Supreme Court allows appeal against High Court dismissal of Minister's appeal regarding public foundation debt.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the Minister of Finance's appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision dismissing his appeal. The Minister argued that the High Court erred in applying Article 126 of the Law 2039/1939 regarding the standing of a public foundation's administrator in debt collection proceedings. The court held that the High Court failed to examine whether the appointed administrator was legally authorized to represent the foundation's assets, which were subject to public welfare purposes.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 126 par. 3 A.N. 2039/1939; Art. 82 par. 1 Law 4182/2013: The High Court must verify the legal standing of the administrator representing a public welfare foundation's assets when sued for debts, rather than automatically dismissing the appeal based on procedural standing.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 639 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 639/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, με την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α., χήρας Ε. Π., 2) Ι. Π. του Ε., 3) Θ. Π. του Ε., 4) Ν. Π. του Α. και 5) Μ. Π. του Α., κατοίκων …. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αποστολοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23930/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση ανέγνωσε την από 12-9-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της 24/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της άνω αιτήσεως και να αναιρεθεί η παραπάνω απόφαση. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-12-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 24/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3304/2011 έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων Υπουργός των Οικονομικών (επικαλούμενος τη συνδρομή του άρθρου 126 παρ 3 Α.Ν2039/1939) κατά της με αριθμό 2393/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων ( μεταξύ των εδώ αναιρεσιβλήτων και του δικηγόρου Α. Μ. ορισθέντος δυνάμει της 3805/2007 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως κηδεμόνος της σχολάζουσας κληρονομίας του Ε. Β.) και δέχθηκε την από 24-2-2009 αγωγή των πρώτων κατά του δεύτερου, υποχρεώνοντας αυτόν με την ως άνω ιδιότητά του να καταβάλει στους ενάγοντες κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου το συνολικό ποσό των 456.120 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην άνω απόφαση. Ήδη μετά το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Π. τη δίκη συνεχίζουν οι λοιποί (οι 2ος και 3ος εξ αυτών τέκνα της και πλησιέστεροι συγγενείς), οι οποίοι παραστάθηκαν προσηκόντως.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 1865 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν την κατάργησή του από το ν.4182/2013, σχολάζουσα χαρακτηρίζεται η κληρονομία της οποίας ο κληρονόμος είναι άγνωστος, ή δεν είναι βέβαιο εάν αποδέχθηκε αυτήν. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να διοριστεί (με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως) κηδεμόνας της, μέχρις ότου γίνει βέβαιο το πρόσωπο του κληρονόμου ή χωρήσει αποδοχή της κληρονομίας.
Άγνωστος είναι ο κληρονόμος, όσο διάστημα είναι προσωρινός, όσο χρόνο δηλαδή έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, όταν είναι κυοφορούμενος, διότι είναι αβέβαιο αν θα γεννηθεί ζωντανός, όταν ορίζεται ως κληρονόμος ίδρυμα που δεν έχει ακόμη συσταθεί, διότι είναι αβέβαιο αν η πολιτεία θα εγκρίνει τη σύστασή του με την έκδοση προεδρικού διατάγματος (108, 114 ΑΚ).
Η κηδεμονία παύει αυτοδικαίως όταν εκλείψει ο λόγος της, αν δηλαδή γίνει βέβαιο το πρόσωπο του κληρονόμου, ή τεχθεί ο κυοφορούμενος, όπως και εάν συσταθεί το ίδρυμα ή χωρήσει αποδοχή της κληρονομίας. Τα όρια της εξουσίας του κηδεμόνα προσδιορίζονται από το συμφέρον του μελλοντικού κληρονόμου, αφού η νομική θέση του κηδεμόνα είναι εκείνη του νομίμου αντιπροσώπου του.
Τούτο σημαίνει ότι οι δικαιοπραξίες που καταρτίζει ο κηδεμόνας μέσα στα όρια της εξουσίας του ισχύουν υπέρ και κατά του μελλοντικού κληρονόμου (άρθρο 211 παρ. 1ΑΚ). Κηδεμόνας και κληρονόμος συνδέονται με ορισμένη ενοχική σχέση που γεννιέται από το νόμο και ρυθμίζεται με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την εντολή.
Το έργο του κηδεμόνα σύμφωνα με το άρθρο 1866 εδ. α και β' ΑΚ αλλά και το β.δ 18.9/20.10.1947 είναι να διαχειρίζεται την κληρονομία. Ειδικότερα : α) να προκαλέσει από τον ειρηνοδίκη τη σφράγιση της κληρονομίας και στη συνέχεια την απογραφή της από συμβολαιογράφο, β) να εξακριβώσει τα στοιχεία της κληρονομίας, γ) να εξακριβώσει ποιοι είναι οι κληρονόμοι αν είναι άγνωστοι, δ) να λάβει κάθε συντηρητικό (ασφαλιστικό) μέτρο, ε) να εισπράξει τις απαιτήσεις της κληρονομίας και να καταθέσει έντοκα τα χρήματα σε ασφαλή τράπεζα, δεν μπορεί όμως να εξοφλήσει τα χρέη της κληρονομίας χωρίς να λάβει προηγουμένως άδεια από τον Υπουργό των Οικονομικών, να ενεργήσει δε κάθε άλλη πράξη διαχείρισης που αποβλέπει στην καλύτερη εξασφάλιση της κληρονομίας.
Ο κηδεμόνας ωστόσο δεν μπορεί να εκποιεί αντικείμενα της κληρονομίας, να συνάπτει δάνεια και συμβιβασμούς και να εκμισθώνει ακίνητα και κινητά της κληρονομίας πέρα από μία διετία χωρίς άδεια του δικαστηρίου της κληρονομίας αφού προηγηθεί σχετική έγκριση του Υπουργού των Οικονομικών. Η επιχείρηση των τελευταίων αυτών δικαιοπραξιών χωρίς άδεια του δικαστηρίου είναι άκυρη υπέρ του οριστικού κληρονόμου (άρθρο 175 εδ.β, 1652 εδ.β ΑΚ).
Στο κοινωφελές ίδρυμα όμως η "εκκαθάριση ή διαχείριση" της περιουσίας για τον ενδιάμεσο χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου του ιδρυτή και της δημοσίευσης του διατάγματος γίνεται κατά τις διατάξεις του α.ν 2039/1939, σύμφωνα με το άρθρο 119 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο "περιουσία που τάχθηκε για κοινωφελή σκοπό με δωρεά μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως προσώπου που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αποκτά νομική προσωπικότητα ως αυτοτελές ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 95 του α.ν 2039/1939, μόνο με διάταγμα και κατά τους όρους των διατάξεων του Αστικού Κώδικα.
Ωσότου εκδοθεί τέτοιο διάταγμα η εκκαθάριση και διαχείριση της περιουσίας γίνεται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού". Έτσι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μέχρι να δημοσιευτεί το εγκριτικό διάταγμα, η κληρονομία που περιέχεται στο ίδρυμα είναι σχολάζουσα κληρονομία, η οποία όμως λόγω της ειδικής ρύθμισης των άρθρων 63 επ.
του ίδιου νόμου δεν διοικείται από κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, αλλά από τους ορισθέντες με τη διαθήκη "εκτελεστές" (άρθρο 63 παρ.1 α.ν 2039/1939). Στην περίπτωση που δεν ορίζεται εκτελεστής η εκκαθάριση ενεργείται από τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο, εφόσον ο τελευταίος αυτός βαρύνεται ειδικά με την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή από τους διοικητές του ιδρύματος, εφόσον με τη διαθήκη συνιστάται κοινωφελές ίδρυμα...(παρ.2 άρθρου 63 α.ν 2039/1939).
Έργο του εκτελεστή κατά το άρθρο 2020 ΑΚ είναι η εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης. Ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει κάθε πράξη την οποία ρητά επέτρεψε ο διαθέτης ή είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των διατάξεών του. Με τους ίδιους όρους έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται την κληρονομία είτε ολόκληρη είτε κατά ένα μέρος της.
Έργο του συνεπώς είναι η υλοποίηση της τελευταίας επιθυμίας του διαθέτη καθώς και η φροντίδα για το διακανονισμό διαφόρων ζητημάτων της κληρονομίας. Πρόκειται για λειτούργημα του ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 2018,2019 παρ. 1, 2028, 2029 ΑΚ), σε αντίθεση με το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης, όταν πρόκειται για εκτέλεση διατάξεων διαθήκης που αφορούν κοινωφελή σκοπό, οπότε ισχύουν αποκλειστικά οι διατάξεις του άνω α.ν 2039/1939 οι οποίες αντιμετωπίζουν τον εκτελεστή ως δημόσιο λειτουργό (άρθρο 64 αυτού).
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 63 παρ. 1, 64,68 παρ.4, 69 παρ. 1, 77 παρ.1, 81,88,27, 95 και 97 του αν 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", καθώς και των διατάξεων των μεταγενεστέρων του εν λόγω α.ν τροποποιητικών νόμων και εκτελεστικών διατάξεων , με τις οποίες ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, ειδικότερα στην περίπτωση που τα τελευταία αφορούν την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, προκύπτει ότι ο εκτελεστής διαθήκης στην οποία περιλαμβάνονται διατάξεις υπέρ κοινωφελών σκοπών, κατά την άσκηση του δημοσίου λειτουργήματός του, δεν εκπροσωπεί ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου, και συνακόλουθα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος να διεξαγάγει συγκεκριμένη δίκη που αφορά κληρονομικό δικαίωμα, νομιμοποιείται όμως ο ίδιος σε άσκηση ή απόκρουση αγωγών που έχουν αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή αναγκαίων για την εκκαθάριση κληρονομίας ή την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου (ΑΠ 593/2009, AΠ 1928/2008).
Ο διορισμός του εκτελεστή γίνεται μόνο από τον κληρονομούμενο και μόνο με διαθήκη (άρθρο 2017 ΑΚ). Αν λείπει η σχετική βούληση του διαθέτη, δεν μπορούν τα τυχόν ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ζητήσουν από το δικαστήριο να διορίσει εκτελεστή, όπως αυτό μπορεί να γίνει με άλλους επιμελητές της κληρονομίας, όπως είναι ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας (ΑΚ 1865) και ο εκκαθαριστής κληρονομίας (ΑΚ 1913, 1915).
Το κενό αυτό που προέκυπτε επί της ισχύος του α.ν 2039/1939 από την διατύπωση του άρθρου 63 αυτού στην παραπάνω περίπτωση , ήδη καλύπτει από την εφαρμογή του ο νέος νόμος 4182/2013, αφού στο άρθρο 17 αυτού προβλέπεται ότι στην περίπτωση μη ορισμού εκτελεστή διαθήκης που αφορά κοινωφελή σκοπό, τούτος διορίζεται, αφού επιλεγεί με κλήρωση από την αρμόδια αρχή εκ του τηρούμενου στο Υπουργείο Οικονομικών Μητρώου εκτελεστών διαθηκών, εκκαθαριστών, διαχειριστών κοινωφελών περιουσιών ή ιδρυμάτων και κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρ.95§1 α.ν.2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 101 ΕισΝΑΚ, περιουσία διατιθέμενη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωσιν εις το διηνεκές ή εφ' ορισμένην διάρκειαν χρόνου κοινωφελούς σκοπού εκ των εν άρθρω 1 του παρόντος, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια συστατικής πράξεως εις φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστάς) ή συνιστώμενα το πρώτον νομικά πρόσωπα ή υφιστάμενα τοιαύτα, οριζομένου όμως κατά την τελευταίαν περίπτωσιν ιδίου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενον κατά τα εν τη συστατική πράξει οριζόμενα".
Επίσης κατά την παράγραφο 1εδ.α'του άρθρ. 96 του αυτού α.ν. 2039/1939 "περιουσία διατιθέμενη κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω προς εκπλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία , πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ, άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών".
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρ. 96 α.ν. 2039/1939 "κληροδοσίαι και δωρεαί προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα ιδρύματα κλπ, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικώτερον ή να συνάγηται επαρκώς εκ της συστατικής πράξεως ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρούνται ως καταληφθείσαι προς εξυπηρέτησιν του σκοπού ον επιδιώκει κατά τον προορισμόν του το ίδρυμα".
Τέλος κατά το άρθρο 97§1, εδ.α'του ίδιου και πάλι α.ν. 2039/1939 "περιουσίαι περί ων τα άρθρα 95 και 96 του παρόντος εκκαθαρίζονται κατά τα άρθρα 63 και επόμενα του παρόντος και υπάγονται εις την εποπτείαν του Υπουργείου Οικονομικών". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο κλπ, χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με το σκοπό τον οποίο κατά τον προορισμό του επιδιώκει το δεχόμενο την περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 126 παρ. 1 του Α.Ν. 2039/1939 (που ίσχυσε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 101 του Εισαγωγικού του Νόμου), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ δια του άρθρου 52 αριθμ. 1Β του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ "ο Υπουργός των Οικονομικών ( ήδη κατά το άρθρο 2 εδ.3 του νύν ισχύοντος νόμου 4182/2013, ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης) δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά δια των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν, εν όλω, ή εν μέρει, της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν".
Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τα εισαγωγικά τοιούτων δικών δικόγραφα, επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένου και αυτεπαγγέλτως, κοινοποιούνται και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, εφαρμοζομένων των περί δικών και προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεων". Σύμφωνα δε με την παρ. 2 αυτού του άρθρου, όπως έχει διαμορφωθεί δυνάμει του άρθρου 11 του Ν.Δ. 2157/1943, "κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά την συζήτησιν της προσβαλλομένης αποφάσεως".
Κατά την ορθή έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι προβλεπόμενες από αυτές δίκες, στις οποίες καλείται υποχρεωτικά και μπορεί να παρεμβαίνει ο Υπουργός Οικονομικών, είναι εκείνες μόνο που ενδιαφέρουν κατά τρόπο ευθύ και άμεσο την περιουσία που τάχθηκε υπέρ του κοινωφελούς σκοπού και οι οποίες μπορούν, εξαιτίας του αποτελέσματος τους, να ματαιώσουν ή να εμποδίσουν την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και όχι και άλλες όπως είναι εκείνες που αφορούν δοσοληψίες του κοινωφελούς ιδρύματος, που έγιναν κατά τη συνηθισμένη δραστηριότητά του στις συναλλαγές (ΑΠ 2034/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1593/1991, ΑΠ 1245/1991).
Σημειώνεται εδώ ότι ανάλογη διάταξη περιέχει και ο Ν. 4182/20Ι3 (Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών) στο άρθρο 69 παρ. 2 αυτού. Ειδικότερα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του νέου νόμου (4182 /2O13) ορίζεται ότι "Κοινωφελής περιουσία είναι: Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται με κληρονομία, κληροδοσία, ή δωρεά υπέρ του δημοσίου, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή για κοινωφελή σκοπό.
Ως κοινωφελής περιουσία νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο, που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί εφόσον υπάρχει". Περαιτέρω με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι: "Κοινωφελής σκοπός είναι κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει σκοπός".
Με την παράγραφο 4 ότι: "Αρμόδια αρχή είναι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες διά των οικείων διευθύνσεων". Με την παρ.6 του ίδιου άρθρου ότι: "Σχολάζουσα κληρονομία" είναι η κληρονομία της οποίας ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν έχει ακόμα βρεθεί ή δεν είναι βέβαιο ότι την έχει αποδεχθεί, κατά δε την παρ 3εδ.α του άρθρου 61 του ίδιου ως άνω νόμου:
Η αρμόδια αρχή διορίζει κηδεμόνα για την προσωρινή διοίκηση της κληρονομίας και την εξακρίβωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου όταν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία. Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 2γ του άρθρου 33 του ίδιου ως άνω νόμου στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών υπάγονται μεταξύ άλλων και...
κληρονομίες και κληροδοσίες των άρθρων 40 έως 49, που έχουν καταλειφθεί υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων, με τον όρο της εκτέλεσης κοινωφελούς σκοπού ή έργου, οι οποίες δεν γίνονται αποδεκτές για οποιονδήποτε λόγο και δεν ορίζεται υποκατάστατος. Εξ άλλου με το άρθρο 69 παράγραφος 1 του ιδίου πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι: "Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων:
περ. δ', να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση της δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης", ενώ με την παράγραφο 2 "τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε και αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα κώδικα επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του δημοσίου". Τέλος στις παρ.8 και 9 άρθρου 82 του άνω νόμου ορίζεται ότι: " Β. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στις λοιπές διατάξεις του παρόντος Κώδικα, από την έναρξη ισχύος αυτού (11-11-2013) καταργούνται: α) ο α.ν.2039/1939,β) ......,γ).......,δ)....., ε) τα άρθρα 1865, 1866 εδάφιο δεύτερο και 1869 του Αστικού Κώδικα, στ) κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αφορά θέματα, που ρυθμίζονται από αυτόν ή αντίκεινται στις διατάξεις του. "9, Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στη νομοθεσία περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".
Όπως ρητά προβλέπεται από το παραπάνω άρθρο, με το οποίο καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες (προπαρατεθείσες) διατάξεις, ο νέος αυτός νόμος (4182/2013) εφαρμόζεται και επί κοινωφελών περιουσιών που υπήρχαν κατά την έναρξη της ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους (ΑΠ 434/2016, ΑΠ 989/2020). Από τη μνεία δε στην παρ. 1 του άνω άρθρου (82) ότι διαδικασίες που έχουν ήδη αρχίσει δύνανται να ολοκληρώνονται κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία συνάγεται ότι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του 4182/2013 νόμου διαδικασίες θεωρούνται έγκυρες, οι εφεξής όμως διαδικαστικές ενέργειες διεξάγονται κατά τις νυν ισχύουσες διατάξεις.
Στο πλαίσιο αυτό στην υπό κρίση περίπτωση που είναι εκκρεμής μπορεί να τύχει εφαρμογής και ο προϋφιστάμενος νόμος (2039/1939). Έτσι νομιμοποιείται και ο Υπουργός Οικονομικών ,ως ασκών την εποπτεία επί περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς, αντί του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης που είναι πλέον αρμόδιος κατά το άρθρο 2 του ν. 4182/2013 (ΑΠ 808/2019).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/06).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Iδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/18).
Σημειώνεται ότι η διαδικαστική προϋπόθεση της νομιμοποίησης του διαδίκου συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα η εντεύθεν παραβίαση στηρίζοει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 18/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 24-2-2009 αγωγή που άσκησαν οι ενάγοντες, εδώ αναιρεσίβλητοι, κατά του εναγόμενου δικηγόρου Α. Μ. με την ιδιότητα του κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας του αποβιώσαντος την 12-6-1983 Ε. Β. εξέθεταν ότι με την 42α/1995 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του τμήματος πολεοδομίας του δήμου Καλαμαριάς, η οποία κυρώθηκε με την ΔΤΥ/416/1996 απόφαση του νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου πρασίνου και πεζοδρόμου στο τετράγωνο που περικλείεται μεταξύ των οδών ...- ...-...
και ... του δήμου … μεταξύ άλλων και το περιγραφόμενο στην άνω αγωγή τμήμα οικοπέδου εμβαδού 225,60 τ.μ που ανήκε στη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων Ε. Π. αλλά και στους Ν. και Μ. Π. κατά ποσοστό 4/8, 2/8 και 2/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα. Ότι οι τελευταίοι αναγνωρίσθηκαν με την 21016/1998 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικαιούχοι της αποζημίωσης για το εν λόγω απαλλοτριωθέν οικοπεδικό τμήμα, μέρος της οποίας (217,20 τ.μ) βάρυνε την παρόδια ιδιοκτησία του ως άνω αποβιώσαντος Ε.
Β., η κληρονομία του οποίου σχολάζει, δυνάμει δε της 3805 /2007 αμετάκλητης απόφασης κηδεμόνας της έχει διορισθεί ο ως άνω εναγόμενος. Ότι την 26-7-2000 απεβίωσε ο πρώτος ενάγων (Ε. Π.) και η κληρονομία του στην οποία περιλαμβανόταν και το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τρείς πρώτους των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 αντιστοίχως εξ αδιαιρέτου.
Ότι οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν νόμιμα τη σχετική δήλωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών καθιστάμενοι δικαιούχοι της εν λόγω αποζημίωσης σε ποσοστό 2/16, 3/16 και 3/16 αντιστοίχως κατά τα αναλογούντα ως άνω ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του παραπάνω ακινήτου. Ότι με την 67/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν οικοπεδικό τμήμα στο ποσό των 2.100 ευρώ ανά τ.μ και συνολικά στο ποσό των 456.120 ευρώ , το οποίο ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με την ως άνω ιδιότητά του να καταβάλει στον καθένα κατά τα αναλογούντα ποσοστά συγκυριότητάς τους (57.015 ευρώ στην πρώτη, 85.522,50 ευρώ στον δεύτερο και τρίτο, και από 114.030 ευρώ στον τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 2393/2011 απόφαση δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους καταβάλει τα προμνημονευόμενα χρηματικά ποσά. Κατά της απόφασης αυτής ο Υπουργός των Οικονομικών που δεν παρέστη στην πρωτοβάθμια δίκη, άσκησε την από 10-10-2011 έφεση επικαλούμενος προεχόντως ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο συζήτησε την ένδικη αγωγή χωρίς την προηγούμενη κοινοποίησή της σ' αυτόν, καθόσον πρόκειται για δίκη που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 126 παρ. 1, 2, 3 Α.Ν2039/1939, διότι αφορά περιουσία που καταλήφθηκε για κοινωφελή σκοπό και ειδικότερα για υπό σύσταση ίδρυμα παρά το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με τους στη διαθήκη του Ε.Β.
καθοριζόμενους κοινωφελείς σκοπούς κατά τους όρους του άρθρου 95 παρ. 1α .ν 2039/1939, στο οποίο κατέλειπε ως κληρονόμο τα μνημονευόμενα στη διαθήκη του περιουσιακά στοιχεία (μεταξύ των οποίων και το επίδικο), κατά τα κριθέντα στην 937/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής περί ερμηνείας της άνω διαθήκης εκ μέρους της χήρας του διαθέτη κατά του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου ως ενός των εγκαταστάτων αυτής, ενώ κατά ρητή επιταγή της παρ. 3 του άνω άρθρου θα έπρεπε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα να κηρύξει τη συζήτησή της απαράδεκτη, καθώς και ότι καταχρηστικώς στρέφεται κατά του διορισθέντος κηδεμόνα, αφού πρόκειται για αυτοτελές ίδρυμα κοινωφελούς σκοπού που είναι ο αληθής κληρονόμος, του οποίου επίκειται η σύσταση με την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 24/2013 απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Υπουργού Οικονομικών για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης με το επιχείρημα ότι η δίκη για την καταβολή της αποζημίωσης με την οποία βαρύνονταν η καταλειφθείσα περιουσία του ως άνω διαθέτη δεν ενδιαφέρει και δεν επηρεάζει αμέσως ή εμμέσως την καταλειπόμενη για κοινωφελή σκοπό περιουσία.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 126 σε συνδυασμό με τα άρθρα 95-97 του Α.Ν 2039/1939 και δεν τις εφήρμοσε, παρά τη ρητή επιταγή της παρ.3 του άνω άρθρου 126 περί αυτεπάγγελτης έρευνας της κοινοποίησης της αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής της, κρίνοντας ότι η επίμαχη δίκη επιδίκασης αποζημίωσης για συντελεσθείσα ρυμοτομική απαλλοτρίωση δεν ενδιαφέρει ευθέως και αμέσως την ως άνω υπέρ κοινωφελούς σκοπού ταχθείσα περιουσία του διαθέτη Ε.
Β., (δυνάμει της από 2-11-1979 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία), με τη σύσταση αυτοτελούς κατά το άρθρο 95 παρ.1 α.ν 2039/1939 ιδρύματος παρά το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο οποίο ως κληρονόμο του κατέλειπε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που μνημονεύονται στην άνω διαθήκη, καθορίζοντας με αυτή τους κοινωφελείς σκοπούς, που αυτό (ίδρυμα) θα εξυπηρετούσε και τον τρόπο διοικήσεώς του , όπως έκρινε (κατόπιν αγωγής της συζύγου του Σ.
Β. κατά του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου περί ερμηνείας της άνω διαθήκης ) η 937/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (έχουσα καταστεί τελεσίδικη με την 2058/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση του Πανεπιστημίου και ήδη αμετάκλητη μετά την παραίτησή του από την ασκηθείσα αναίρεση), ούτε μπορεί, (η δίκη αυτή) ως εκ του αποτελέσματος της, να επηρεάσει ματαιώνοντας ή παρεμβάλλοντας εμπόδια στην εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο τάχθηκε η εν λόγω περιουσία και ότι ως εκ των ανωτέρω δεν νομιμοποιείται ο Υπουργός στην άσκηση της εφέσεως, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω άρθρων, εφόσον από το αποτέλεσμα της απόφασης (την επιδίκαση του εν λόγω ποσού και εντεύθεν την ισόποση μείωση του ενεργητικού της καταληφθείσας περιουσίας ) θα επηρεαστεί η εξυπηρέτηση του ταχθέντος σκοπού.
Παρά ταύτα απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του Υπουργού Οικονομικών (516 ΚΠολΔ), ενώ έπρεπε να τη δεχθεί και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-2-2009 αγωγής για την προαναφερόμενη αιτία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη δίκη (που αφορά την καταβολή αποζημίωσης λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης) δεν αποτελεί δίκη που ενδιαφέρει ευθέως και αμέσως την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος καταλειφθείσα ως άνω περιουσία ούτε μπορεί ως εκ του αποτελέσματος της, να ματαιώσει ή παρεμβάλλει εμπόδια στην εκπλήρωση του σκοπού, για τον οποίο τάχθηκε η περιουσία αυτή ώστε να εμπίπτει στο άρθρο 126 του Α.Ν2039/1939 και εντεύθεν ότι ο εκκαλών Υπουργός των Οικονομικών δεν δικαιούται κατ' άρθρο 516, 532 ΚΠολΔ να ασκήσει έφεση, εφόσον δεν ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη ούτε καθολικός ή ειδικός διάδοχος ενός των διαδίκων , απορρίπτοντας την έφεση του Υπουργού Οικονομικών ως απαράδεκτη έσφαλε.
Και τούτο διότι, ενώ αναφέρει ότι πρόκειται για καταλειφθείσα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή ιδρύματος κληρονομία, ακίνητο της οποίας ωφελείται ως παρόδια ιδιοκτησία και ότι η αγωγική απαίτηση αποτελεί χρέος της περιουσίας αυτής, εν συνεχεία έκρινε ότι δεν υπόκειται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών και ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του α.ν 2039/1939 διότι η συγκεκριμένη δίκη δεν ενδιαφέρει οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειφθείσα ως άνω (σχολάζουσα) κληρονομιαία περιουσία (ΑΠ 1372/2019, ΑΠ 149/2018, ΑΠ 1605/2017), παρότι υπό τις ως άνω παραδοχές, η έκβασή της (δηλαδή η επιδίκαση του ποσού της εν λόγω αποζημίωσης) επηρεάζει άμεσα την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού συναρτώμενη ευθέως με τη μείωση του ενεργητικού της καταλειφθείσας κατά τα ανωτέρω περιουσίας.
Συνέτρεχαν συνεπώς κατά το χρόνο της εκδίκασης της ως άνω έφεσης οι προϋποθέσεις του άρθρου 126 του Α.Ν 2039/1939. Εντεύθεν εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη και απέρριψε κατά τα προεκτεθέντα την έφεση κρίνοντας ότι ο Υπουργός των Οικονομικών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να την ασκήσει.
Έπρεπε δε μετά ταύτα, υπό την παραδοχή ότι: α) η σχολάζουσα κληρονομία αφορούσε υπό σύσταση ίδρυμα για κοινωφελείς σκοπούς και β) ότι η ένδικη απαίτηση αποτελεί χρέος της άνω κληρονομίας, να ερευνήσει τις προϋποθέσεις νομιμοποίησης του ορισθέντος κηδεμόνα της ως εναγόμενου στη συγκεκριμένη δίκη, ενόψει του ότι πρόκειται για δίκη με αντικείμενο που ανάγεται στην εκκαθάριση της περιουσίας αυτής, αφού η ένδικη απαίτηση αποτελεί χρέος του υπό σύσταση ιδρύματος κοινωφελούς σκοπού, οπότε έπρεπε να τύχουν εφαρμογής (κατά την παρ.1 του άρθρου 82 ν.4182/2013) οι διατάξεις του α.ν 2039/1939 ως ειδικές και συγκεκριμένα εκείνες των άρθρων 27, 63 παρ. 1 και 2 , 77, σύμφωνα με τις οποίες στις συγκεκριμένες δίκες (εκκαθάρισης της εν λόγω περιουσίας) νομιμοποιείται παθητικά προς απόκρουση της αγωγής ως μη δικαιούχος διάδικος, εκπροσωπώντας την κληρονομιαία περιουσία, ο ορισθείς με τη διαθήκη εκτελεστής, σε περίπτωση δε μη ορισμού του ο βαρυνόμενος με την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού κληρονόμος ή κληροδόχος, ή ο διοικητής του ιδρύματος, (εφόσον με τη διαθήκη συνιστάται κοινωφελές όπως εν προκειμένω ίδρυμα) και όχι ο τυχόν διορισθείς κηδεμόνας, ο οποίος θεωρείται νόμιμος εκπρόσωπος του κληρονόμου, μελλοντικού ή αγνώστου, (ΑΠ 593/2009, ΑΠ 1928/2008, ΑΠ 1929/2008, ΑΠ 1274/1991).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 24/2013 απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Υπουργού των Οικονομικών και να παραπεμφεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 24/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο που απορρίφθηκε η έφεση του Υπουργού Οικονομικών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο , συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ