Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
651/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against bank loan decision due to inadmissible arguments and procedural errors.

Geschäftsnummer 651/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding bank loans for agricultural expansion. The appellant argued the lower court ignored his defense points and considered evidence not proposed by the banks, but the court found these claims unsupported by the record or procedurally inadmissible in this stage. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were directed to the State Fund rather than the appellant.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(5)(a) and 744 of the Code of Civil Procedure; The appellant's arguments regarding the lower court's failure to consider specific defense points or evidence not proposed by the opposing party are inadmissible in the appeal stage under the inquisitorial system governing evidence collection.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility agricultural loans inquisitorial system evidence collection State Fund costs bank dispute procedural error Erfasste Tätigkeiten und Erzeugnisse

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(5)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 744 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 651 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 651/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κακαβέλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στα Σέρβια Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στα Σέρβια Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στα Σέρβια Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις από 4-12-2020 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 6951Γ/15-11-2018, 6940Γ/15-11-2018 και 6937Γ/15-11-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ., τις οποίες προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη σημερινή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, τρίτη και τέταρτη από τις αναιρεσίβλητες.

Επίσης, από τις 10001Γ/10-6-2020, 10000Γ/10-6-2020 και 9999/10-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε στις πρώτη, τρίτη και τέταρτη από τις αναιρεσίβλητες και ακριβές αντίγραφο της από 5-11-2019 βεβαίωσης του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου περί αναβολής της συζήτησης από τη δικάσιμο της 18-10-2019 για τη σημερινή.

Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο οι παραπάνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι τελευταίες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο αλλά και για τη σημερινή (αν και η αναβολή και αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο με επιμέλεια του Γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των αρχικώς κλητευθέντων διαδίκων), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, συνολικού ύψους 235.506,66 ευρώ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κοζάνης την από 22-9-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ.266/2014) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών του, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο, καθώς επίσης την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση. Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε η 197/2017 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχτηκε και κατόπιν άσκησης εφέσεων από μέρους των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλομένη, 131/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία, αφού δέχτηκε τις εφέσεις και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι ο αιτών-αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αίτησής του για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010, είχε την εμπορική ιδιότητα, καθόσον διατηρεί οργανωμένη εμπορική επιχείρηση-κτηνοτροφική μονάδα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Ακόμη υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του β.δ. της 2/14 Μαϊου 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" κατά τις οποίες "νόμος θεωρεί εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, η κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα..." (άρθρο 2) και "Δεν υπάγονται εις την αρμοδιότητα των εμποροδικείων αι κατά ιδιοκτημόνων, γεωργών, αμπελουργών αγωγαί περί πωλήσεως των από των κτημάτων αυτών προϊόντων,... " (άρθρο 8), προκύπτει ότι εξαιρούνται της εμπορικότητας οι δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, μεταξύ των οποίων και οι πωλήσεις από αγρότες (γεωργούς, κτηνοτρόφους) των προϊόντων που παράγουν.

Έτσι, κατ' αρχήν, η παραγωγή αγαθών του πρωτογενούς τομέα, όπως η παραγωγή ζωικών προϊόντων από κτηνοτρόφους και η διάθεσή τους, δεν εμπίπτει στις πράξεις που συνθέτουν την εμπορική δραστηριότητα. Αν όμως τέτοια δραστηριότητα λαμβάνει χώρα συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, χρήση μηχανημάτων ή ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόληση προσωπικού με σκοπό, ειδικά στην περίπτωση της κτηνοτροφίας, την εκτροφή, πάχυνση και διάθεση στο εμπόριο με κέρδος μεγάλου αριθμού ζώων προς παραγωγή κρέατος, όπως και των προϊόντων αυτών και έχει έτσι οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με στοιχεία ανάληψης του επιχειρηματικού κινδύνου, τότε είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη και τα δραστηριοποιούμενα σ' αυτή πρόσωπα θεωρούνται έμποροι.

Οι έμποροι δε, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν α) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 804/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 989/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με το να δεχτεί ότι αυτός διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση εκτροφής βοοειδών και είναι έμπορος, αν και είναι αγρότης-κτηνοτρόφος, ασχολούμενος με την εκτροφή βοοειδών προς πώληση για την παραγωγή κρέατος, που προέρχονται μόνο από το δικό του ζωικό κεφάλαιο και καλύπτοντας ο ίδιος με την προσωπική και καθημερινή του εργασία, ενίοτε και με τη βοήθεια συγγενικών του προσώπων, όλες της ανάγκες της κτηνοτροφικής του μονάδας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του 3869/2010, 2 παρ. 2 του ν. 3588/2007, 1 του ΕμπΝ και 2 του β.δ.

του έτους 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων". Ως προς τα ζητήματα αυτά το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "ο αιτών (53 ετών κατά τον χρόνο συζήτησης αίτησης), εργάζεται ως κτηνοτρόφος και είναι παντρεμένος με τη Β. Κ., με την οποία έχουν ένα τέκνο ηλικίας πέντε (5) ετών.

Διατηρεί μία κτηνοτροφική μονάδα, την οποία ουσιαστικά υποχρεώθηκε να μεταφέρει από αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του στο ..., σε παραχωρηθείσα από την Περιφέρεια έκταση, στη θέση ... (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…/…-3-2006 απόφαση της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας), όταν περί τα τέλη του έτους 2005, με απόφαση των αρχών, όλοι οι κτηνοτρόφοι που είχαν σταβλική εγκατάσταση εντός ή πλησίον οικισμού, αναγκαστήκαν να μεταφέρουν το σταβλισμό των ζώων τους σε περιοχή εκτός οικισμών, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εξακολούθηση της άσκησης της κτηνοτροφικής τους δραστηριότητας.

Στην κτηνοτροφική του μονάδα ο αιτών εκτρέφει περί τα 175 ζώα ετησίως και συγκεκριμένα βοοειδή, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο Μητρώο Εκμετάλλευσης Βοοειδών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2015, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης-αδερφής του, προσπαθεί να διατηρεί κατ' ελάχιστο 95 ζώα (δεδομένων και των απωλειών λόγω θανάτων των βοοειδών), προκειμένου να λαμβάνει την προβλεπόμενη από τον ΟΠΕΚΕΠΕ ετήσια αποζημίωση.

Το συνολικό δε εισόδημα του αιτούντος προέρχεται αποκλειστικά από την εκμετάλλευση της κτηνοτροφικής του επιχείρησης και σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 σε συνδυασμό με τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών αυτών, το συνολικό δηλωθέν εισόδημά του ανερχόταν κατά το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) σε 16.794,52 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 1.399,54 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) σε 14.966,70 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 1.247,22 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) σε 15.017,90 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 1.251,49 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) σε 14.262,13 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 1.188,51 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2014 (χρήση 2013) σε 9.281,28 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 773,44 ευρώ και κατά το φορολογικό έτος 2015 σε 3.228,71 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο το εισόδημα από την εργασία του ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 269,05 ευρώ.

Επιπλέον, ως ομολογεί ο ίδιος ο αιτών στην αίτησή του, λαμβάνει ετησίως περίπου το ποσό των 30.000,00 ευρώ ως επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα έγγραφα, κατόπιν φορολόγησής του, ανήλθε τουλάχιστον για το έτος 2015 στο καθαρό ποσό των 24.000,00 ευρώ και συνεπώς το εισόδημά του αιτούντος αυξάνεται μηνιαίως περίπου κατά το ποσό των 2.000,00 ευρώ, λόγω της ανωτέρω αποζημίωσης.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αιτών ασκεί επί χρόνια την επιχειρηματική δραστηριότητα του κτηνοτρόφου με σκοπό το κέρδος, η δε μακροχρόνια ενασχόλησή του αφ' εαυτή αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί υπέρ σταθερού επαγγελματία χειροτέχνη-μεταπωλητή και όχι βιοπαλαιστή που μετέρχεται ευκαιριακά διάφορα επαγγέλματα, προκειμένου να επιβιώσει (πρβλ.

και ΑΠ 463/1991 ΕλλΔνη 32. 1216). Ειδικότερα, ο αιτών διατηρεί μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα που αποτελείται από τουλάχιστον 175 βοοειδή ετησίως. Η αξία του ως άνω ζωικού κεφαλαίου του είναι ιδιαίτερα υψηλή και ανέρχεται περίπου στις 75.000,00 ευρώ (βλ. και κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, σύμφωνα με την οποία η αξία 95 ζώων ανέρχεται σε 40.000,00 ευρώ).

Επιπλέον, λόγω του πλήθους των ζώων ο αιτών απασχολεί περιστασιακά εργατικό προσωπικό. Σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, το έτος 2014 απασχολούσε έναν Αλβανό υπήκοο, ενώ, άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, η φροντίδα και η ενασχόληση με ένα τόσο μεγάλο αριθμό ζώων, που έχουν ανάγκη από βοσκή, τάισμα, αγορά τροφών, εμβολιασμό κλπ, δεν δύναται να πραγματοποιείται από ένα μόνο πρόσωπο, απορριπτομένου ως εκ τούτου του ισχυρισμού του αιτούντος ότι εκπληρώνει τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του μονάδας μόνος τους με προσωπικό μόχθο και με τη συνδρομή του πατέρα του, ο οποίος έχει μακρόχρονη εμπειρία στο χώρο, αφού σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος, ο πατέρας του λειτουργεί κτηνοτροφική επιχείρηση ακόμη μεγαλύτερη από τη δική του και επομένως κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να απασχολείται και στην επιχείρηση του αιτούντος.

Εξάλλου και αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού ότι ο αιτών δεν απασχολεί εργατικό προσωπικό, αλλά επικουρείται από την οικογένειά του στην άσκηση της δραστηριότητάς του, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου, ότι δεν ασκεί εμπορική δραστηριότητα μετερχόμενος κατ' επάγγελμα πράξεις αντικειμενικά εμπορικές.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο αιτών έλαβε δάνεια για την ανέγερση νέου στάβλου, επενδύοντας κεφάλαια για την επέκταση της δραστηριότητάς του. Όπως ο ίδιος επικαλείται στην αίτησή του, όλα τα δάνεια που έλαβε πλην αυτών που αναλώθηκαν για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών, χρησιμοποιήθηκαν για την ικανοποίηση των επαγγελματικών του αναγκών, ήτοι την ανέγερση στάβλου και τη χρηματοδότηση της κτηνοτροφικής του επιχείρησης.

Ειδικότερα έλαβε: από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ALPHA BANK" τρία καταναλωτικά δάνεια, για τα οποία όφειλε, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων το συνολικό ποσό των (14.592,48+14.686,77 + 7.595.52=) 36.874.77 ευρώ, μέχρι την 8-9-2014, που του χορηγήθηκε η σχετική κατάσταση οφειλών από την ανωτέρω πιστώτρια, από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." δύο στεγαστικά και δύο καταναλωτικά δάνεια, για τα οποίο όφειλε, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων το συνολικό ποσό των (21.107,15 + 26.420,14 + 78.288,71 + 4.144,71)= 129.960,71 ευρώ, μέχρι την 2-9-2014, που του χορηγήθηκε η σχετική κατάσταση οφειλών από την ανωτέρω πιστώτρια, από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ένα στεγαστικό και δύο καταναλωτικά δάνεια, για τα οποία όφειλε, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων το συνολικό ποσό των (842,18 + 34.169,02 + 11.607,51 + 39,36 + 736,85)= 47.394,92 ευρώ μέχρι την 21-8-2014, που του χορηγήθηκε η σχετική κατάσταση οφειλών από την ανωτέρω πιστώτρια και από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", ένα δάνειο χορήγησης κεφαλαίου κίνησης, για το οποίο όφειλε, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, το συνολικό ποσό των 22.052,47 ευρώ, μέχρι την 22-8-2014, που του χορηγήθηκε η σχετική κατάσταση οφειλών από την ανωτέρω πιστώτρια.

Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε και η μάρτυρας απόδειξης, ο αιτών "όλα τα χρήματα τα πήρε για το στάβλο". Εάν πράγματι δεν είχε σκοπό να επεκτείνει την δραστηριότητά του, και να επενδύσει στην βελτίωση του εξοπλισμού και των μέσων που διερχόταν με στόχο την αύξηση των κερδών του απ' τη δραστηριότητά του αυτή, δεν θα προέβαινε κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σε τόσο μεγάλο δανεισμό, παρά μόνον θα φρόντιζε απλώς για τη μεταφορά του ζωικού του κεφαλαίου στο παραχωρηθέν από την Περιφέρεια αγρόκτημα, χωρίς να προβεί σε περιττά έξοδα.

Ωστόσο, σκοπός του ήταν να δημιουργήσει κατάλληλη και εκσυγχρονισμένη κτηνοτροφική μονάδα, ώστε να αυξήσει τις μεταπωλήσεις των προϊόντων του και συνακόλουθα τα κέρδη του, καθώς και να ενταχθεί στα προβλεπόμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, ώστε να δικαιούται να λαμβάνει ετησίως τις προαναφερόμενες επιδοτήσεις, οι οποίες και αντιστοιχούν σε ουδόλως ευκαταφρόνητα ποσά.

Μόνον δε από τη δεύτερη εκκαλούσα-πιστώτρια τράπεζα, έλαβε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σχετικό λόγο έφεσης, για το σκοπό αυτό, το ποσό των 20.000,00 ευρώ υπό τη μορφή της πίστωσης νια κεφάλαιο κίνησης, από τις λοιπές δε τράπεζες έλαβε ποσά που ξεπερνούν συνολικά τις 100.000,00 ευρώ για τη δημιουργία σύγχρονης κτηνοτροφικής μονάδας.

Τα ανωτέρω στοιχεία, αποδεικνύουν ότι πράγματι ο αιτών μετερχόταν κατ' επάγγελμα εμπορικές πράξεις, καθώς από τις ομολογίες του αυτές αποδεικνύεται ότι προεξάρχον στοιχείο της οργάνωσης της επαγγελματικής του δραστηριότητας ήταν τα κεφάλαια, που επένδυε, προκειμένου να επιτύχει τα έσοδα του και όχι τόσο ο χρόνος που διέθετε και ο μόχθος που κατέβαλλε.

Οι προαναφερόμενες ληφθείσες επιχειρηματικές πιστώσεις εκ μέρους του αιτούντος άλλωστε, συνιστούν ανάληψη μεγάλου επιχειρηματικού κινδύνου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ενέχει κερδοσκοπικό συμφέρον. Το δε γεγονός ότι ο αιτών είχε χαμηλούς τζίρους, ιδιαίτερα μετά το έτος 2014, καθώς και ότι καταπονείται σωματικά από την εργασία του και λαμβάνει ως ανταμοιβή της σωματικής του καταπόνησης το κέρδος από την επιχείρησή του, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι εκλείπει από το πρόσωπό του η εμπορική ιδιότητα, καθόσον κατά τα προρρηθέντα:

α) η επιχείρησή του είναι οργανωμένη και έχει ευρεία δραστηριότητα (ενέχει οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας), β) υπάρχει κερδοσκοπική εκμετάλλευση της εργασίας χρησιμοποιούμενων τρίτων προσώπων (προσωπικού), καθώς και μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων και γ) η δραστηριότητά του χαρακτηρίζεται από την ανάληψη εκ μέρους του μεγάλου επιχειρηματικού κινδύνου.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνει χώρα και κερδοσκοπική εκμετάλλευση του ζωικού κεφαλαίου και των παραγόμενων από αυτό προϊόντων υπό την έννοια της εκτεταμένης μεταπωλητικής δράσης, καθόσον όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ο αιτών έχει εισόδημα από τις πωλήσεις των ζώων, όπως και από την μεταπώληση του γάλακτος και του κρέατός τους σε άλλους εμπόρους, ενώ κάνει κύκλο εργασιών ετησίως από την άσκηση της δραστηριότητάς του, υψηλότερο των 40.000,00 ευρώ (βλ.

τα Ε1 των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014). Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι το κύριο στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει την επαγγελματική δραστηριότητα του αιτούντος, είναι η επένδυση στην επιχείρηση μεγάλων ποσών, επί σκοπώ διαμόρφωσης και εκσυγχρονισμού της κτηνοτροφικής του μονάδας, προκειμένου εν συνεχεία να προβεί σε κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτής, με την μεταπώληση προϊόντων γάλακτος, κρέατος καθώς και των ίδιων των ζώων, δηλαδή ο αιτών αποσκοπεί στο κέρδος, δραστηριοποιούμενος σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, με βάση περισσότερο όχι το σωματικό του μόχθο και κόπο, αλλά την επένδυση κεφαλαίου και μάλιστα ριψοκίνδυνη, σε μηχανήματα και ζώα, προσδοκώντας σε μεγάλα κέρδη ....

και όχι απλώς στην αμοιβή του μόχθου του. Η οργάνωση αυτή του κεφαλαίου ενισχύεται επιπλέον και από το ότι, όπως επίσης αποδείχθηκε, ο αιτών συνεργαζόταν για τις ανάγκες χρηματοδότησης των υλικών μέσων του επαγγέλματός του ειδικά και με διάφορες τράπεζες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος εκ του συνολικού οφειλομένου στα πιστωτικά ιδρύματα ποσού προέρχεται από τα δάνεια που έλαβε για τη δημιουργία και την επάνδρωση σύγχρονης και κατάλληλης κτηνοτροφικής μονάδας, με κύριο στόχο να επεκτείνει το κέρδος του με επένδυση κεφαλαίου προερχόμενου από τραπεζικό δανεισμό, συνεργαζόμενος με διάφορες τράπεζες και όχι απλώς με την αύξηση του προσωπικού του μόχθου (βλ. ad hoc ΕφΑΘ 11433/1995 ό.π.).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ο αιτών στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας έχει αναλάβει επιχειρηματικό κίνδυνο και έχει επενδύσει σημαντικό κεφάλαιο, ενώ το κέρδος που αποκομίζει δεν αποτελεί αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου, αλλά αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και επομένως έχει την εμπορική ιδιότητα εφόσον ασκεί κατ' επάγγελμα αντικειμενικά εμπορικές πράξεις (αρ. 2 Β.Δ 1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων"). Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έπαυσε την εμπορική του αυτή δραστηριότητα, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα, αφού ο απλός περιορισμός της εμπορικής του δραστηριότητας, που συνεπάγεται τη μείωση των εισοδημάτων του, ουδόλως συνεπάγεται και την απώλεια της πτωχευτικής του ικανότητας, κατά τα διαλαμβανόμενα στην σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο αιτών δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 λόγω της πτωχευτικής του ικανότητας και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/14-5-1835 'περί εμποροδικείων', γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.

Συγκεκριμένα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι ο αναιρεσείων διαθέτει οργανωμένη και σύγχρονη κτηνοτροφική μονάδα σε παραχωρηθείσα από την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας έκταση στη θέση "..." ..., στην οποία εκτρέφονται 175 βοοειδή, ότι απασχολεί περιστασιακά εργατικό προσωπικό, ότι η αξία του ζωικού του κεφαλαίου ανέρχεται σε 75.000 ευρώ, ότι εκμεταλλεύεται το ζωικό του κεφάλαιο και τα παραγόμενα από αυτά προϊόντα (γάλα-κρέας) αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο από την επένδυση κεφαλαίου σε ζώα και μηχανήματα προσδοκώντας μεγάλα κέρδη, ότι έχει αξιόλογο κύκλο εργασιών, άνω των 40.000 ευρώ ετησίως και ότι τα πιστωτικά προϊόντα που έλαβε από τις αναιρεσίβλητες τράπεζες τα επένδυσε, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στην ως άνω επιχείρησή του.

Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ αντίστοιχα απέκλεισαν την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόστηκε.

Για το τελευταίο δε κρίσιμο ζήτημα το Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) ενώ δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων αναγκάστηκε με απόφαση της Πολιτείας να μεταστεγάσει τη σταβλική του εγκατάσταση εκτός οικισμού σε παραχωρηθείσα έκταση, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι αυτό το έπραξε προς επέκταση της τη δραστηριότητάς του και επένδυση κεφαλαίων μέσω δανεισμού, β) αγνόησε ότι ο λόγος που έλαβε δάνεια ήταν η οικονομική του αδυναμία, γ) δέχτηκε ότι διατηρεί μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα με 175 ζώα χωρίς να υπολογίσει τις απώλειες που προκύπτουν από τις οικείες κτηνιατρικές βεβαιώσεις, δ) δέχτηκε ότι μεταπωλεί το κρέας και το γάλα των βοοειδών που εκτρέφει χωρίς αυτό να ισχύει και να συνάγεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, ε) ενώ δέχτηκε ότι αναγκάστηκε να μεταστεγάσει την μονάδα του το έτος 2006, δέχτηκε παράλληλα ότι διατηρεί συστηματικά οργανωμένη εγκατάσταση παραγνωρίζοντας ότι αυτό επιβάλλεται από την ισχύουσα νομοθεσία, στ) ενώ δέχτηκε ότι απασχόλησε το έτος 2014 έναν Αλβανό, εντούτοις οδηγείται στο συμπέρασμα ότι απασχολεί προσωπικό και ζ) ενώ δέχτηκε ότι τα εισοδήματά του κατά τα δύο τελευταία έτη (2014-2015) ήταν χαμηλά, εντούτοις θεώρησε ότι αυτό δεν καθιστά τη δραστηριότητά του μικρής κλίμακας, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμα ότι αυτός είναι έμπορος, παρά το νόμο 1) δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που πρόβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αμυνόμενος κατά των εφέσεων των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα το ότι α) δεν έλαβε τα επίδικα δάνεια για την επέκταση της κτηνοτροφικής του δραστηριότητας, δεν αγόρασε με αυτά ζώα ή εξοπλισμό αλλά χρηματοδότησε με μέρος μόνον αυτών την κατασκευή της νέας σταβλικής εγκατάστασης, β) δεν αποσκοπούσε στην ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου και στην κεφαλαιακή επένδυση, γ) δεν διατηρεί μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα αλλά τον ελάχιστο απαιτούμενο για τη λήψη των αποζημιώσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων), αριθμό των 95 ζώων, δ) το έτος 2015 απώλεσε 51 ζώα, ε) τα κέρδη του κατά τα έτη 2011-2015 ήταν πολύ χαμηλά, στ) το κέρδος του προέρχεται από τον προσωπικό του μόχθο χωρίς να απασχολεί προσωπικό σε σταθερή και μόνιμη βάση και ζ) οι επιδοτήσεις που ελάμβανε από τα ευρωπαϊκά προγράμματα δεν αποτελούν εισόδημα αλλά αποζημίωση προς υποστήριξη της κτηνοτροφίας στη Χώρα και 2) έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τις εκκαλούσες τράπεζες και συγκεκριμένα ότι αυτός πωλεί, εκτός από τα βοοειδή που εκτρέφει, και προϊόντα αυτών, όπως γάλα, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε ούτε προέκυπτε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος, γιατί οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς και κατά το δεύτερο ως απαράδεκτος, γιατί στην παρούσα διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ισχύει ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 744 του ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα και όχι εκείνο της συζήτησης (ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1384/2018).

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-8-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4/2018) αίτηση για αναίρεση της 131/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ