Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
9/2022 Generato dall'IA

9/2022 — 9/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 9/2022 (AP_9_2022)
Autorità giudiziaria
Data della decisione
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 9 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 9/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγ...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 9 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 9/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγ...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 9/2022

Απόφαση 9 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 9/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Χουρμούζη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2, του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Γ., κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-07-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2555/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4577/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23-09-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-09-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8892/851/27-09-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 4577/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 07-03-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1833/18-03-2014 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η με αριθμό 2555/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την από 07-07-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 128047/3205/13-07-2006 αγωγή της ενάγουσας - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητης Αθανασίας Βερονίκη του Γερασίμου και αναγνωρίστηκε ότι η αρχική σύμβαση εργασίας της, καθώς επίσης και οι αναφερόμενες στο αιτιολογικό της απόφασης ανανεώσεις και παρατάσεις αυτής, συνιστούν, ως προς τη διάρκειά τους, ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την 01-01-1997, οπότε αυτή (ενάγουσα) προσελήφθη το πρώτον από το εναγόμενο, περαιτέρω, δε, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της εκ μέρους του καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, που έγινε στις 30-06-2006 και υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, καταβάλλοντας τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της, που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή της ένταξη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006, Α.Π. 79/2013). Εξάλλου, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, καθόσον αφορά το μέχρι τη 17-04-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο, που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη. Και τούτο διότι όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος τα οποία αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία, χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση, ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τους δικαιοπρακτούντες ή από το νόμο χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου ή έργου (Ολ. Α.Π. 7 και 8/2011) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων πάγιων και διαρκών αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο μετατροπή του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης του εργαζομένου, από ορισμένου χρόνου, σε αόριστου (Ολ. Α.Π. 18/2006, Ολ. Α.Π. 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17-04-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο, που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παρ. 7 και 8 του Συντάγματος). Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (παρ. 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". (παρ. 3) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-04-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Με την προσθήκη των διατάξεων αυτών (παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Σ.), μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Έτσι, πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδάφ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ. 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-04-2001) με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 7, 8/2011, 19, 20/2007). Με το π.δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α' 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28-06-1999 [ που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση ], η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004). Η επιλογή από την Ελληνική πολιτεία των μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, έγινε από το άνω π.δ/μα 164/2004, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.04.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Στο άρθρο 3 περ. δ' του εν λόγω π.δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση), αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στο άρθρο 5 αυτού ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. ... 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ/τος, η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη, για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου και του γεγονότος ότι το ως άνω π.δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 7/2011, Ολ. Α.Π. 19/2007). Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω π.δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ. Α.Π. 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση..., γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. α' και 5 του εν λόγω π.δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών. Επομένως, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών (Ολ. Α.Π. 13/2017). Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Επισημαίνεται δε ότι το κριτήριο αυτό (του μεσολαβούντος χρονικού διαστήματος έως τρεις μήνες, προκειμένου οι ως άνω συμβάσεις να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές) είναι αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, δηλαδή για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, θεσπίστηκε δε εντός της διακριτικής ευχέρειας που παρέσχε η Οδηγία στον εθνικό νομοθέτη (Α.Π. 788/2017, ΣτΕ 1733/2014). Μετά ταύτα, ενόψει, αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-07-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος 164/2004, αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (Ολ. Α.Π. 19, 20/2007). Εφαρμόζεται, όμως, το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ., 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ/τος 164/2004 διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 3/2021, 7, 8/2011). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας (οι οποίες καταρτίστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής των πιο πάνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων και συνεχίζονται μετά την έναρξη εφαρμογής αυτών) να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και έναρξης της ισχύος της αμέσως επομένης (Α.Π. 1269/2018, Α.Π. 993/2018, Α.Π. 778/2017, Α.Π. 1425/2015), μετά δε την έναρξη εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004 τα ως άνω μεσολαβούντα χρονικά διαστήματα δεν πρέπει, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, να υπερβαίνουν τους τρεις (3) μήνες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 07-07-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 128047/3205/13-07-2006 αγωγή, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι προσλήφθηκε το πρώτον την 01-01-1997 στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που εικονικώς και κατ' επίφαση ονομάστηκε ορισμένου χρόνου, παρότι η βούληση των μερών ήταν για μόνιμη και διαρκή σχέση και γι' αυτό περιείχε όλα τα στοιχεία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες της ως Χειρίστρια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή με τα καθήκοντα, που ειδικότερα περιγράφει, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ιονίων Νήσων του εναγομένου από 01-01-1997 έως 31-08-1997, 12-11-1997 έως 11-07-1998, 01-11-1998 έως 30-06-1999, 01-10-1999 έως 31-05-2000, 09-10-2000 έως 08-06-2001, 01-10-2001 έως 30-06-2002, 07-10-2002 έως 06-07-2003, 01-11-2003 έως 31-08-2004 και από 05-10-2005 έως 30-06-2006. Ότι οι συμβάσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 θεωρούνται κατά μετατροπή ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και για το λόγο αυτό η από 30-06-2006 καταγγελία, στην οποία προέβη το εναγόμενο, χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι παράνομη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αρχική σύμβαση εργασίας της, καθώς επίσης και οι ανανεώσεις και παρατάσεις αυτής συνιστούν, ως προς την διάρκειά τους, ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την 01-01-1997, οπότε και προσελήφθη το πρώτον από το εναγόμενο και να αναγνωριστεί ότι η ακυρότητα της από 30-06-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της. Ζήτησε, επίσης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις μηνιαίες αποδοχές της και επιπλέον να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του από 01-07-2006 έως 15-12-2006 χρονικού διαστήματος, με τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας το συνολικό χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων είκοσι έξι (7.226,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της δήλης ημέρας, αφότου εκάστη επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό του μηνιαίου μισθού της, ήτοι χίλια τριάντα οκτώ (1.038,00) ευρώ, πλέον της νόμιμης προσαύξησης επ' αυτού, για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και μέχρι την άρση της υπερημερίας του. Επί της υποθέσεως αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε την με αριθμό 2555/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία και για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους, απέρριψε ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, το αγωγικό αίτημα περί υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (7.266,00) ευρώ και ως αόριστο το αίτημα περί υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλει το ποσό του μηνιαίου μισθού της, ύψους χιλίων τριάντα οκτώ (1.038,00) ευρώ για τον μετά τη συζήτηση της αγωγής χρόνο. Κατά τα λοιπά, δέχθηκε ότι η αρχική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και οι μετέπειτα ανανεώσεις και παρατάσεις αυτής, συνιστούν, ως προς τη διάρκειά τους, ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την 01-01-1997, οπότε αυτή (ενάγουσα) προσελήφθη το πρώτον από το εναγόμενο και περαιτέρω αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της εκ μέρους του καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, που έγινε στις 30-06-2006 και υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, καταβάλλοντας τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της, που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή της ένταξη. Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν της από 07-03-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1833/18-03-2014 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιδιώκοντας την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, αναφορικά με την αναγνώριση της συνδέουσας την ενάγουσα με τον εναγόμενο σχέσης, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξέδοσε την αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 4577/2017 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με διαδοχικές ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας η ενάγουσα προσλήφθηκε από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και απασχολήθηκε στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού των Ιονίων Νήσων, πρώην Ανώτατη Δημόσια Σχολή Εμπορικού Ναυτικού (ΑΔΣΕΝ/Π/ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ) κατά τα χρονικά διαστήματα από 01-01-1997 έως 31-08-1997, 12-11-1997 έως 12-07-1998, 01-11-1998 έως 30-06-1999, 01-10-1999 έως 31-05-2000, 09-10-2000 έως 08-06-2001, 01-10-2001 έως 30-06-2002, 07-10-2002 έως 06-07-2003, 01-11-2003 έως 31-08-2004 και από 05-10-2005 έως 30-06-2006, στη θέση της Χειρίστριας Ηλεκτρονικού Υπολογιστή (Η/Υ), με καθήκοντα μηχανογράφησης - δακτυλογράφησης γραφείων Γραμματείας - Επιστασίας Διεύθυνσης Σπουδών - διαχείρισης, διεκπεραίωσης αλληλογραφίας, αρχειοθέτησης, κ.λ.π.. Παρείχε την εργασία της καθημερινά υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της, συμμορφούμενη στις εντολές και τις οδηγίες του, με πλήρες ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφού ακόμη και κατά τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν από τη λήξη της παλαιάς μέχρι την κατάρτιση της νέας συμφωνίας, τα καθήκοντα που ασκούσε καλύπτονταν από το στρατιωτικό προσωπικό της Ακαδημίας. Τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με την οποία το πολιτικό προσωπικό ήταν μόνο δύο άτομα και οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας, όταν απουσίαζε και η εναγομένη καλύπτονταν από το στρατιωτικό προσωπικό Η ανωτέρω ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων της ενάγουσας και ο χαρακτηρισμός αυτών, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό των παρεχομένων από αυτήν ως άνω υπηρεσιών, αλλά ούτε και από οποιοδήποτε άλλο αντικειμενικό λόγο, αλλά αντιθέτως τέθηκε από το εναγόμενο σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων διατάξεων του ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεών της, ως προς το χρονικό περιορισμό αυτών και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων να αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ως εκ τούτου, η σύμβασή της είχε εξαρχής από την 12-11-1997, το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όπως υποστηρίζει το εναγόμενο.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και το άρθρο 671 Α.Κ., οι οποίες είναι εφαρμοστέες, καθόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με το εναγόμενο καταρτίστηκαν από τις 12-11-1997 και εντεύθεν, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ (10-07-2001) και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-04-2001) και του π.δ. 164/2004 (19-07-2004) και η σύμβασή της είχε προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των Συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο και διατηρεί και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης, την 30-06-2006 αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία. Ο δε καθορισμός του είδους των ως άνω συμβάσεων, ως ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή. Κατ' ακολουθίαν, όταν καταρτίστηκε η συμφωνία για το χρονικό διάστημα από 05-10-2005 έως 30-06-2006 η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας είχε λάβει ήδη το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όσα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι αβάσιμα [....] Μετά από αυτά η εκκαλουμένη που έκρινε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και αναγνώρισε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-1-1997, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Με την κρίση του αυτή το, το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 παρ. 8 του Συντάγματος, 21 του Ν.2190/1994, 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 5 του π.δ/τος 164/2004 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, 648, 649, 669 671, 672 του Α.Κ., καθώς και αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη διότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας οι οποίες, σύμφωνα με όσα εκτίθεται στην αγωγή καταρτίστηκαν πριν την 18-04-2001 (ισχύς αναθεωρημένου Συντάγματος), μπορούσαν μεν, να προσλάβουν, ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, πλην, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των ως άνω συμβάσεων μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, υπερβαίνοντα τους τρείς (3) μήνες, με συνέπεια να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών. Συγκεκριμένα: 1) μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης - η οποία καταρτίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ/τος 164/2004 - την 31-08-1997 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών και δώδεκα (12) ημερών μέχρι την κατάρτιση της δεύτερης σύμβασης την 12-11-1997, 2) μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης την 11-07-1998 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και είκοσι (20) ημερών μέχρι την κατάρτιση της τρίτης σύμβασης την 01-11-1998, 3) μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης την 30-06-1999 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών μέχρι την κατάρτιση της τέταρτης σύμβασης την 01-10-1999, 4) μετά τη λήξη της τέταρτης σύμβασης την 31-05-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών και εννέα (9) ημερών μέχρι την κατάρτιση της πέμπτης σύμβασης την 09-10-2000, 5) μετά τη λήξη της πέμπτης σύμβασης την 08-06-2001 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και είκοσι δύο (22) ημερών μέχρι την κατάρτιση της έκτης σύμβασης την 01-10-2001 - η οποία έγινε μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου - 6) μετά τη λήξη της έκτης σύμβασης στις 30-06-2002 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και επτά (7)ημερών μέχρι την κατάρτιση της έβδομης σύμβασης στις 07-10-2002, 7) μετά τη λήξη της έβδομης σύμβασης στις 06-07-2003 μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών και είκοσι πέντε (25) ημερών μέχρι την κατάρτιση της όγδοης σύμβασης την 01-11-2003 και 8) μετά τη λήξη της όγδοης σύμβασης στις 31-08-2004 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δέκα τριών (13) μηνών και πέντε (5) ημερών μέχρι την κατάρτιση της ένατης (τελευταίας) σύμβασης στις 05-10-2005, χωρίς να γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι κατά το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του, η ενάγουσα συνέχιζε να παρέχει την εργασία της έστω με άκυρη σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς, λόγω της μεσολαβούσης χρονικής περιόδου πολλών μηνών και ιδίως μεταξύ της όγδοης και ένατης σύμβασης, όπου μεσολάβησε χρόνος μεγαλύτερος του έτους, κατά την οποία η ενάγουσα παρέμενε τελείως εκτός απασχόλησης, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας της, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ενιαία, ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, ούτε με τις διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, αφού μάλιστα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, τις οποίες, άλλωστε δεν επικαλείται ως βάση της αγωγής της. Εξάλλου, η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση αυτής ευθέως στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, εφόσον αυτή δεν έχει άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη. Τούτο διότι αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη. Επομένως, οι, ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να κρατηθεί και δικασθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 4577/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 07-03-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1833/18-03-2014 έφεση του αναιρεσείοντος.

Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την με αριθμό 2555/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 07-07-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 128047/3205/13-07-2006 αγωγή της ενάγουσας.

Απορρίπτει την αγωγή. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για την αναιρετική δίκη, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, ως και τη δικαστική δαπάνη αυτού για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 202.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ