Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
593/2009 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal regarding public domain expropriation compensation and court costs allocation.

Geschäftsnummer 593/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed appeals against a First Instance Court decision regarding expropriation compensation and court costs. The Court found the appeal admissible only against the municipality of Moschato and the Greek State, rejecting claims by the Archbishop and other heirs as inadmissible. Consequently, the case was remitted to a new panel of judges for further proceedings on the specific contested issues.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1), 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the admissibility depends on specific parties' standing, remitting the case for further examination of the contested legal issues.

Schlagwörter

KI-generiert
expropriation compensation public domain admissibility of appeal court costs allocation standing to sue remittal for retrial heirs of deceased

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 593 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 593/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος ..., ήδη αποβιώσαντος, τον οποίο διαδέχθηκε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο ο ..., 2) Χ2, 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαλτά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Μοσχάτου της Νομαρχίας Αθηνών που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κάμαρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Μοσχάτου της Νομαρχίας Αθηνών που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπιζάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κάμαρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2. α) Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος ..., ήδη αποβιώσαντος, τον οποίο διαδέχθηκε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο ο ..., β) Χ2, γ) Χ3, ενεργούντων με την ιδιότητά τους ως εκτελεστών της διαθήκης της Ζ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαλτά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2005 αίτηση του υπό στοιχείο Α1 αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος και την από 8/2/2005 αίτηση των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και υπό στοιχεία Β2α, Β2β και Β2γ αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 6/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 4/1/2006 αίτησή τους και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 9/1/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 4/1/2006 αίτηση αναίρεσης, για τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και μόνο ως προς τον πρώτο των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων (Δήμο Μοσχάτου) και την από 24/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 9/1/2007 αίτηση αναίρεσης κατά τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Η από 4-1-2006 αίτηση αναίρεσης, των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ, ενεργούντων ως εκτελεστών διαθήκης, κατά του Δήμου Μοσχάτου και του Ελληνικού Δημοσίου και η από 9-1-2007 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Μοσχάτου κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ υπό την άνω ιδιότητα ως αφορώσες τους ίδιους διαδίκους και ως προσβάλλουσες την ίδια απόφαση (6/2006 του Εφετείου Αθηνών) πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρ. 246 Κ.Πολ.Δ).

Β. Επί της από 4-1-2006 αίτησης αναίρεσης των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 5105Γ/2-3-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11-1-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, μη απαιτούμενης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθ. 4 σε συνδυασμ.

Με 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δήμο Μοσχάτου. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ

ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να θεωρήσει ότι ο καθού η αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Μοσχάτου για καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά για τη διεξαγωγή της δίκης αυτής και να μη λάβει υπόψη και να αφήσει αδίκαστη, άλλως να απορρίψει σιωπηρά την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες σχετική ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Επίσης με τον δεύτερο λόγο της ίδιας αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείτο ενεργητικά στην ασκηθείσα με τις προτάσεις του στη δίκη της ως άνω αίτησης του αναιρεσιβλήτου Δήμου Μοσχάτου ανταίτηση, που στρέφεται μόνο κατά του τελευταίου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις καθοριζόμενες διατάξεις νόμου.

Και οι δύο αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων, που τους προβάλλουν, αφού τον μεν πρώτο λόγο νομιμοποιείται να προβάλλει μόνο το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, τον δε δεύτερο λόγο, νομιμοποιείται να προτείνει μόνο ο αναιρεσίβλητος Δήμος Μοσχάτου.

Τέλος, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 19 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτία, ότι το δικάσαν Εφετείο άφησε αδίκαστη, άλλως απέρριψε σιωπηρά χωρίς αιτιολογία, την, υπέρ των αναιρεσειόντων ασκηθείσα υπό του Υπουργού Οικονομικών πρόσθετη παρέμβαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν ποίο είναι το έννομο συμφέρον τους, προς άσκηση του λόγου αυτού, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ελλείπει, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή η ασκηθείσα υπ' αυτών αίτηση και ουδεμία βλάβη του συμφέροντός τους υπέστησαν από την φερόμενη ως αφεθείσα αδίκαστη πρόσθετη παρέμβαση.

Γ. Επί αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ και του Δήμου Μοσχάτου.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ΑΝ 2039/1939 "περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις κράτος και υπέρ κοινοφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", ο εκκαθαριστής εκπροσωπεί την ομάδα της περιουσίας, ως ενάγων ή εναγόμενος μέχρι την έγκριση της οριστικής λογοδοσίας, ενώ, κατά μεν τη διάταξη του αρθρ. 63 παρ. 1, 2 του ίδιου νόμου, οι περιουσίες εκκαθαρίζονται από τους εκτελεστές της διαθήκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1, η εκκαθάριση από τον εκτελεστή της διαθήκης αρχίζει από τότε που αυτός αποδέχθηκε το λειτούργημα του εκτελεστή, δια δηλώσεως ενώπιον του γραμματέως πρωτοδίκων της κατοικίας ή διαμονής του, και, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 77 του ίδιου νόμου, ο εκτελεστής (της διαθήκης) εκπροσωπεί την ομάδα της κληρονομίας και παρίσταται στο δικαστήριο, ως ενάγων ή εναγόμενος, σε όλες τις δίκες που αφορούν αυτή, εφαρμοζομένων, επί των δικών αυτών, των διατάξεων του προηγούμενου άρθρου 27.

Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, στην περίπτωση κατά την οποία η κληρονομία του διαθέτου καταλήφθηκε στον κληρονόμο, με την υποχρέωση να διατεθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού, στις δίκες, οι οποίες αφορούν την κληρονομιαία περιουσία, δεν νομιμοποιείται, ως διάδικος, ενεργητικά ή παθητικά, ο κληρονόμος, αλλά ο εκτελεστής διαθήκης, ο οποίος εκπροσωπεί την ομάδα της περιουσίας, ως ενάγων ή εναγόμενος. (ΑΠ 1274/1991).

Περαιτέρω, οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΝ 2039/1939, δεν δημιουργούν ουσιαστικό δικαίωμα υπέρ του εκτελεστού της διαθήκης, δεδομένου ότι δικαιούχος του εκ της διαθήκης κληρονομικού δικαιώματος είναι ο κληρονόμος, αλλά αφορούν μόνον τη διεξαγωγή της δίκης και ειδικώτερα ρυθμίζουν το ζήτημα της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης από τον (μη δικαιούχο του κληρονομικού δικαιώματος) εκτελεστή της διαθήκης, ο οποίος, ως μη δικαιούχος διάδικος, υποχρεούται και δικαιούται, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, να εκπροσωπήσει, ως ενάγων ή εναγόμενος, την κληρονομιαία περιουσία.

Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 23 του ίδιου ως άνω νόμου (ΑΝ 2039/1939), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4154/1961 (ΦΕΚ Α 48) και η οποία εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 74 παρ. 1 εδ. γ, και επί των κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών υπέρ κοινοφελών σκοπών εκτελεστέων από πρόσωπα αλλά πλην του κράτους ορίζεται: "Αμοιβαί μηχανικών, εμπειροτεχνών, εκτιμητών, πραγματογνωμόνων εν γένει, διαιτητών, μαρτύρων εν ταις απογραφαίς κληρονομιαίων περιουσιών, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, φυλάκων και μεσεγγυούχων, εκκαθαρίζονται δι' ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της κατά το αρθρ. 32 παρ. 2 του Α.Ν. 2039/1939 Επιτροπής, βάσει πίνακος του δικαιούχου εμφαίνοντος λεπτομερώς τας παρασχεθείσας υπηρεσίας, ως και προτάσεως του εκτελεστού περί της καταβλητέας αμοιβής.

Εν τη εκκαθαρίσει των αμοιβών τούτων ο Υπουργός των Οικονομικών ως και τα αρμόδια δικαστήρια δεν δεσμεύονται εκ των υπό ειδικών Νόμων προβλεπομένων τυχόν ελαχίστων ορίων αμοιβών, της καταβληθησομένης αμοιβής μη δυναμένης εν πάση περιπτώσει να καθορισθή κάτω του τρίτου του ισχύοντος ελαχίστου ορίου" Τέλος, στο άρθρο 15 παράγρ. 5 του α.ν. 2435/1940 "Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως της περί τελών χαρτοσήμου νομοθεσίας" (ΦΕΚ Α' 210), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33 του ν.

δ/τος 520/1941 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως διατάξεων τίνων του Α.Ν. 2039/1939..." (ΦΕΚ Α' 324), ορίζονται και τα εξής: "Εν περιπτώσει ήττης του αντιδίκου του εκτελεστού της διαθήκης των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών τ' ανωτέρω μη καταβληθέντα υπ' αυτών τέλη και δικαστικά έξοδα επιδικάζονται, δια των εκδιδομένων δικαστικών αποφάσεων, υπέρ του Δημοσίου, βεβαιούνται δε ως δημόσιον έσοδον εις βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου υπό του οικείου Οικονομικού Εφόρου, εντολή της Δ/σεως Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, βάσει της εκδοθείσης αποφάσεως, αφού προηγουμένως αύτη καταστή εκτελεστή, κατά τας περί τελών και δικαστικών εξόδων διατάξεις της".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 <<Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων>> (ΚΑΑΑ), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 29 παρ. 2 αυτού, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο για την καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή, που είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι μέρος αυτής της αποζημιώσεως αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, στα οποία περιλαμβάνονται τα απαραίτητα έξοδα της δίκης (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για παράσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κωδ.

Δικ), καθώς και η αμοιβή του πληρεξούσιου αυτού δικηγόρου (άρθρο 189 Κ.Πολ.Δ), τα οποία αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Προκύπτει, επίσης, ότι η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που επιδικάζεται και περιέρχεται σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό, που εξάγεται από την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 190 επ.), αφού το ποσό αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου και άρα δαπάνη, στην οποία αναγκαίως ο διάδικος υποβάλλεται.

Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 110 και 111 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου για αιτήσεις προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος δικαιούχου της αποζημιώσεως κανονίζεται με βάση την καθορισθείσα αξία του ακινήτου σε ποσοστό αυτής, που ανέρχεται σε 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και σε 1% για τη σύνταξη προτάσεως (άρθρα 100 παρ. 1 και 107 παρ. 1 αντιστοίχως), ήτοι συνολικώς σε 3%.

Στην προκείμενη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και από τα δικόγραφα της παρούσας δίκης (αιτήσεις και ανταίτηση), τα οποία, ως διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ, ελέγχονται από τον Αρείο Πάγο προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίσθηκε οριστική αποζημίωση, για το απαλλοτριωθέν, υπέρ του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, Δήμου Μοσχάτου, ακίνητο (οικόπεδο χωρίς κτίσματα, επιφανείας 991,06 τετ,μ., ευρισκόμενο στο Ο.Τ.95 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Μοσχάτου, στη διασταύρωση των οδών ...

και ...), για τη δημιουργία παιδικής χαράς. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης, το έτος 1939, Ζ, η οποία με ιδιόγραφη διαθήκης της, νομίμως δημοσιευθείσα, με το από 10-10-1939 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε, ως γενικό κληρονόμο της, το εκ των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, με την υποχρέωση να ιδρυθεί ίδρυμα, με την φροντίδα του Υπουργείου Γεωργίας, με την ονομασία "Γεωργική Σχολή Κωφαλάλων - Φιλανθρωπικό Ίδρυμα Ζ", το οποίο δεν έχει ιδρυθεί.

Η διαθέτης, όρισε, ως εκτελεστές της διαθήκης της, τους αναιρεσείοντες - αναιρεσιβλήτους (τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και τον εκάστοτε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Κατόπιν ασκήσεως της από 3-2-2005 αίτησης του υπέρ ου η απαλλοτρίωση - υπόχρεου, Δήμου Μοσχάτου, η οποία εστρέφετο κατά α) της ομάδας των εκτελεστών και β) του κληρονόμου Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και της από 8-2-2005 αίτησης των νυν αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων - εκτελεστών, όπως και της, με τις προτάσεις στην ως άνω πρώτη αίτηση ασκηθείσας ανταίτησης του Δημοσίου, με τις οποίες (αιτήσεις και ανταίτηση) εζητείτο ο καθορισμός οριστικής αποζημίωσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ως παραδεκτές και νόμιμες τις ως άνω αιτήσεις και την ανταίτηση, έκανε αυτές δεκτές εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμες και καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.

Με τον τέταρτο λόγο της πρώτης αίτησης αναίρεσης (Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, την ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες αίτησή τους, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, εν τούτοις, δεν επεδίκασε εις βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Δήμου Μοσχάτου, υπόχρεου προς αποζημίωση και υπέρ αυτών, τα δικαστικά έξοδα, παρά το σχετικό αίτημα τους, το οποίο απέρριψε, χωρίς καμία αιτιολογία, αλλά επεδίκασε τα δικαστικά έξοδα μόνον υπέρ του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικού Δημοσίου, ενώ το τελευταίο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στον 1ο και 2ο λόγο αιτιάσεις τους, δεν νομιμοποιείτο ούτε ενεργητικά, ούτε παθητικά στην παρούσα δίκη κι έτσι παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις καθοριζόμενες διατάξεις.

Ο λόγος αυτός, ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ήτοι για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, για έλλειψη έννομου συμφέροντος των αναιρεσειόντων. Ως προς την πρώτη, όμως, αιτίαση και καθόσον αφορά την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ήτοι την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων χωρίς αιτιολογία, όπως προκύπτει από την αίτηση των αναιρεσειόντων και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Δήμου Μοσχάτου προβάλλεται η αιτίαση της από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλειας (παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου) και ειδικότερα ότι κατά παράβαση των προαναφερθείσων διατάξεων των αρθρ. 27 και 77 του ΑΝ 2039/1939, το δικάσαν Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανταίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, παρότι το τελευταίο, ενεργούν ως εκ διαθήκης κληρονόμος της διαθέτιδος Ζ, της οποίας η περιουσία είχε καταληφθεί σ' αυτό, υπέρ κοινωφελούς σκοπού και μέρος της οποίας αποτελούσε και το απαλλοτριωθέν ακίνητο, δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά, προς άσκηση της ως άνω ανταίτησης, αλλά νομιμοποιούνται μόνον οι εκτελεστές της διαθήκης.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις (άρθρ. 77 σε συνδυασμό με αρθρ. 27 ΑΝ 2039/1939), ο εκτελεστής της διαθήκης εκπροσωπεί την ομάδα της κληρονομίας, της καταληφθείσας στο Δημόσιο, υπέρ κοινωφελούς σκοπού και παρίσταται στο Δικαστήριο, ως ενάγων ή εναγόμενος στις δίκες που αφορούν αυτή και κατά συνέπεια, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά για την άσκηση ανταίτησης, η οποία ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Μετά ταύτα και αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο της απόφασης, ως προς το κεφάλαιο παραδεκτού της υπό του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ασκηθείσα ανταίτησης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα. Τέλος η ίδια αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην του Δημοσίου, αναιρεσιβλήτων, δηλαδή κατά των εκτελεστών της διαθήκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι οι περιεχόμενοι στο αναιρετήριο λόγοι δεν τους αφορούν.

Δ. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά α) το κεφάλαιο της, με τις προτάσεις, ασκηθείσας ανταίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης και β) το κεφάλαιο της αιτηθείσας δικαστικής δαπάνης των αιτούντων εκτελεστών της διαθήκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στον εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν ως ακολούθως: α) στην πρώτη αίτηση αναίρεσης (των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ) ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος Δήμος Μοσχάτου πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, β) στη δεύτερη αίτηση αναίρεσης (του Δήμου Μοσχάτου), ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των νικησάντων αναιρεσιβλήτων εκτελεστών διαθήκης (Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ) και το αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου Μοσχάτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 4-1-2006 και 9-1-2007 αιτήσεις αναίρεσης των Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ και του Δήμου Μοσχάτου αντίστοιχα κατά της 6/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει α) τον αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα Δήμο Μοσχάτου στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων - εκτελεστών διαθήκης (Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για την κάθε μια από τις δύο αυτές αναιρέσεις, β) τους αναιρεσείοντες, στην πρώτη αίτηση αναίρεσης (Αρχιεπισκόπου Αθηνών κλπ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ και γ) το αναιρεσίβλητο στη δεύτερη αίτηση αναίρεσης, Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου Μοσχάτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ