Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
805/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal in voluntary jurisdiction case due to inadmissibility of specific procedural defect argument.

Geschäftsnummer 805/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment rendered in a voluntary jurisdiction proceeding regarding debt restructuring. The appellants argued that the lower court failed to consider their specific claim about housing loans, which they claimed was essential for their case. The court rejected this argument as inadmissible because the specific procedural defect cited does not apply to voluntary jurisdiction proceedings, which follow an inquisitorial system of evidence collection.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 560 no. 5 C.Pol.D.; The specific procedural defect under Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure is not admissible in voluntary jurisdiction proceedings because the inquisitorial system of evidence collection prevails, rendering such appeals substantively unfounded.

Schlagwörter

KI-generiert
voluntary jurisdiction appeal inadmissibility procedural defect inquisitorial system debt restructuring housing loans civil procedure code Automobilindustrie

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 3 of Law 3869/2010
Art. 560 no. 5 C.Pol.D.
Art. 561 no. 1 C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 sec. B'5 C.Pol.D.
Art. 3 sec. b' Law 3869/2010
Art. 8 para. 6 sec. b' Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 805 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 805/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Π. και 2) Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Δ. Ξ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ξανάλατο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, αυτοτελώς και ως ειδικής διαδόχου των εταιρειών με την επωνυμία "..." και "..." (δ.τ. "..."), 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία απορρόφησε την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " ..." και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις της "... ΑΕ" και "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3922012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3771/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 31-7-2017 (αρ. κατ. 500068/2017) αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών εταιρειών προσβάλλει την υπ' αριθμ. 3771/2016 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην των τότε 5ης και 6ης των εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών, με την επωνυμία ... και ..., ειδική διάδοχος των οποίων είναι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ...

και ..., ειδική διάδοχος των οποίων είναι η ήδη 1η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία .... Οι ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2α αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 29-5-2015 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ.

α' ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, (οι οποίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη ειδική διάδοχος των οποίων είναι η 1η αναιρεσίβλητη, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1 σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς την ανωτέρω 1η αναιρεσίβλητη, ειδική διάδοχο των ερημοδικασθεισών εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτήν, με την ανωτέρω ιδιότητα αυτής. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 31-7-2017 (αρ. κατ. 500068/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3771/2016 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 4-5-2018, με αριθμό πινακίου 9, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. …68/28-9-2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 129 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην 3η αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ...

ΑΕ, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Κατά την ανωτέρω όμως αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 3η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες.

Επομένως, αφού η 3η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες σύζυγοι επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους, συνολικού ύψους 928.798,60 ευρώ, άσκησαν την από 10-6-2011 (αρ.

κατ. 71/2011) αίτηση για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησαν τη ρύθμιση των οφειλών τους, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο, καθώς επίσης την εξαίρεση της 1ης κύριας κατοικίας τους από τη ρευστοποίηση. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με κύρια παρέμβαση της τραπεζικής εταιρείας ..., προκειμένου να υπαχθεί στη ρύθμιση και δική της αυτοτελής απαίτηση.

Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 392/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία απέρριψε την αίτηση της 2ης αιτούσας - 2ης αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη κατ' άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 λόγω μη προσκόμισης της υπεύθυνης δήλωσης για την περιουσιακή της κατάσταση, που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη και ως ουσιαστικά αβάσιμη για τον 1ο αιτούντα - 1ο αναιρεσείοντα λόγω της εμπορικής ιδιότητας αυτού.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι αιτούντες άσκησαν την από 19-3-2012 (αρ. κατ. 772/2012) έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με την αντίθετη από 29-5-2012 (αρ. κατ. 1534/2012) έφεση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΝΕΑ ..., την οποία έχει απορροφήσει η ήδη 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ....

Η αντίθετη ως άνω έφεση απορρίφθηκε ως αόριστη. Το κεφάλαιο αυτό επίσης δεν ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάστηκαν επίσης με επικουρική κύρια παρέμβαση της ..., για την περίπτωση παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της έφεσης των αιτούντων συζύγων - οφειλετών.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε την έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων κρίνοντας ότι αυτοί, κατά την άσκηση της αίτησής τους για την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010, είχαν την εμπορική ιδιότητα και άρα είχαν πτωχευτική ικανότητα, με την αιτιολογία ότι ως μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... ΕΠΕ ελάμβαναν δάνεια από τις πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες, είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές της ΕΠΕ, εκμεταλλευόμενοι την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ΕΠΕ, καθώς επίσης διότι παρείχαν συστηματικά εγγυήσεις υπέρ της ΕΠΕ κατ' επάγγελμα με σκοπό να εξακολουθήσει η εμπορική τους κερδοσκοπία.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται, ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017). Εξάλλου, οι εμπορικές πράξεις ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 8 του β.δ. της 2/14.5.1833 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", καθώς και σε άλλες ειδικές διατάξεις.

Μεταξύ αυτών όμως δεν περιλαμβάνεται ούτε η κατοχή μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ούτε η άσκηση δραστηριότητας διαχειριστή τέτοιας εταιρείας. Από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποκτά νομική προσωπικότητα αν τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 8, ευθύνεται δε μόνον αυτή με την περιουσία της για τις εταιρικές υποχρεώσεις, προκύπτει, ότι ο εταίρος διαχειριστής της ΕΠΕ, ασχέτως του αριθμού των εταιρικών μεριδίων που κατέχει και της εντεύθεν δυνατότητάς του να κατευθύνει και ρυθμίζει την ζωή της εταιρείας και την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, ενεργεί τις αναγόμενες στο σκοπό της εταιρείας εμπορικές πράξεις, όχι στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του νομικού προσώπου της εταιρείας, επιδιώκοντας να προσπορίσει αμέσως κέρδος σε αυτήν και διακινδυνεύοντας μόνον τη δική της περιουσία.

Συνεπώς η ενέργεια των πράξεων αυτών, εφόσον γίνεται για ξένο λογαριασμό και σε ξένο όνομα, δεν καθιστά το διαχειριστή της ΕΠΕ έμπορο. Άρα ο εταίρος διαχειριστής της ΕΠΕ δεν γίνεται έμπορος, έστω κι αν κατέχει το μεγαλύτερο μέρος ή και το σύνολο των εταιρικών μεριδίων και μπορεί έτσι να επιδρά στην οικονομική της ζωή, αφού το μεν περιστατικό αυτό δεν συνιστά αντικειμενικώς εμπορική πράξη, οι δε εμπορικές πράξεις που επιχειρεί ως διαχειριστής ενεργούνται όχι στο δικό του όνομα, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας (ΑΠ Ολ. 5/1996).

Περαιτέρω, αναφορικά με το νομικό ζήτημα της άρσης της οικονομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και της κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις, που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ` αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ` αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση, είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ` άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών, που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ` αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης (ΑΠ Ολ. 2/2013).

Τέλος, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Στην περίπτωση όμως που η εγγύηση δίδεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια ή αυτός έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία δόθηκε, η πράξη είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή.

Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης για την ανάληψη του κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξεως ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.δ/τος 2/14.05.1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων". Επομένως τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997).

Δηλαδή η παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα. Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (ΟλΑΠ 1513/1980).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως,του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες είχαν την εμπορική ιδιότητα λόγω της συμμετοχής τους κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα καθένας, στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία ...

ΕΠΕ και ότι συνακόλουθα δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή Α) τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 2 ΒΔ 2/14-5-1833 περί εμποροδικείων, 1 Εμπ.Νόμου και άρθρα 62, 70, 71 του ΑΚ, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, καθώς επίσης Β) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, την οποία δεν εφάρμοσε.

Επίσης, με τον ίδιο 1ο αναιρετικό λόγο κατά το Β' σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να δεχθεί ότι αυτοί είναι έμποροι, διότι δήθεν παρείχαν συστηματικά και κατ' επάγγελμα εγγυήσεις για εμπορική κερδοσκοπία και ότι συνακόλουθα δεν εμπίπτουν στην προστασία του Ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ σε συνδ.

με άρθρο 2 ΒΔ 2/14-5-1835 περί εμποροδικείων και 1 Εμπ.Νόμου, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου. Εξάλλου, με τον συναφή 3ο αναιρετικό λόγο, κατά το κύριο σκέλος του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να μην προβεί σε διαχωρισμό των δανείων, σύμφωνα με το σκοπό της ανάληψής τους για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία σε ουσιώδες ζήτημα και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε και εκ πλαγίου.

Επίσης, με το συναφές επικουρικό σκέλος του ίδιου 3ου αναιρετικού λόγου ο 1ος αναιρεσείων αιτιάται για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να μην διαλάβει αιτιολογία για τη λύση της ΕΠΕ στις 31-12-2009, όταν ο 1ος τούτων απώλεσε την εμπορική ιδιότητα, την οποία έκτοτε δεν κατείχε και συνεπώς και κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησής του για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες των ανωτέρω συναφών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από νομική ανάπτυξη των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, 1 Εμπ.Νόμου και άρθρο 847 ΑΚ δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες τυγχάνουν σύζυγοι και γονείς δύο ενηλίκων τέκνων, που πραγματοποιούν μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό.

Με το με αριθμό …07/15.1.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Ξ. Τ., που έχει καταχωρισθεί την 1.2.1999 στα βιβλία Εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών (γ.α. 1243 και ε.α. 479) οι αιτούντες συνέστησαν την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας μηχανών, μηχανών εξαρτημάτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, αξεσουάρ, ζαντών και ελαστικών αυτοκινήτων, καθώς και της παροχής τεχνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών υποστήριξης των σχετικών δραστηριοτήτων.

Η διάρκεια της εν θέματι εταιρίας, η οποία δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα, ορίσθηκε εικοσαετής. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές αυτής είναι οι αιτούντες και συγκεκριμένα ο πρώτος κατά ποσοστό 60% και η δεύτερη κατά ποσοστό 40%. Μετά την αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 Ν. 3869/2010, οι εκκαλούντες κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, στις 10.6.2011, αίτηση δικαστικής ρύθμισης των χρεών τους με σκοπό απαλλαγής από αυτά και εξαίρεσης της κύριας κατοικία τους από τη ρευστοποίηση.

Επισημαίνεται δε ότι για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης προσκομίστηκαν οι από 8.6.2011 υπεύθυνες δηλώσεις των αιτούντων για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων αυτών, των πιστωτών τους και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων τους την τελευταία τριετία.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αίτηση λόγω απαραδέκτου ως προς τη δεύτερη αιτούσα για το λόγο ότι δεν προσκόμισε την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου της υπό στοιχείο I έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αίτηση αυτή αφορά σε ληξιπρόθεσμες οφειλές των εκκαλούντων προς τις εφεσίβλητες, οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις επιχειρηματικών πιστώσεων, καταναλωτικών δανείων, παροχής πιστώσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό), στεγαστικών δανείων και χορήγησης πιστωτικών καρτών.

Ειδικότερα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των εκκαλούντων προς τις εφεσίβλητες - αναλύονται ως εξής: α) Προς την "... ΑΕ": 1) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 26.877,14 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 30.10.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...57 σύμβαση "...", με πρωτοφειλέτη τον πρώτο των αιτούντων και εγγυήτρια τη δεύτερη εξ αυτών, 2) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 320.707,06 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 30.10.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...110 επιχειρηματική πίστωση, με εγγυητές αμφοτέρους τους αιτούντες, 3) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 2.743,06 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 30.10.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...1000 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με πρωτοφειλέτη τον πρώτο αιτούντα, 4) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 151.980,22 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 30.10.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό 2614110 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με πρωτοφειλέτες αμφοτέρους τους αιτούντες, 5) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 269.715,47 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 30.10.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...10 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με πρωτοφειλέτες αμφοτέρους τους αιτούντες, β) Προς την "EFG ...

ΑΕ": 1) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 21.333,72 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 11.11.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...441 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με πρωτοφειλέτιδα την εταιρία "... ΕΠΕ" και εγγυητές αμφοτέρους τους αιτούντες, 2) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 20.855,79 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 11.11.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...8202 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με πρωτοφειλέτη τον πρώτο αιτούντα, γ) Προς την "...": 1) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 17,942,29 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 16.6.2011), απορρέουσα από τη με αριθμό ...98/2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με πρωτοφειλέτιδα την εταιρία "...

ΕΠΕ" και εγγυητές αμφοτέρους τους αιτούντες, 2) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 15.068,11 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 16.6.2011), απορρέουσα από τη με αριθμό ...65867 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, με πρωτοφειλέτες αμφοτέρους τους αιτούντες, δ) Προς την "...": 1) ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 5.343,58 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 18.11.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό 34/2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ της "...

ΑΕ", στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η ανωτέρω τράπεζα, με την εταιρία "... ΕΠΕ" και εγγυητές αμφοτέρους τους αιτούντες, και ε) Προς την εταιρία "...": ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους 18.179,29 ευρώ (με υπολογισμό υπολοίπου στις 8.11.2010), απορρέουσα από τη με αριθμό ...015 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, με πρωτοφειλέτιδα τη δεύτερη των αιτούντων και εγγυητή τον πρώτο εξ αυτών.

Όπως προκύπτει από την παραπάνω κατάσταση ληξιπρόθεσμων χρεών, οι αιτούντες, ως έχοντες κυρίαρχη θέση στην εταιρία "... ΕΠΕ" σε τέτοιο βαθμό ώστε από τη συμμετοχή τους να εξαρτάται όχι μόνο η εξακολούθηση των εργασιών της τελευταίας αλλά αυτή η ίδια η ύπαρξή της, δανειοδοτούνταν από τις εφεσίβλητες, ευθυνόμενοι είτε ως πρωτοφειλέτες είτε ως εγγυητές (με πρωτοφειλέτιδα την παραπάνω εταιρεία) προκειμένου να εξακολουθήσει η εμπορική τους κερδοσκοπία.

Συνεπώς, η συμμετοχή των αιτούντων κατ' επάγγελμα στην εν θέματι, οδηγεί στην απόκτηση από αυτούς της εμπορικής ιδιότητας (πρβλ. ΑΠ Ολ. 17/1994 ΕΕμπΔ 1994,589, ΑΠ 521/1988 ΕμπΔ 1988,593, ΑΠ 4058/1987 ΕΕμπΔ 1987,455, ΑΠ 218/1996 ΕΕμπΔ 1996,538, ΕφΑθ 1739/1995 ΕΕμπΔ 1995,240, ΠΠρΑθ 3098/1997 ΕΕμπΔ 1998,534), αφού οι τελευταίοι, εκμεταλλευόμενοι την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ως άνω εταιρίας μεταφέρουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο σε βάρος των δανειστών και συνεπώς έχουν πτωχευτική ικανότητα, ενώ, από τις αντίστοιχες εγγυήσεις που έδωσαν αποδεικνύεται η βούλησή τους να ευθύνονται ο ίδιοι προσωπικά και απεριόριστα για τα εταιρικά χρέη, η συστηματική δε και κατ' επάγγελμα παροχή εγγυήσεων, αποτελεί εν προκειμένω εμπορική πράξη, η οποία και αυτή σωρευτικά προσδίδει στους αιτούντες την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς την πτωχευτική ικανότητα.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι δεν συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση της έλλειψης της πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπό τους...". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, κατά την άσκηση της αίτησης των αναιρεσειόντων - συζύγων για την υποβολή τους στην προστασία του Ν. 3869/2010, αυτοί είχαν την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς την πτωχευτική ικανότητα και ότι εκ του λόγου αυτού εμπίπτουν στον Πτωχευτικό Κώδικα (Ν. 3588/ 2007) και όχι στον Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 ΒΔ/14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 Εμπ.Νόμου, άρθρα 62, 70 και 71 του ΑΚ σε συνδ. 847 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, διότι τα περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες επομένως, δεν παραβίασε ευθέως.

Συγχρόνως, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφή, έστω και συνοπτική αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ επίσης ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με εσφαλμένη υπαγωγή.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες σύζυγοι συνέστησαν, το έτος 1999, την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ... ΕΠΕ με αντικείμενο εργασιών την εμπορία εξαρτημάτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, της οποίας ήταν οι μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές με ποσοστό συμμετοχής 60% και 40% αντίστοιχα καθένας, ότι η διάρκεια της ΕΠΕ ήταν εικοσαετής, ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τους ανέρχονταν σε 928.798,80 ευρώ και προέρχονταν από επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια, από πιστώσεις ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, από καταναλωτικά δάνεια και από πιστωτικές κάρτες, που είχαν λάβει από τις αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες και τα οποία αναλύονται κατ' είδος και ποσό στη σελίδα 4β έως την αρχή της σελίδας 5α της απόφασής του.

Επίσης το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες είχαν συμβληθεί και ως εγγυητές υπέρ της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας σε δάνειο ύψους 320.707,06 ευρώ, που χορήγησε η ..., σε δάνειο ύψους 21.333,72 ευρώ που χορήγησε η ... (από προφανή παραδρομή αντί του ορθού ποσού 121.333,72 ευρώ, όπως άλλωστε και οι αναιρεσείοντες ανέφεραν στις σελίδες 3 και 4 της αίτησής τους για την υπαγωγή τους στον Ν. 3869/2010), σε δάνειο 17.942,29 ευρώ και 5.343,58 ευρώ που χορήγησε η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, δηλαδή εγγυήθηκαν συνολικά το ποσό των 465.326,65 ευρώ.

Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες έλαβαν δύο στεγαστικά δάνεια ύψους 151.980,22 και 269.715,47 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή ότι για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των στεγαστικών δανείων ανήλθε σε 421.695,69 ευρώ και ότι τα λοιπά δάνεια που αναλυτικά επίσης παραθέτει η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια.

Εκτός τούτου με σαφή αιτιολογία δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες εκμεταλλεύτηκαν την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ΕΠΕ, στην οποία είχαν κυρίαρχη θέση σε τέτοιο βαθμό, ώστε από τη συμμετοχή τους σ' αυτήν να εξαρτάται η ύπαρξη της ΕΠΕ και ότι ελάμβαναν τα δάνεια, είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές της ΕΠΕ προκαλώντας σύγχυση της εταιρικής με την ατομική τους περιουσία, την οποία χρησιμοποιούσαν για να αποκομίσουν οφέλη από εμπορική κερδοσκοπία από τη συνέχιση της λειτουργίας της ΕΠΕ και σύμφωνα με τις παραδοχές για την αποφυγή της ανωτέρω καταχρηστικής συμπεριφοράς επήλθε ως ποινή η άρση της νομικής αυτοτέλειας της ΕΠΕ και συνακόλουθα επήλθε η κτήση εκ μέρους των αναιρεσειόντων συζύγων της εμπορικής ιδιότητας.

Πλέον τούτων το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με επάλληλη αιτιολογία, που επίσης στηρίζει ορθό διατακτικό, δέχτηκε ότι οι αιτούντες σύζυγοι προέβαιναν σε συστηματική κατ' επάγγελμα παροχή εγγυήσεων σημαντικών ποσών υπέρ της πρωτοφειλέτιδος ΕΠΕ, όπως αυτά έχουν εκτεθεί προηγουμένως και ότι η παροχή των εγγυήσεων δεν ήταν μεμονωμένη και ευκαιριακή, αλλά με τρόπο σταθερό και επαναλαμβανόμενο με σκοπό την επιδίωξη άμεσου οικονομικού οφέλους από την κερδοσκοπική δραστηριότητα της ΕΠΕ, της οποίας ήταν οι βασικοί μέτοχοι με βιοποριστικό σκοπό, αυξάνοντας έτσι το εισόδημά τους το οποίο προερχόταν από την κερδοφορία της ΕΠΕ και ότι συνεπώς και εκ του λόγου αυτού απέκτησαν την εμπορική ιδιότητα.

Ας σημειωθεί, ότι αλυσιτελώς οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν διαχωρίζει τα δάνεια σε επιχειρηματικά ή στεγαστικά για τις οικογενειακές τους ανάγκες, διότι, εφόσον το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε, ότι ήσαν έμποροι, αποκλείονται από την προστασία του Ν. 3869/2010 και τα ιδιωτικά αστικά χρέη αυτών.

Σε κάθε περίπτωση η σχετική αιτίαση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο διαχωρίζει τα δάνεια κατ' είδος και ποσό αναλυτικά, όπως έχει προαναφερθεί. Επίσης ο ισχυρισμός του 1ου αναιρεσείοντα, που προβάλλεται επικουρικά, με τον οποίο υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη δεν περιέχει καμιά αιτιολογία για τη λύση της ΕΠΕ στις 31-12-2009, οπότε εκδόθηκε το τελευταίο τιμολόγιο αυτής και ότι το γεγονός αυτό ήταν κρίσιμο, διότι αυτός έκτοτε απώλεσε την εμπορική ιδιότητα, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι ήταν έμπορος, την οποία δεν κατείχε κατά την άσκηση της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, είναι πρωτίστως αλυσιτελής, διότι κρίσιμο ζήτημα είναι ο χρόνος που επήλθε η παύση πληρωμών και όχι ο χρόνος λύσης της εταιρείας.

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, διότι ο 1ος αιτών δεν αναφέρει όπως θα έπρεπε, ότι συνέχισε έκτοτε τις πληρωμές του και ότι μετά επήλθε η μόνιμη και η γενική παύση πληρωμών και το ακριβές χρονικό σημείο αυτής. Συνακόλουθα κατόπιν αυτών ο 1ος, κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού, αναιρετικός λόγος και ο 3ος αναιρετικός λόγος κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ως απαράδεκτοι, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015).

Με το 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό - "πράγμα", τον οποίο είχαν προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της 1ης κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με τον οποίο η συνολική οφειλή τους ύψους 928.798,80 ευρώ, δεν προερχόταν μόνον από επιχειρηματικά δάνεια, αλλά ότι ποσό 421.695,69 ευρώ αφορούσε δύο στεγαστικά δάνεια που είχαν αναλάβει από την ..., ποσού 151.980,22 ευρώ και 269.715,47 ευρώ, αντίστοιχα, για την απόκτηση της 1ης κύριας κατοικίας τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, καθόσον ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων (ΑΠ 1384/2018). Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε τον αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό, που στήριζε την ιστορική βάση της αίτησης των αναιρεσειόντων για την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 και αναλυτικά παρέθεσε κατ' είδος και ποσό τα δύο στεγαστικά δάνεια που οι αναιρεσείοντες έλαβαν από την ... (βλ. σελ. 4β της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό και αφού τον αξιολόγησε ειδικά κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν το ορθό. Η κρίση αυτή όμως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον αφορά την εκτίμηση πραγμάτων.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/ 2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2017 (αρ. κατ. 500068/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3771/2016 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ