Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
99/2017 Generato dall'IA

99/2017 — 99/2017 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 99/2017 (AP_99_2017)
Autorità giudiziaria
Data della decisione
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 99 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου ΦουρλάÎ...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 99 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου ΦουρλάÎ...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 99/2017

Απόφαση 99 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 99/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Γ., 2) Δ. Τ. του Γ., 3) Α. Ε. του Γ., 4) Δ. Μ. του Ε., 5) Κ. Δ. του Η., 6) Λ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 7) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 9) Δ. Κ. του Ι., 10) Ν. Μ. του Γ., 11) Α. Τ. του Κ., 12) Β. Α. του Ι., 13) Β. Ζ. του Δ., 14) Λ. Π. του Π., 15) Β. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 16) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 17) Σ. Α. του Γ., 18) Ε. Ρ. του Α., κατοίκων ..., 19) Β. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Θ. Α., 21) Π. Κ., 22) Γ. Κ. του Κ., 23) Κ. Γ., κατοίκων ....

Οι υπό στοιχεία 4, 9, 10, 11, 12, 17, 18, 19, 23 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Α. και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 13, 14, 15, 16, 21, 22 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2010 του Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/5/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ως προς μεν του 22ο και 23η των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των λόγων αναίρεσης, ως προς δε τους είκοσι ένα (21) πρώτους των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης και την αποδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α του Κώδικα νόμων, περί δικών του Δημοσίου , που προστέθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4305/2014, "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 135/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί με επίσπευση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αρχικά κατά τη δικάσιμο της 11-1-2016, κατά την οποία οι 1η , 2η , 3η , 5ος , 6ος , 7ος , 8ος , 13η , 14ος , 15ος , 16ος και 21η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ ο 22ος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, στη δε συνέχεια , κατόπιν αναβολής από το πινάκιο η υπόθεση προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 24-10-2016. Κατά την δικάσιμο αυτή , όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο. Από τον φάκελο όμως της δικογραφίας υπάρχουν αποδεικτικά κλήτευσης των απολειπομένων ως άνω αναιρεσιβλήτων (σχ. .../19-6-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Κ. Μ. στον 22ο των αναιρεσιβλήτων και .../17-6-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Κ. Μ. στον δικηγόρο των λοιπών αναιρεσιβλήτων Θ. Α., που παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους στο Εφετείο). Σύμφωνα, λοιπόν, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΙΙ) Με την από 10-5-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 135/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 68/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας , που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την ανακοπή αυτού κατά του προσβαλλομένου ...2005 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Λαμίας Κωνσταντίνας Τρίγκα - Γκλαντζούνη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός δηλαδή της νόμιμης τριετίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει αλλά ούτε και οι παραστάντες διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και ως προς την 19η των αναιρεσιβλήτων, η οποία, αν και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είχε δικαστεί ερήμην, η προσβαλλομένη απόφαση κατέστη και ως προς αυτή τελεσίδικη , εφόσον πρόκειται για δίκη περί την εκτέλεση στην οποία δεν συγχωρείται ανακοπή ερημοδικίας ( άρθρο 937 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Κατόπιν αυτών, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 1545/1985, "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ., γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Με το άρθρο 6 παρ. 16 του ν. 2497/1997 υπήχθησαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής. Ήδη με το άρθρο 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρου 975 αριθ. 3, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από τον χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής. Ως πρώτος πλειστηριασμός νοείται εκείνος που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν στη συνέχεια η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε, αναβλήθηκε ή επισπεύσθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2, 3 ,4 Κ.Πολ.Δ, με την προϋπόθεση όμως ότι ο πλειστηριασμός που τελικά διενεργήθηκε, βασίζεται σε κάθε περίπτωση στην ίδια κατασχετήρια έκθεση στην οποία βασίσθηκε και ο αρχικά ορισμένος πλειστηριασμός. Διευρύνθηκε έτσι με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη διπλά το προνόμιο των ως άνω εργατικών απαιτήσεων, αφού ο μεν χρόνος στον οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια, η δε αφετηρία του χρόνου γέννησης των απαιτήσεων αυτών μετατέθηκε από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού στην ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή και της κήρυξης της πτώχευσης κατά το προ του ν. 3994/2011 καθεστώς. Στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες αν μεν είναι παρεπόμενες της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, δεν έχουν χρονικό περιορισμό, αν όμως είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά μόνον αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 650/2011, ΑΠ 1023/2009). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατάταξης αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθού η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθού η εκτέλεση με έγγραφα, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθού η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, αφού οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 1907/2011, ΑΠ 1311/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, κατά δε το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναίρεσης (αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής κλπ., τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Αντίθετα, νομική αοριστία της αγωγής , ανακοπής κλπ., η οποία στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ανακοπή κλπ. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης επί της ουσίας απόφασης, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 975, 978 , 979 παρ. 2 (κατά το μέρος που αναφέρεται στο έννομο συμφέρον) Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 14/1995). Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη ως αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο ισχυριζόταν αφενός ότι είναι αόριστοι οι προβληθέντες σε απόκρουση της ανακοπής του ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων περί προνομιακής κατάταξής τους στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ, αφετέρου δε ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ως βάσιμες, τις απαιτήσεις αυτών, παρά την αμφισβήτησή τους εκ μέρους του.

ΙV) Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όσον αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, δέχθηκε τα εξής: "Το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι, μολονότι αυτό με την ένδικη ανακοπή του αμφισβήτησε την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των είκοσι ένα πρώτων εφεσιβλήτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτους (αόριστους) τους ισχυρισμούς αυτών, για την θεμελίωση των απαιτήσεων τους, που κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα, γιατί αυτοί δεν επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το είδος των απαιτήσεών τους (ποιοτικά και ποσοτικά) και τον προνομιακό χαρακτήρα αυτών, για τις οποίες έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης, με άμεση κατά νόμο συνέπεια, την παραδοχή της ανακοπής. Ο υπό κρίση λόγος εφέσεως είναι ... νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί για την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την επισκόπηση των από 30-10-2006, 1-11-2006 και 2-11-2006 προτάσεων, που κατέθεσαν οι 21 πρώτοι εφεσίβλητοι επί της έδρας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτοί προσδιόρισαν το είδος των απαιτήσεών τους (δεδουλευμένες αποδοχές), εκθέτοντας ο καθένας από αυτούς τις επί μέρους οφειλόμενες αποδοχές (μηνιαίες αποδοχές τους, οφειλόμενα Δώρα Εορτών και επιδόματα αδείας κλπ), που προέρχονταν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας "...", με την ειδικότητα που αναφέρουν για τον καθένα τους, για τις οποίες αναγγέλθηκε ως δανειστής, και το συνολικό ποσό των δεδουλευμένων οφειλόμενων αποδοχών. Ακόμη επικαλέστηκαν τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (24-11-2004) και σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν. 1535/1985 κατατάσσονται στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ. Εφόσον, επομένως, οι εφεσίβλητοι ανταποκρίθηκαν στο βάρος της επίκλησης των προαναφερομένων στοιχείων ... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εφαρμόζοντας τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων, για την θεμελίωση των απαιτήσεών τους, οι οποίοι κατετάγησαν στον μεταρρυθμιζόμενο με την εκκαλουμένη απόφαση πίνακα κατατάξεως.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". V) Από την επισκόπηση των από 30-10-2006 εγγράφων προτάσεων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου των 1ης , 2ης , 3ης , 4ης , 5ου , 6ου , 7ου , 8ου , 9ου , 10ου, 11ου , 12ης , 13ης , 14ου , 15ου και 16ου των αναιρεσιβλήτων και των από 1-11-2006 εγγράφων προτάσεων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του 20ου αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί προσδιόρισαν ειδικώς το ύψος, το είδος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, κατά την αμέσως προηγούμενη διετία από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού (24-11-2004) κατά την οποία προσέφεραν στην επιχείρηση της καθ’ ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρίας "...." τις υπηρεσίες τους με βάση αντίστοιχες συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών (ο 20ος) και εξαρτημένης εργασίας (οι λοιποί). Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης κρίνοντας ορισμένους και νόμιμους τους ισχυρισμούς αυτών.

Συνεπώς, και όσον αφορά τους αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητους ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), αναφορικά με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 (κατ’ ορθή εκτίμησή του) είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος αυτός αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) αναφορικά με την πλημμέλεια και ως προς τους 17ο , 18ο, 19η και 21η των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δεν προσκομίζονται οι πρωτόδικες προτάσεις τους, ώστε να ελεγχθεί από την επισκόπησή τους η βασιμότητα ή μη του αναιρετικού αυτού λόγου (οι προσκομιζόμενες από 2-11-2006 ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις αφορούν τους 22ο και 23η των αναιρεσιβλήτων). Περαιτέρω, ορθά το Εφετείο δεν προχώρησε σε έρευνα του ουσία βασίμου των ισχυρισμών των 21 πρώτων των αναιρεσιβλήτων, εφόσον το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον με την ανακοπή του σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενό της, αμφισβήτησε μόνο την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων αυτών, που προέκυψαν μετά την αρχική ημερομηνία ορισμού του πλειστηριασμού (24-11-2004) και μέχρι την ημερομηνία πραγματικής διενέργειας αυτού ( 23-2-2005), για τις οποίες ήδη τους απέβαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας) με την 68/2007 απόφασή του, κατατάσσοντας για τα ποσά αυτά το αναιρεσείον. Για πρώτη δε φορά στο Εφετείο το ανακόπτον - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ανεπιτρέπτως, με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβήτησε το ύψος και τον προνομιακό χαρακτήρα και των απαιτήσεων των 21 πρώτων των αναιρεσιβλήτων που εμπίπτουν στην διετία πριν τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος όσον αφορά τους 21 πρώτους των αναιρεσιβλήτων και κατά το δεύτερο σκέλος του, αναφορικά με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. (κατ’ ορθή εκτίμησή του), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης όσον αφορά τους 22η και 23ο των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , διότι με τον συγκεκριμένο λόγο (κατ’ ορθή εκτίμησή του) δεν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτούς , εφόσον δεν διαλαμβάνεται στην αναίρεση συγκεκριμένη αιτίαση, θεμελιωτική αναιρετικής πλημμέλειας ως προς αυτούς. VI) Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007) ούτε θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ για τους απαράδεκτους ή μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν τάσσεται απόδειξη, ούτε λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα (ΑΠ 321/2009). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρισμούς του. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τους 21 πρώτους των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος , καθόσον το Εφετείο ως προς την αιτίαση ότι απαραδέκτως κρίθηκαν ορισμένοι οι ισχυρισμοί των 21 πρώτων των αναιρεσιβλήτων περί προνομιακής κατάταξής τους απάντησε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ενώ ως προς τον ισχυρισμό περί μη έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας των προνομιακών απαιτήσεών των παραπάνω αναιρεσιβλήτων ουδεμία παραβίαση δημιουργείται με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει , εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό απαραδέκτως προβληθέντα Όσον αφορά τους 22η και 23ο των αναιρεσιβλήτων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (κατ’ ορθή εκτίμησή του) δεν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτούς. Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 135/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των 4ης , 9ου , 10ου , 11ου , 12ης , 17ου , 18ου , 19ης , 20ου και 23ης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ