηση αναιρέσεως, και με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 24-2- 2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Από την επισκόπηση, για την έρευνα της βασιμότητος του λόγου αυτού αναιρέσεως, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, από 24-2-2006 αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσειούσης, ο αναιρεσίβλητος, ζήτησε να αναγνωρισθούν άκυρες, ως εικονικές, οι συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων υπ' αριθμ. ...13.3.1985 και ...26.2.1987 συμβολαίων αντιστοίχως των συμβολαιογράφων Αθηνών Μ.

Γ. - Δ. και Γ.Ι. Π. Δ., κατά το μέρος τους που μεταβιβάσθηκε με αυτές στην αναιρεσίβλητη λόγω πωλήσεως, το 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων στην αγωγή δύο ακινήτων, να αναγνωρισθεί, επίσης, ότι υπό τις δικαιοπραξίες αυτές καλύπτεται δωρεά εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) προς αυτήν (αναιρεσίβλητη) των μεταβιβασθέντων αυτών στην τελευταία ιδανικών μεριδίων επί των ακινήτων, με σκοπό, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει νόμιμος λόγος ανακλήσεως της κρυπτομένης αυτής δωρεάς λόγω της επικαλούμενης αχαριστίας της αναιρεσειούσης προς τον ίδιο (αναιρεσίβλητο).

Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας εξέδωσε την υπ' αριθμ. 26/2008 οριστική απόφασή του, με την οποία την απέρριψε ως αβάσιμη. Κατ' αυτής της αποφάσεως ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας την από 2-4-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 155/2009 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως, ήδη δε αμετακλήτως λόγω απορρίψεως της κατ' αυτής ασκηθείσης από τον αναιρεσίβλητο αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 1065/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), ότι με τα αναφερόμενα συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα οι διάδικοι, τότε σύζυγοι, απέκτησαν κατά κυριότητα, λόγω αγοράς, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τα εν λόγω και εν προκειμένω επίδικα ακίνητα, ήτοι ένα ισόγειο κατάστημα στην πόλη των Αθηνών και ένα οικόπεδο στην πόλη της Καλαμάτας, ότι στην εξόφληση του τιμήματος συνέβαλαν και οι δύο διάδικοι με τα εισοδήματά τους, ο μεν ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) από την εργασία του ως οδοντιάτρου και την εκμετάλλευση κινηματογράφου, η δε εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) από την εκμίσθωση διαμερισμάτων της στην Αθήνα, χωρίς όμως, λόγω του κοινού συζυγικού βίου των διαδίκων να μπορεί να εξακριβωθεί ποιο ακριβώς ποσό κατέβαλε καθένας αυτών και ότι κατά την κατάρτιση των ειρημένων αγοραπωλησιών οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως όλων των συμβληθέντων (ενάγοντος και εναγομένης αφ' ενός, και οικοπεδούχων και νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρείας στην πρώτη περίπτωση, και πωλητών- κυρίων του οικοπέδου στη δεύτερη, αφ' ετέρου) έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, δεν υπεκρύπτετο δε κάτω από τις αγοραποίλησίες αυτές δωρεά ή χαριστική πρόθεση του ενάγοντος υπέρ της εναγομένης για το ποσοστό της συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου) που η τελευταία αποκτούσε επί των αγοραζομένων από τους διαδίκους ως άνω ακινήτων.

Περαιτέρω, προκύπτει από την επισκόπηση των από 3Θ-8-2012 και 2-11-2015 προτάσεων της ήδη αναιρεσειούσης, που υπέβαλε αντιστοίχως ενώπιον των ως άνω Πρωτοδικείου Καλαμάτας και Εφετείου Καλαμάτας προς απόκρουση της εναντίον της ενδίκου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε και επανέφερε, αντιστοίχως, νομίμως, προς απόκρουση της ως άνω επικουρικής βάσεως της ενδίκου αγωγής, τον ως άνω ισχυρισμό της, ότι έχει κριθεί μετά δυνάμεως δεδικασμένου με την ως άνω υπ' αριθμ. 155/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και δεν υπεκρύπτετο κάτω από τις αγοραπωλησίες αυτές δωρεά ή χαριστική πρόθεση του ενάγοντος υπέρ της εναγομένης για το ποσοστό της συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου), που η τελευταία αποκτούσε επί των αγοραζομένων από τους διαδίκους ως άνω ακινήτων, και επομένως ένεκα αυτού η αγωγή αυτή του αντιδίκου της, κατά την εν λόγω επικουρική βάση της είναι απορριπτέα.

Όμως, η ανωτέρω κρίση της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 155/2009 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, και το εξ αυτής προκύπτον δεδικασμένο, δεν καταλαμβάνει την προκειμένη περίπτωση και επομένως, δεν συνεπάγεται την απόρριψη της κρινομένης αγωγής ως αβασίμου. Και τούτο διότι στην προκειμένη επίδικη περίπτωση, αντικείμενο της διαφοράς, κατά τα εκτιθέμενα στην εν προκειμένω εξεταζομένη, επικουρική βάση της επιδίκου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν αποτελεί η εικονικότητα των εν λόγω αγοραπωλησιών και οι υπ' αυτήν υποκρυπτόμενες δωρεές του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, κατά το ποσοστό της κυριότητας που περιήλθαν στην τελευταία τα επίδικα ακίνητα, αλλά (αποτελεί αντικείμενο) το αν το τίμημα, που η αναιρεσείουσα κατέβαλε για την πράγματι, όπως δέχεται η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, απόκτησή τους, αποτελεί χρηματική δωρεά του αναιρεσιβλήτου προς αυτήν, η οποία ανακλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο λόγω αχαριστίας της τελευταίας, προκύπτοντος έτσι, ότι η προκειμένη διαφορά εδράζεται σε διαφορετική νομική και πραγματική αιτία από εκείνη, για την οποία υφίσταται το επικαλούμενο, κατά τα ανωτέρω, από την αναιρεσείουσα δεδικασμένο.

Επομένως, από τις παραδοχές του Εφετείου, ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του, η επικουρική αγωγική βάση της ενδίκου αγωγής, η στηριζόμενη στους ισχυρισμούς του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ότι το τίμημα, που κατέβαλε η εναγομένη - αναιρεσείουσα για την υπ' αυτής απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ήτοι:

α) του υπό στοιχεία … ισογείου καταστήματος, εμβαδού 79 τ.μ. με πατάρι επιφανείας 40 τ.μ., σε πολυκατοικία επί των οδών ... και ... στην περιοχή ... στην Αθήνα, που απέκτησε από κοινού με τον ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί πραγματικού τιμήματος 6.000.000 δραχμών, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...13.3.1985 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μ.

Γ. - Δ. και β) του αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 439,42 τ.μ., που βρίσκεται εντός της πόλεως της Καλαμάτας, στο υπ' ... Ο.Τ. του σχεδίου πόλης, στη διασταύρωση των οδών ..., που απέκτησε, επίσης από κοινού με τον ενάγοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω πώλησης, αντί πραγματικού τιμήματος 8.000.000 δραχμών δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...26.2.1987 συμβολαίου πωλήσεως του συμβ/φου Π.

Π. Δ., προέρχεται αποκλειστικά από χρηματικές δωρεές, στις οποίες προέβη προς αυτήν ο ίδιος (ενάγων - αναιρεσίβλητος), σε ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης στο πρόσωπο της, δεδομένου ότι αυτές (δωρεές) εγένοντο κατά το χρονικό διάστημα που η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν ακόμα ομαλή και αρμονική και δεν προμήνυε τις σφοδρές έριδες, διαφωνίες και εντάσεις, που επακολούθησαν και είχαν ως αποτέλεσμα την λύση του γάμου τους, και περαιτέρω δεχόμενο, ότι είναι, κατά τούτο, ουσία βάσιμη, ως και ότι οι δωρεές αυτές υπόκεινται, επομένως, σε ανάκληση λόγω αχαριστίας της αναιρεσειούσης, προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη του (το Εφετείο) τον ανωτέρω περί δεδικασμένου ισχυρισμό της αναιρεσειούσης και εκ του πράγματος, με τις ανωτέρω αντίθετες παραδοχές του, τον απέρριψε σιγή.

Συνεπώς, ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 8(β) ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8(α) ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση τις δίκης ισχυρισμό της, τον οποίον πρωτοδίκως με τις προτάσεις προέβαλε και κατ' έφεση, με τον δεύτερο λόγο της από 16-12-2014 εφέσεώς της κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, επανέφερε, ζητώντας την εξαφάνισή της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά την κυρία βάση της που είχε γίνει δεκτή ως εν μέρει ουσία βάσιμη, και ο οποίος συνίσταται στο ότι από την υπ' αριθμ. 28/2008 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε επί προηγηθείσης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής και είχε ως αντικείμενο την τύχη των χρημάτων του κοινού αυτής και εκείνου τραπεζικού τους λογαριασμού και με την οποία κρίθηκε, τόσο η πηγή των εισοδημάτων τους κατά το επίδικο εκείνο χρονικό διάστημα, όσο και κατά την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους και έγινε δεκτή η συμμετοχή, κατά το ήμισυ εκάστου σε αυτόν (εν λόγω κοινό λογαριασμό τους), σε συνδυασμό με τις ομολογίες του αναιρεσιβλήτου, όπως περαιτέρω προβάλλει η αναιρεσείουσα, ότι η προέλευση των σχετικών πόρων, που διατέθηκαν για την απόκτηση των άνω ακινήτων, είναι η ίδια από την οποία δημιουργήθηκαν τα αμοιβαία κεφάλαια και οι καταθέσεις ταμιευτηρίου, "παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο και πάντως πλήρης απόδειξη, ότι τα ως άνω δύο ακίνητα που απέκτησε με τον αναιρεσίβλητο κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, αποκτήθηκαν με χρηματικά ποσά που διέθεσαν αμφότεροι, κατά το ήμισυ έκαστος.

Ο λόγος αυτός καθ' ο μέρος αναφέρεται στην επίκληση δεδικασμένου, που συνεπάγεται την για τον επικαλούμενο λόγο, απόρριψη της αγωγής είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και τούτο διότι από τις προαναφερόμενες σχετικές παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσειούσης και εκ του πράγματος, με τις ανωτέρω αντίθετες παραδοχές του, τον απέρριψε σιγή ως αβάσιμο, για τον λόγο ότι η προκειμένη διαφορά εδράζεται σε διαφορετική νομική και πραγματική αιτία από εκείνη, για την οποία υφίσταται το επικαλούμενο, κατά τα ανωτέρω, από την αναιρεσείουσα δεδικασμένο και επομένως δεν την καταλαμβάνει.

Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά.- Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, "Ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. "Αχαριστία", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογισθεί σ' αυτόν (ΑΠ 1816/2013).

Η κατά τα ανωτέρω ανάκληση της δωρεάς γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 509 ΑΚ, με δήλωση προς τον δωρεοδόχο η οποία δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο και μπορεί να γίνει και προφορικώς. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, πληροφορήθηκε τον λόγο της ανακλήσεως.

Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, δεν αρχίζει, εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον λόγο της αχαριστίας, είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανακλήσεως της δωρεάς, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανώτερω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1043/2000, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1375/2014).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 256 αρ. 1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων: 1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει" και η οποία, κατά τα άρθρα 255 και 279 ΑΚ, εφαρμόζεται και επί της ως άνω ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς, προκύπτει ότι επί δωρεάς μεταξύ συζύγων, που έγινε διαρκούντος του γάμου, η ως άνω ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανακλήσεως της δωρεάς αρχίζει να τρέχει από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου και συμπληρώνεται με την πάροδο έτους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, ότι με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν παραπτώματα, τα οποία εξακολουθητικώς έλαβαν χώρα από το 1994 έως και την άσκηση της αγωγής αυτής, κατά την 15-5-2009 και στα οποία υπέπεσε σε βάρος του ιδίου και των κοινών τέκνων τους, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εφάνη αχάριστη προς αυτόν, ότι ένεκα τούτου αφ' ενός μεν με την από 14-5-2008 εξώδικη δήλωσή του, που της επέδωσε με την υπ' αριθμ. .../16-5-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Κ.

Π., αφ' ετέρου με την κρινόμενη αυτή αγωγή, δήλωσε προς τελευταία (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) ότι ανακαλεί τις προς αυτήν δωρεές των χρηματικών ποσών, που εν συνεχεία αυτή διέθεσε προς απόκτηση της κυριότητος, από κοινού μετ' αυτού και κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, των προαναφερομένων ακινήτων ήτοι:

α) του υπό στοιχεία ... ισογείου καταστήματος, εμβαδού 79 τ.μ. με πατάρι επιφανείας 40 τ.μ., σε πολυκατοικία επί των οδών ... και ... στην περιοχή ... στην Αθήνα, που απέκτησαν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...13.3.1985 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Μ. Γ. - Δ. και β) του αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 439,42 τ.μ., που βρίσκεται εντός της πόλεως της Καλαμάτας, στο υπ' ...

Ο.Τ. του σχεδίου πόλης, στη διασταύρωση των οδών ..., που απέκτησαν, επίσης από κοινού, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...26.2.1987 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβ/φου Π. Π. Δ.. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε ενάγων - αναιρεσίβλητος, να αναγνωρισθεί η υπ' αυτού γενομένη ανάκληση λόγω αχαριστίας των ανωτέρω προς την εναγομένη - αναιρεσείουσα χρηματικών δωρεών και επίσης να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το εξ 600.000 ευρώ ποσό αυτών (χρηματικών δωρεών).

Το Εφετείο, ως προς την επικουρική αυτή βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 28.10.1977 στην Καλαμάτα, από τον οποίο απέκτησαν δύο, ενήλικα ήδη, τέκνα, τη Φ., που γεννήθηκε το έτος 1979 και τον Χ., που γεννήθηκε το έτος 1982. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά τον Απρίλιο του έτους 2001 και στη συνέχεια ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 165/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 136/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και κατέστη αμετάκλητη στις 16.5.2007 με δήλωση των διαδίκων στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας, ότι παραιτούνται από την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους η εναγομένη δεν είχε ατομική περιουσία, ενώ κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, διατηρούσε στην ιδιοκτησία της τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα, ήτοι: α) μία γκαρσονιέρα, επιφανείας 18 τετρ. μέτρων, επί της οδού ...

στην Καλαμάτα, την οποία της μεταβίβασαν οι γονείς της κατά το έτος 1989 λόγω γονικής παροχής, β) δύο διαμερίσματα, επί της οδού ... στην Αθήνα, επιφανείας 66 τετρ. μέτρων και 48 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, τα οποία της μεταβίβασαν οι γονείς της, ως προίκα, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον ενάγοντα, γ) με το υπ' αριθμ. ...13.3.1985 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μ.

Γ. - Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (στον τόμοι ... και με αυξ. ...), απέκτησε από κοινού με τον ενάγοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω πώλησης, αντί πραγματικού τιμήματος 6.000.000 δραχμών, το υπό στοιχεία ... ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 79 τετρ. μέτρων με πατάρι επιφανείας 40 τετρ.

μέτρων, σε πολυκατοικία επί των οδών ... και ... στην περιοχή ... στην Αθήνα και δ) με το υπ' αριθμ. ...26.2.1987 συμβόλαιο πώλησης του συμβ/φου Π. Π. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας (στον τόμο … και με αυξ. αριθμ. …), απέκτησε από κοινού με τον ενάγοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω πώλησης, αντί πραγματικού τιμήματος 8.000.000 δραχμών, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 439,42 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται εντός της πόλης της Καλαμάτας, στο υπ' ... Ο.Τ. του σχεδίου πόλης, στη διασταύρωση των οδών ... επί του οικοπέδου αυτού ανεγέρθηκε κατά τα έτη 1987-1989 τριώροφη κεραμοσκεπής οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 120,50 τετρ. μέτρων καθώς και από πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους, που αποτελούν μία ενιαία κατοικία - μεζονέτα, αναπτυγμένη σε δύο επίπεδα, επιφανείας του πρώτου ορόφου 120.50 τετρ.

μέτρων (αποτελούμενος από κουζίνα, καθιστικό, λίβινγκ - ρούμ, λουτρό, κοιτώνα και βεράντες), επιφανείας δε του δευτέρου ορόφου 84,35 τετρ. μέτρων (αποτελούμενος από το., κοιτώνες, λουτρό και βεράντες), για την κατασκευή της οποίας δαπανήθηκε το ποσό των 25.000.000 δραχμών περίπου. Η αξία του ακινήτου αυτού, ήτοι του οικοπέδου μετά της τριώροφης επ' αυτού οικίας, η οποία απετέλεσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και των τέκνων τους, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 650.000 ευρώ, η αξία δε του μεριδίου της εναγομένης σε 325.000 ευρώ.

Επίσης, η αξία του υπό στοιχεία γ) ισογείου καταστήματος, κατά τον αυτό ως άνω χρόνο, ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, η αξία δε του μεριδίου της εναγομένης σε 75.000 ευρώ. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η εναγομένη κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα απέκτησε τα υπό στοιχεία γ) και δ) περιουσιακά στοιχεία, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, τα οποία κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους βρίσκονταν στην κυριότητά της, συνολικής αξίας (325.000 + 75.000) 400.000 ευρώ, κατά δε το ποσό αυτό αυξήθηκε η περιουσία της κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το έτος 1975 (πριν ακόμα την τέλεση του γάμου του με την εναγομένη) ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου στην Καλαμάτα, ενώ η εναγομένη ασχολείτο αποκλειστικά με τη φροντίδα της οικίας τους και την ανατροφή των τέκνων τους, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1979 και 1982, αντίστοιχα και δεν έχει ποτέ εργασθεί.

Οι διάδικοι από το χρόνο τέλεσης του γάμου τους μέχρι το έτος 1989, ότε μετακόμισαν στην τριώροφη ανωτέρω οικία, διέμεναν σε διαμέρισμα, εμβαδού 120 τετρ. μέτρων, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας επί της πλατείας ..., στην Καλαμάτα, όπου μέχρι το έτος 1981 διατηρούσε ο ενάγων και το οδοντιατρείο του, ακολούθως δε μετέφερε το ιατρείο του σε διπλανό μίσθιο διαμέρισμα.

Συγχρόνως, διατηρούσε και εργαστήριο τεχνητών οδόντων για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά δικών του ασθενών. Ο έγγαμος βίος των διαδίκων ήταν γενικά αρμονικός μέχρι και το έτος 1994, ότε επήλθε σταδιακή απομάκρυνση και διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους, που συνοδεύτηκε από έντονες αντεγκλήσεις, αντιδικία και σοβαρές μεταξύ τους προστριβές, κυρίως λόγω του εγωιστικού και εριστικού χαρακτήρα της εναγομένης, σε αντίθεση με τον ήπιο και διαλλακτικό χαρακτήρα του ενάγοντος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα και αυτά τα τέκνα των διαδίκων να παραμείνουν, μετά την οριστική διάσταση των γονέων τους, με τον πατέρα τους (με δική τους ανεπιφύλακτη επιλογή), στον οποίο παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής τους στέγης, ενώ η μητέρα τους μετοίκησε έκτοτε σε έτερη (πατρική της) οικία επί της οδού ...

στην Καλαμάτα. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο ενάγων απεκόμισε: α) από την άσκηση του επαγγέλματος του το συνολικό ποσό των 65.000.000 δραχμών περίπου (όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αυτόν εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών), β) από εκποίηση ομολόγων της Αγροτικής Τράπεζας, κατά το έτος 1983, το ποσό των 12.000.000 δραχμών, γ) από είσπραξη μισθωμάτων, που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο του επί του κοινού (με την εναγομένη) καταστήματος στην Αθήνα και άλλων ακινήτων, που κληρονόμησε από τον πατέρα του Χ.

Κ., που απεβίωσε το έτος 1984, το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών περίπου, δ) από εκποίηση, κατά το έτος 1989, ακινήτου της μητέρας του Φ. Κ., το ποσό των 5.000.000 δραχμών καθώς και ε) το ποσό των 2.500.000 δραχμών περίπου από την εκμετάλλευση ελαιοπεριβόλου, ιδιοκτησίας του, έκτασης 4 στρεμμάτων με 72 ελαιόδενδρα, από πώληση ελαιολάδου και εκταμίευση επιδοτήσεων, ήτοι συνολικά το ποσό των 91.500.000 δραχμών (ή 270.000 ευρώ περίπου).

Αντιθέτως, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εναγόμενη δεν εργαζόταν, αλλά ασχολείτο με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ από το έτος 1996 προσέφερε, χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα (μισθό) τις υπηρεσίες της ως βοηθός - γραμματέας στο ιατρείο του αδελφού της Γ. Λ., στην Καλαμάτα. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι η απόκτηση εκ μέρους της εναγομένης, των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο, δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων αγοράς, στα υπό στοιχεία γ) και δ) ακίνητα προέρχονται αποκλειστικά από χρηματικές δωρεές, στις οποίες προέβη ο ενάγων προς αυτήν, σε ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης στο πρόσωπο της, δεδομένου ότι αυτές (δωρεές) εγένοντο κατά το χρονικό διάστημα που η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν ακόμα ομαλή και αρμονική και δεν προμήνυε τις σφοδρές έριδες, διαφωνίες και εντάσεις, που επακολούθησαν και είχαν ως αποτέλεσμα τη λύση του γάμου τους.

Εξάλλου, τα όποια εισοδήματα της εναγομένης, προερχόμενα από μισθώματα ακινήτων, ιδιοκτησίας της συνολικού ποσού 23.000.000 δραχμών περίπου (καθόλο το χρονικό διάστημα του γάμου τους), κατατίθεντο σε κοινούς (με τον ενάγοντα) τραπεζικούς λογαριασμούς, που διατηρούσαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, τα οποία η εναγομένη έσπευσε (εν αγνοία του ενάγοντος) να αναλάβει αμέσως μόλις επήλθε η οριστική διάσπαση του έγγαμου βίου τους (αναλαμβάνοντας μάλιστα το συνολικό ποσό των 60.000.000 δραχμών, που προήλθε από ρευστοποίηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων), ανακτώντας με τον τρόπο αυτό το σύνολο της συμμετοχής της στη δημιουργία του οικογενειακού ταμείου.

Άλλωστε, οι καθημερινές προσωπικές της και λοιπές οικογενειακές ανάγκες, όπως διατροφή, ένδυση, δαπάνες μόρφωσης των τέκνων, ψυχαγωγία, απασχόληση οικιακών βοηθών κ.λ.π. καλύπτονταν αποκλειστικά από τα εισοδήματα του ενάγοντος καθώς και το σύνολο των εξόδων για πανεπιστημιακές σπουδές των τέκνων τους στο εξωτερικό.

Ωστόσο η εναγομένη επέδειξε αχαριστία και έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον δωρητή, σύζυγο της και τα τέκνα τους, με πράξεις και παραλείψεις, που καταδεικνύουν υπαίτια εκ μέρους της αντικοινωνική συμπεριφορά, που αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και συνιστούν βαρέα παραπτώματα, που σε κάθε περίπτωση υπερβαίνουν το μέτρο της συνήθους, μεταξύ συζύγων, αντιδικίας στα πλαίσια λύσης του γάμου τους.

Ειδικότερα, η εναγομένη από το έτος 1996 και μετέπειτα παραμέλησε σταδιακά τη φροντίδα του συζυγικού οίκου και των τέκνων, έπαυσε να επιμελείται των υποθέσεων της οικίας και των μελών της οικογενείας της, τις οποίες είχαν αναλάβει τρίτα πρόσωπα (οικιακοί βοηθοί), ασχολούμενη σχεδόν αποκλειστικά και σε καθημερινή βάση με τις υποθέσεις του αδελφού της Γ.

Λ.. Η απουσία της από την οικογενειακή στέγη ήταν μόνιμη και διαρκής και είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από τους διαπληκτισμούς με τον σύζυγο της, που διαφωνούσε με την συμπεριφορά της αυτή, την ψυχική της απομάκρυνση από τα τέκνα της, τα οποία είχαν ανάγκη την παρουσία της και τη στήριξή της στην εύθραυστη περίοδο της εφηβείας τους αλλά και κατά τη διάρκεια των σχολικών τους εξετάσεων.

Μάλιστα, όπως τα ίδια τα τέκνα της επιβεβαιώνουν, αυτή, με δική της αποκλειστικά ευθύνη και υπαιτιότητα, έχει, όχι μόνο πλήρως απομακρυνθεί και αποστασιοποιηθεί από αυτά, αλλά ενίοτε τα εξυβρίζει, αποκαλώντας τα "πουλημένα", επειδή επέλεξαν να ζουν με τον πατέρα τους (ο οποίος σημειωτέον βρίσκεται διαρκώς κοντά τους και τα στηρίζει συναισθηματικά, οικονομικά και επαγγελματικά) αλλά επιτρέπει και σε συγγενικά της πρόσωπα (όπως τη μητέρα της και γιαγιά τους) να τα αποκαλεί "μουλόπαιδα" και να τα απαξιώνουν με τη στάση τους αυτή.

Εξίσου περιφρονητική και εχθρική είναι η συμπεριφορά της και προς τον ενάγοντα, τον οποίο διαρκώς απαξιώνει ενώπιον τρίτων προσώπων, καθυβρίζει και χειρονομεί σε βάρος του (με πτυσίματα και άλλες άκρως εξυβριστικές χειρονομίες), όταν αντιληφθεί την παρουσία του σε δημόσιο χώρο, προηγουμένως δε, και συγκεκριμένα κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2001, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη επέλθει οριστική διάσπαση του έγγαμου βίου τους από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, ισχυρίστηκε, έχοντας πλήρη γνώση της αναλήθειας του ισχυρισμού της, ότι αυτός διατηρεί ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα, προκαλώντας του με την στάση της αυτή αφόρητη θλίψη και άλγος.

Αποκορύφωμα, ωστόσο, της αχάριστης συμπεριφοράς της τόσο προς το δωρητή, σύζυγο της, όσο και προς τα τέκνα τους είναι το γεγονός ότι, αν και δεν αντιμετωπίζει οικονομικά ή στεγαστικά προβλήματα και γνωρίζει ότι τα αποκτηθέντα ιδανικά της μερίδια επί των προαναφερομένων δύο ακινήτων συνιστούν δωρεές του ενάγοντος προς αυτήν, με την από 18.5.2001 αγωγή της ζήτησε την αυτούσια άλλως δια πλειστηριασμού διανομή της οικογενειακής τους στέγης, όπου διαμένουν ο ενάγων και τα τέκνα τους, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 98/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία ανέβαλε την συζήτηση της αγωγής διανομής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης διαφοράς.

Αντιθέτως, ο ενάγων έχει ήδη από το έτος 2001 (με το υπ' αριθμ. ...20.7.2001 συμβόλαιο γονικής παροχής, που έχει νόμιμα μεταγραφεί) παραχωρήσει στα τέκνα τους την ψιλή κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου επί της οικογενειακής τους στέγης, καλώντας επανειλημμένα και την εναγομένη να πράξει το ίδιο, η οποία, ωστόσο, αρνείται και φέρεται να εμμένει στην αξίωση διανομής του κοινού αυτού ακινήτου, αδιαφορώντας για τις δυσάρεστες συνέπειες από την πιθανή απώλειά του, λόγω πώλησης αυτού με εκούσιο πλειστηριασμό, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής της.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους ο ενάγων (δωρητής) έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τις επίμαχες, σημαντικής χρηματικής και συναισθηματικής αξίας, δωρεές, που αφιλοκερδώς πραγματοποίησε προς την εναγομένη (δωρεοδόχο), κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αφού αυτή φάνηκε με βαρέα παραπτώματα αχάριστη προς αυτόν και τα τέκνα τους, εκδηλώνοντας αξιόμεμπτη συμπεριφορά, η οποία φανερώνει αγνωμοσύνη στην ανιδιοτελή χειρονομία του δωρητή.".

Με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της, τον οποίον, παραδεκτώς, πρωτοδίκως είχε προβάλει και στην δίκη ενώπιον του Εφετείου είχε επαναφέρει με τις προτάσεις της, ότι η κρινόμενη επικουρική βάση της αγωγής ήταν απορριπτέα, εκ του λόγου ότι το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς ανάκληση των ως άνω χρηματικών δωρεών είχε υποπέσει στην, κατά το άρθρο 510 αρ. 1 ΑΚ ετήσια αποσβεστική προθεσμία, δεδομένου ότι τα συνιστώντα την επικαλουμένη από τον τελευταίο αχαριστία περιστατικά, ανάγονται στα έτη 1994 έως 2005 και έκτοτε μέχρι της κατά την 15-5-2009 κοινοποίηση σε αυτήν της κρινόμενης αγωγής συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής (αποσβεστικής προθεσμίας).

Όμως, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του και ειδικότερα, ότι η εναγομένη από το έτος 1996 και μετέπειτα παραμέλησε σταδιακά τη φροντίδα του συζυγικού οίκου και των τέκνων, έπαυσε να επιμελείται των υποθέσεων της οικίας και των μελών της οικογενείας της, τις οποίες είχαν αναλάβει τρίτα πρόσωπα (οικιακοί βοηθοί), ασχολούμενη σχεδόν αποκλειστικά και σε καθημερινή βάση με τις υποθέσεις του αδελφού της Γ.

Λ., ότι η απουσία της από την οικογενειακή στέγη ήταν μόνιμη και διαρκής και είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από τους διαπληκτισμούς με τον σύζυγο της, που διαφωνούσε με την συμπεριφορά της αυτή, την ψυχική της απομάκρυνση από τα τέκνα της, τα οποία είχαν ανάγκη την παρουσία της και τη στήριξή της στην εύθραυστη περίοδο της εφηβείας τους αλλά και κατά τη διάρκεια των σχολικών τους εξετάσεων, ότι έχει, όχι μόνο πλήρως απομακρυνθεί και αποστασιοποιηθεί από τα κοινά τέκνα αυτής και του αντιδίκου της, αλλά ενίοτε τα εξυβρίζει, αποκαλώντας τα "πουλημένα", επειδή επέλεξαν να ζουν με τον αναιρεσίβλητο πατέρα τους, ότι επιτρέπει και σε συγγενικά της πρόσωπα (όπως την μητέρα της και γιαγιά τους) να τα αποκαλούν "μουλόπαιδα" και να τα απαξιώνουν με τη στάση τους αυτή, ότι εξίσου περιφρονητική και εχθρική είναι η συμπεριφορά της και προς τον αναιρεσίβλητο, τον οποία διαρκώς απαξιώνει ενώπιον τρίτων προσώπων, καθυβρίζει και χειρονομεί σε βάρος του (με πτυσίματα και άλλες άκρως εξυβριστικές χειρονομίες), όταν αντιληφθεί την παρουσία του σε δημόσιο χώρο και ότι κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2001, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη επέλθει οριστική διάσπαση του έγγαμου βίου τους από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, ισχυρίστηκε, έχοντας πλήρη γνώση της αναλήθειας του ισχυρισμού της, ότι αυτός διατηρεί ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα, σαφώς προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα περιστατικά αχαριστίας της εναγομένης - αναιρεσειούσης εξακολουθητικώς έλαβαν χώρα μέχρι και του χρόνου επιδόσεως, κατά την 15-5-2009, σ' αυτήν της κρινομένης αγωγής, στην οποίαν, όπως προαναφέρεται, περιλαμβανόταν η προς αυτήν δήλωση ανακλήσεως των επιδίκων δωρεών.

Επομένως, από τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του προκύπτει, ότι το Εφετείο εκ των πραγμάτων έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσειούσης και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν, τα αντίθετα, που ως άνω με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, και ειδικότερα, ότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά αχαριστίας της αναιρεσειούσης εξακολουθητικά διήρκεσαν μέχρι της ασκήσεως της αγωγής και ότι με την αγωγή αυτήν ο αναιρεσείων δήλωσε προς την αντίδικο του ότι ανακαλεί τις επίδικες δωρεές, το Εφετείο ορθά εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 510 αρ. 1 ΑΚ.

Συνεπώς, τα αντίθετα, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.1(α) ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα,τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του και ειδικότερα: α) ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος από το έτος 1975, πριν ακόμα την, κατά την 28-10-1977, τέλεση του γάμου του με την εναγομένη - αναιρεσείουσα, ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου στην Καλαμάτα, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος απεκόμισε:

α) από την άσκηση του επαγγέλματος του το συνολικό ποσό των 65.000.000 δραχμών περίπου (ήτοι κατά μέσο όρο 2.708.000 δραχμές μηνιαίως), β) από εκποίηση ομολόγων της Αγροτικής Τράπεζας, κατά το έτος 1983, το ποσό των 12.000.000 δραχμών, γ) από είσπραξη μισθωμάτων, που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο του επί του κοινού (με την εναγομένη) καταστήματος στην Αθήνα και άλλων ακινήτων, που κληρονόμησε από τον πατέρα του Χ.

Κ., που απεβίωσε το έτος 1984, το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών περίπου, δ) από εκποίηση, κατά το έτος 1989, ακινήτου της μητέρας του Φ. Κ., το ποσό των 5.000.000 δραχμών καθώς και ε) το ποσό των 2.500.000 δραχμών περίπου από την εκμετάλλευση ελαιοπεριβόλου, ιδιοκτησίας του, έκτασης 4 στρεμμάτων με 72 ελαιόδενδρα, από πώληση ελαιολάδου και εκταμίευση επιδοτήσεων, ήτοι συνολικά το ποσό των 91.500.000 δραχμών (ή 270.000 ευρώ περίπου), β) ότι με το υπ' αριθμ. ...13- 3-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μ.

Γ. - Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών η αναιρεσείουσα απέκτησε κατά κυριότητα, από κοινού με τον ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί πραγματικού τιμήματος 6.000.000 δραχμών, το υπό στοιχεία ... ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 79 τ.μ. με πατάρι επιφανείας 40 τ.μ., σε πολυκατοικία επί των οδών ...

και ... στην περιοχή ... στην Αθήνα, ότι με το υπ' αριθμ. ...26-2-1987 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο πώλησης του συμβ/φου Π. Π. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας η αναιρεσείουσα, απέκτησε κατά κυριότητα επίσης από κοινού με τον ενάγοντα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί πραγματικού τιμήματος 8.000.000 δραχμών, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 439,42 τ.μ., που βρίσκεται εντός της πόλεως της Καλαμάτας, στο υπ' ...

Ο.Τ. του σχεδίου πόλης, στη διασταύρωση των οδών ..., κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί του οποίου οι διάδικοι ανήγειραν κατά το χρονικό διάστημα 1987 -1989 τριώροφη οικία για την κατασκευή της οποίας δαπανήθηκε το ποσό των 25.000.000 ευρώ περίπου και γ) ότι το τίμημα που κατέβαλε η αναιρεσείουσα για την υπ' αυτής απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων κατά το ειρημένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου και για την ανέγερση της οικίας αυτής, προέρχεται αποκλειστικά από ισόποσες προς την αξία των μεριδίων της αυτών χρηματικές δωρεές, συνολικού ποσού 600.000 ευρώ, στις οποίες προέβη ο ενάγων προς αυτήν, σε ένδειξη αγάπης και αφοσίωσης στο πρόσωπο της, δεδομένου ότι αυτές (δωρεές) εγένοντο κατά το χρονικό διάστημα που η έγγαμη συμβίωση τους ήταν ακόμα ομαλή και αρμονική και δεν προμήνυε τις επακολουθήσασες σφοδρές έριδες, διαφωνίες και εντάσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα τη λύση του γάμου τους, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 496 και 505 ΑΚ, τις οποίες και ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, αφού ειδικότερα, διαλαμβάνει, ότι κατά τους χρόνους των εν λόγω χρηματικών δωρεών του προς την αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος, ενόψει των ως άνω σαφώς προσδιοριζομένων εισοδημάτων του, συνολικού ύψους 91.000.000 δραχμών, είχε την δυνατότητα να προβεί σε αυτές, στις οποίες και πράγματι προέβη, τις οποίες, εν συνεχεία, ανεκάλεσε, κατά τα επίσης προαναφερόμενα, λόγω της επιδειχθείσης αχαριστίας προς αυτόν και τα τέκνα τους από την αναιρεσείουσα.

Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 (γ) του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ1 όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.

Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, ότι τα επίδικα ακίνητα η αναιρεσείουσα τα απέκτησε, κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, με ισόποσα χρηματικά ποσά που της δώρησε ο αναιρεσίβλητος, δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν, ήτοι: "α) την ένορκη βεβαίωση .../7-9-2007 της συμβ/φου Ε.

Π., με την οποία ο Κ. Α., πωλητής του επί της οδού ... των Αθηνών επιδίκου καταστήματος, βεβαιώνει ότι "το ήμισυ του τιμήματος αγοράς καταβλήθηκε από μένα και ότι το εκτός συμβολαίου τίμημα καταβλήθηκε από δωρεά 2.000.000 δρχ του πατέρα της εναγομένης Λ. Λ.", β) την ένορκη βεβαίωση .../7-09-2007 της συμβ/φου Ε. Π., με την οποία ο Π.

Ν., μελετητής και επιβλέπων μηχανικός κατασκευής της επί της οδού ... της Καλαμάτας επίδικης κατοικίας, βεβαιώνει ότι : "Αμέσως μετά τους σεισμούς του Σεπτεμβρίου 1986 οι γονείς της εναγόμενης Λ. και Κ. Λ. μου ανέθεσαν να βρω οικόπεδο σε καλή περιοχή της Καλαμάτας γιατί ήθελαν να εγκατασταθεί η Κ. οικογενειακώς σε μονοκατοικία.

Υπέδειξα το οικόπεδο επί της οδού ... το οποίο αγόρασαν εξ' ημισίας οι διάδικοι. Στη συνέχεια μου ανέθεσαν την μελέτη και επίβλεψη ανέγερσης τριώροφης κατοικίας η οποία άρχισε το 1987 και περατώθηκε το 1989. Η συνολική δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής ανήλθε περίπου σε 25.000.000 δρχ και τα μισά τουλάχιστον από τα χρήματα αυτά τα διέθεσε η Κ.

Λ. και η οικογένεια της, δηλαδή οι γονείς της και ο αδελφός της Ι. Λ. οι οποίοι είναι οικονομικά ευκατάστατοι και διαθέτουν σημαντική περιουσία. Τα ανωτέρω περιστατικά τα γνωρίζω διότι ως επιβλέπων μηχανικός παρακολούθησα τις εν γένει εργασίες των συνεργείων και τις πληρωμές τους", γ) την ένορκη βεβαίωση 2.967/26-11-2004 της συμ/φου Ε.

Π., με την οποία η Α. Μ., που ήτο σύζυγος του αδελφού του ενάγοντος Ν. Κ., βεβαιώνει ότι "...ο κουνιάδος μου (ενάγων) έγινε γνωστός από την οικογένεια Λ. που είχε οικονομική και κοινωνική επιφάνεια, κάθε φορά που ερχόταν σπίτι μας έλεγε ας είναι καλά οι Λ. που βοηθούν χρηματικά στην ανέγερση της οικοδομής μας στην οδό ......", δ) την υπ' αριθ. ...1-2006 βεβαίωση της Δ/νσης Υγείας της Νομαρχίας Μεσσηνίας από την οποία διαψεύδεται πλήρως ο ισχυρισμός του αντιδίκου, τον οποίον υιοθέτησε ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τάχα διέθετε "εργαστήριο τεχνικών οδόντων" με σημαντικά κέρδη, ε) την υπ' αριθ. ...-11-2004 βεβαίωση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμοί Μεσσηνίας , από την οποία προκύπτει ότι από το έτος 1985 έως το 1994 ο αντίδικος δήλωσε συνολικά 2.174 κιλά λάδι.

ήτοι περίπου 200 κιλά το χρόνο, οπότε διαψεύδεται πλήρως ο ισχυρισμός της αγωγής του αντιδίκου, τον οποίον υιοθέτησε ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τάχα αυτός απεκόμισε "κέρδη 2.500.000 δραχμών από την πώληση ελαιολάδου", στ) Το επικυρωμένο αντίγραφο του με αριθ. ... διαβατηρίου μου από το οποίο προκύπτουν τα ταξίδια μου στη Ρουμανία, κατά τα έτη 1997 έως 2001, όπου συνόδευα και συνέδραμα τα παιδιά μου στις πανεπιστημιακές σπουδές τους ως και τα τραπεζικά εμβάσματα μέσω της Alpha Bank δια των οποίων απέστειλα στα παιδιά μου σημαντικά ποσά για τις σπουδές και τα έξοδα διαμονή τους, ζ) Το δικόγραφο των από 28.03.2013 προτάσεών του τις οποίες υπέβαλε κατά την ενώπιον του Πολ.Πρ.Καλαμάτας συζήτηση της αγωγής του στον πρώτο βαθμό, στην σελ. 17 και υπό αρ. 22 των οποίων, ομολογεί ότι "εκποίησε τα εκ δραχμών 12.082.527 αγροτικά ομόλογα τα έτη 1991, 1992, 1993" ήτοι μετά το χρόνο (1985 - 1989) απόκτησης των επιδίκων, αντίθετα δηλαδή με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "τα ομόλογα εκποιήθηκαν το 1983".

Και η) Τα εκκαθαριστικά σημειώματα της Εφορίας των οικονομικών ετών 1979 - 1990 από τα οποία αποδεικνύεται ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα από την εργασία του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που συμπίπτει με την αγορά των επιδίκων ακινήτων μας ανήρχετο μόλις σε 7.000.334 δρχ, όπερ επιβεβαιώνεται και στη σελ. 8 υπό (β) του δικογράφου της εφέσεώς του.".

Από την βεβαίωση όμως του Εφετείου, ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα.

Σημειώνεται ότι στην πληττόμενη απόφαση γίνεται σαφή αναφορά των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίοι λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενόψει του ότι είχαν προσκομιστεί σε άλλες δίκες μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Επομένως, ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 (γ) ΚΠολΔ τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άνω άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο, τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, την έφεσή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία παραπονέθηκε για την μερική παραδοχή της κυρίας βάσεως της αγωγής του την οποίαν όμως απέρριψε ως μη νόμιμη, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, με βάση τις παραδοχές του, αληθώς απορρίπτει την έφεση του ενάγοντος και δέχεται την έφεση της εναγομένης.

Ο λόγος αυτός, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν στοιχειοθετεί αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό την εκτεθείσα έννοια και επομένως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-3-2017 αίτηση της Κ. Λ. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 94/2016 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.-

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ