99/2015 — 99/2015 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)
Generato dall'IAΑπόφαση 99 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατ...
Massima giurisprudenziale / Regesto
Generato dall'IATesto integrale della sentenza — 99/2015
Απόφαση 99 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 99/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕΖ" (πρώην "VICTORIA ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Α. του Ε., κατοίκου ... και 3) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Θ. Χ., 2) Μ. συζ. Γ. Χ., το γένος Α. Α., 3) Θ. Γ. Χ., 4) Μ. Γ. Χ., 5) Ι. Μ. του Χ., α. ατομικά και β. ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του Χ. - Π. Μ., ως καθολικών διαδόχων της αποβιωσάσης (10-10-2012) αρχικής διαδίκου Δ. Χ. του Γ., 6) Γ. Χ. Μ., 7) Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Μ. Α., 8) Χ. Γ. Μ., 9) Μ. Γ. Μ., 10) Σ. Γ. Μ., όλων κατοίκων ... και 11) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας. Η 4η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου, οι 1ος, 2η, 3ος, 5ος, 6ος, 7η, 8ος, 9ος και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους και το 11ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή. Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL TRUST - ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Χ., 2) Σ. συζ. Γ. Μ., το γένος Μ. Α., 3) Χ. Μ. του Γ., 4) Μ. Μ. του Γ. και 5) Σ. Μ. του Γ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2006 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α 6ου, 7ης, 8ου, 9ου και 10ου αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 9-5-2007 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α 1ου, 2ης, 3ου και 4ης αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Δ. Χ. του Γ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2008 μη οριστική και 509/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 12-3-2014 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 17-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων της ίδιας αίτησης και της από 17-3-2014 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το μέρος της που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας εταιρείας "ERGO ΑΑΕΖ" πρώην "VICTORIA ΑΑΕΖ", που υποβλήθηκε με τις από 16-10-2013 κατατεθείσες προτάσεις της κατά το μέρος του που η αναιρεσείουσα και τότε αιτούσα ζήτησε στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να της καταβάλλουν και τους τόκους που κατέβαλε σ' αυτό κατά την εξόφληση του προσωρινά εκτελεστού της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των από 12-3-2014 και 17-3-2014 αντιθέτων αιτήσεων, με τις οποίες επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο συνεκδικάζοντας τέσσερις (4) αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου (αριθ. 72/2011) και την έφεση του Κ. Α., Γ. Σ. και της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VICTORIA AE" (αριθ. κατ. 93/2001), απέρριψε δε τις δύο άλλες εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος τις συνεκδικασθείσες αγωγές από τροχαίο ατύχημα κρίνοντας συνυπαίτιους και τους δύο οδηγούς των εμπλακέντων οχημάτων.
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 10/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 17-06-2005 και περί ώρα 15:00, ο Α. Χ. τέκνο των 1ου και 2ης των εναγόντων και αδελφός των λοιπών στην με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2106/2007 αγωγή, (ήδη αναιρεσίβλητους στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης), οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα (600 κυβικών), ιδιοκτησίας του, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη για το όχημα που οδηγούσε άδεια οδήγησης που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων πρόκληση ζημιών στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERAL TRUST - ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ" της οποίας ήδη η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη δικονομική της θέση υπεισήλθε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" (ήδη αναιρεσίβλητο στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσείον στην από 17-3-2014 αίτηση αναίρεσης), εκινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου με κατεύθυνση προς Πύργο (προς παραλία Δύμης). Επί του ανωτέρω οχήματος επέβαινε και ο Π. Μ., τέκνο των πρώτου, δεύτερης των εναγόντων και αδελφός των λοιπών εναγόντων στην με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2704/2006 αγωγή (και ήδη αναιρεσίβλητους στην από 17-3-2014 αίτηση αναίρεσης, αλλά και στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης). Οι ανωτέρω επιβαίνοντες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα φορούσαν κράνη. Κατά τον ίδιο χρόνο επί της ίδιας ως άνω οδού και με την ίδια με το ανωτέρω όχημα κατεύθυνση και έμπροσθεν αυτού, εκινείτο ο εναγόμενος Κ. Α. (ήδη αναιρεσείων στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο - χωματουργικό ανατρεπόμενο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, ιδιοκτησίας του εναγομένου Γ. Σ. (ήδη αναιρεσείοντος στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.", ήδη μετονομασθείσα σε "ERGO A.A.E.Z." (και ήδη αναιρεσείουσα στην από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης). Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μία κύρια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στη χιλιομετρική θέση 13.300, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μ. και εκατέρωθεν ασφάλτινο έρεισμα 3,70 μ. κατά την κατεύθυνση προς Πύργο και 3 μ. κατά την κατεύθυνση προς Πάτρα. Τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται από διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, κατά τον παραπάνω δε χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή. Η ανωτέρω οδός είναι ευθεία μετά από αριστερή καμπύλη (στροφή) που παρουσιάζει σε σχέση με την πορεία των παραπάνω οχημάτων. Όταν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Χ., ο οποίος εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο εκείνο όριο ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα και ειδικότερα εκινείτο με ταχύτητα που ανερχόταν σε 120 χλμ/ώρα περίπου και χωρίς να ανακόψει αυτήν, εξήλθε από την προαναφερόμενη αριστερή στροφή και εισήλθε στην ευθεία, πλησιάζοντας δε στη Χ/Θ 13,300, αντιλήφθηκε έμπροσθέν του το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος Κ. Α. και επιχείρησε να προσπεράσει αυτό από αριστερά. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο οδηγός του ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού με ταχύτητα περί τα 50 - 60 χλμ/ώρα περίπου, προέβη αιφνιδίως δίχως να ελέγξει την όπισθεν αυτού κίνηση και να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του με την αφή του κατάλληλου δείκτη πορείας, σε ελιγμό αριστερά, κατευθυνόμενος διαγώνια προς το κέντρο του οδοστρώματος έχοντας πρόθεση να εισέλθει διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε χωμάτινη οδό στην οποία βρισκόταν το εργοτάξιο του εναγομένου - εργοδότη του Γ. Σ. και ιδιοκτήτη του ανωτέρω οχήματος, παρότι στο σημείο εκείνο δεν υπάρχει κόμβος που να επιτρέπει στα κινούμενα προς Πύργο οχήματα να πραγματοποιούν ελιγμό αριστερά και διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας να εισέρχονται στην ανωτέρω χωμάτινη οδό. Έτσι, απέκοψε την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που ακολουθούσε με αποτέλεσμα η τελευταία να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της στην πίσω αριστερή πλευρά του φορτηγού στο ύψος του οπίσθιου αριστερού τροχού, να εκτιναχθεί (η μοτοσικλέτα) με κατεύθυνση κάθετη προς τον άξονα της οδού, όπως αποδεικνύεται από τις χαραγές επί του οδοστρώματος που άρχιζαν σε απόσταση 60 εκατοστών περίπου από τον άξονα της οδού και εκτρεπόμενη να διανύσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να καταλήξει αριστερά εκτός οδοστρώματος, ενώ στην ίδια κατεύθυνση εκτινάχθηκαν οι επιβαίνοντες επ' αυτής Α. Χ. και Π. Μ.. Συνεπεία της ανωτέρω σύγκρουσης τραυματίστηκαν θανάσιμα οι επιβαίνοντες επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Χ., ο θάνατος του οποίου επήλθε συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και κακώσεων δεξιού άνω άκρου και Π. Μ., ο θάνατος του οποίου επήλθε συνεπεία κακώσεων κοιλίας και άκρων (βλ. τις δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομίας του Ειδικού Ιατροδικαστή Δ. Γ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών αντίστοιχα). Αμέσως μετά την ένδικη σύγκρουση, ο εναγόμενος Κ. Α. εγκατέλειψε τον τόπο του τροχαίου ατυχήματος, ανεβρέθηκε δε τέσσερις ημέρες μετά το ατύχημα. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος οφείλεται κατά την εκτίμηση αυτού του Δικαστηρίου στη συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του αποβιώσαντος οδηγού Α. Χ. όσο και του εναγομένου Κ. Α., οι οποίοι κατά την οδήγηση των οχημάτων τους δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή την οποία όφειλαν ως συνετοί οδηγοί να καταβάλουν με βάση την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και τη λογική και την οποία προσοχή μπορούσαν ενόψει των προσωπικών τους καταστάσεων και ικανοτήτων να καταβάλουν κι έτσι ν' αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε και βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη των εν λόγω υπαίτιων οδηγών. Ειδικότερα, η αμέλεια του αποβιώσαντος οδηγού Α. Χ. συνίσταται στο ότι εκινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε οπωσδήποτε αυτή των 90 χλμ/ώρα που ήταν η ανώτατη επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο και συγκεκριμένα εκινειτο με ταχύτητα περί τα 120 χλμ/ώρα. Η αυξημένη ταχύτητα του ανωτέρω οδηγού αποδεικνύεται από τις ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, ένορκες καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Δ. Π., Δ. Κ. και Γ. Μ. (βλ. τις από 17-06-2005, 30-07-2005 και 26-08-2005 ένορκες καταθέσεις των προμνησθέντων αντίστοιχα) εκ των οποίων οι δύο πρώτες κατέθεσαν ότι κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος κινούνταν στην Νέα Εθνική Οδό Πατρών - Πύργου και λίγο πριν φθάσουν στην Χ/Θ 13,300 αντιλήφθηκαν μία μηχανή που εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα να τις προσπερνά, ενώ και ο αυτόπτης μάρτυρας Γ. Μ., ο οποίος κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος εκινείτο στην ανωτέρω οδό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση μ' αυτό που εκινείτο ο Α. Χ., κατέθεσε ότι αντιλήφθηκε μία μηχανή να κινείται με μεγάλη ταχύτητα. Επιπροσθέτως, η αυξημένη ταχύτητα του παθόντος οδηγού επιβεβαιώνεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την πορεία που ακολούθησε η μοτοσικλέτα μετά τη σύγκρουση, την εκτίναξή της, την εκτροπή της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, την κατάληξή της αριστερά εκτός του οδοστρώματος, την ολική καταστροφή της και τον επελθόντα θάνατο των επιβαινόντων επ' αυτής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Κ. Α. κατά το χρόνο της σύγκρουσης εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα. Η αμέλεια του οδηγού Κ. Α. συνίσταται στο ότι ενώ εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προέβη σε αιφνίδιο ελιγμό αριστερά χωρίς προηγουμένως οποιαδήποτε ειδοποίηση με τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης παρότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε κόμβος, που να επιτρέπει στα κινούμενα προς Πύργο οχήματα να πραγματοποιούν ελιγμό αριστερά με σκοπό την έξοδό τους από την Εθνική Οδό, κατευθύνθηκε δε διαγώνια προς το κέντρο του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας που ακολουθούσε κατά το χρόνο που άρχιζε να ενεργεί προσπέραση αυτού από αριστερά και η τελευταία να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού και να εκτιναχθεί με κατεύθυνση κάθετη προς τον άξονα της οδού και εκτρεπόμενη να διανύσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να καταλήξει αριστερά εκτός οδοστρώματος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων Κ. Α., Γ. Σ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ." ήδη μετονομασθείσας σε "ERGO Α.Α.Ε.Ζ." ότι ο εναγόμενος οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου Κ. Α. ουδέποτε μετέβαλε την πορεία του και ότι εκινείτο ευθεία με κατεύθυνση προς Πύργο και δεν προέβη σε ελιγμό προς τα αριστερά, αναιρείται αφενός μεν από την προμνησθείσα προανακριτικά ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., ο οποίος μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο όταν οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο του έφθασε στη Χ/Θ 13,300 της Νέας Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου, αντιλήφθηκε ένα φορτηγό με γκρι τέντα να είναι σταματημένο στην άκρη του δρόμου στο ρεύμα προς Πύργο, χωρίς φλας και χωρίς κώνους, κατέθεσε δε ότι αμέσως μόλις πέρασε από το σημείο είδε μία μηχανή η οποία εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα και αμέσως μετά από δευτερόλεπτα άκουσε ένα δυνατό θόρυβο σαν να έσκασε λάστιχο οχήματος, καθώς και από την από 10-07-2005 ένορκη προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Τμήματος Τροχαίας Πατρών του Δ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. στη Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα και όταν έφθασε σε απόσταση 600 μέτρων περίπου από το επίδικο σημείο, αντιλήφθηκε μία μεγάλη σκόνη στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα και όταν πλησίασε στο σημείο που είχε δει τη σκόνη είδε παράλληλα συντρίμμια διάσπαρτα στο δρόμο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα, εκτός δε του οδοστρώματος στα δεξιά του είδε έναν άνθρωπο πεσμένο κάτω και ένα φορτηγό χρώματος "μπορντώ", μάρκας "MERCEDES" σε απόσταση 15 μέτρων περίπου από τον πεσμένο άνθρωπο. Οι ανωτέρω προανακριτικές καταθέσεις, δεν αναιρούνται από αυτές των δύο επίσης αυτόπτων μαρτύρων Διονυσίας Κατελούζου και Δ. Π., εκ των οποίων η πρώτη στην από 30-07-2005 ένορκη κατάθεσή της ανέφερε ότι ένα λεπτό πριν φθάσει στη Χ/Θ 13,300 της ανωτέρω οδού την προσπέρασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα μία μοτοσικλέτα με δύο αναβάτες και ότι αμέσως μόλις έφθασε στο παραπάνω χιλιόμετρο είδε τη μοτοσικλέτα να διπλώνει και να εκτοξεύεται μαζί με τους αναβάτες στον αέρα, να περνούν στο αντίθετο ρεύμα και να καταλήγουν ο ένας στο χαντάκι και ο άλλος στο οδόστρωμα και ότι μπροστά από τη μοτοσικλέτα είδε ένα φορτηγό το οποίο συνέχισε κανονικά την πορεία του προς Πύργο, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν επρόκειτο για το συγκεκριμένο φορτηγό που ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο, εάν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος λόγω της ιλιγγιώδους όπως καταθέτει ταχύτητας με την οποία οδηγούσε, ή εάν προσέκρουσε σε άλλο όχημα και τι όχημα ήταν αυτό, δηλαδή ως προς τα ανωτέρω σημεία η κατάθεσή της δεν είναι καθόλου σαφής και έρχεται σε αντίθεση με όλα τα ανωτέρω ευρήματα (διάσπαρτα θραύσματα γυαλιών - πλαστικών στο αντίθετο ρεύμα πορείας, βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα Τροχαίας), όσον αφορά δε την από 17.06.2005 ένορκη κατάθεση της άλλης μάρτυρος Δ. Π., η οποία κατέθεσε προανακριτικά ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας επιχείρησε να προσπεράσει το φορτηγό που προπορευόταν με αποτέλεσμα να κτυπήσει πίσω αριστερά, αυτή ενέχει αντίφαση καθόσον δεν επεξηγεί πώς αφού η δίκυκλη μοτοσικλέτα επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου οχήματος, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου περί της διαγώνιας θέσης που είχε λάβει το ΙΧΦ αυτοκίνητο επί του οδοστρώματος ενισχύεται και από το γεγονός ότι το κράνος που φορούσε ο οδηγός της μοτοσικλέτας Α. Χ., έφερε ίχνη επαφής με το φορτηγό στη δεξιά πλευρά του, ο δε χρωματισμός αυτών των ιχνών είναι απόχρωσης βυσσινί, η απόχρωση δε αυτή υπάρχει μόνο στις πλευρές της καρότσας του φορτηγού. Οι εναγόμενοι της παραπάνω αγωγής προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι ο εναγόμενος Κ. Α. δεν προέβη σε αιφνίδιο αριστερό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του και ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Χ. λόγω αμελούς οδήγησης προσέκρουσε στο πίσω μέρος του φορτηγού, επικαλούνται την από 21 Ιουνίου 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από τους πραγματογνώμονες Ν. Ρ. τεχνικό με Γ' βαθμό μηχανολόγο μηχανικό και Α. Π. τεχνικό με Α' βαθμό, οι οποίοι είναι υπάλληλοι της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, πραγματογνώμονες τροχαίων ατυχημάτων, οι οποίοι διορίσθηκαν ύστερα από εντολή του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, στην οποία, αναφέρουν ότι το φορτηγό φέρει σημεία σύγκρουσης στο πίσω αριστερό μέρος του. Επίσης, επικαλούνται την από 22-06-2006 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, σύμφωνα με την οποία στον τόπο του ατυχήματος βρέθηκε μεταξύ άλλων πλαστικό λευκό θραύσμα το οποίο ταιριάζει απόλυτα στο εμπλακέν στην ανωτέρω σύγκρουση ΙΧΦ αυτοκίνητο και αποτελεί συνέχεια του υπάρχοντος σπασμένου οπίσθιου αριστερού φαναριού. Τα στοιχεία όμως αυτά ουδόλως αναιρούν την κρίση του Δικαστηρίου περί του σημείου πρόσκρουσης της δίκυκλης μοτοσικλέτας επί του ανωτέρω ΙΧΦ, καθόσον τα ανωτέρω στοιχεία δεν υποδηλώνουν το σημείο πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας, δεδομένου ότι αυτή προσκρούοντας με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της στον οπίσθιο αριστερό τροχό του ευρισκόμενου υπό γωνία φορτηγού, απώλεσε αναγκαστικά τον έλεγχο και ήλθε σε επαφή με όλη τη δεξιά πλευρά της με το φορτηγό, καλύπτοντας διάστημα μεγαλύτερου του ενός μέτρου και έτσι ήλθε σε επαφή με τα πλαστικά φλας, τα οποία και έσπασε και με μέρος του οπίσθιου αριστερού τμήματος του φορτηγού. Εξάλλου, η από 21-06-2005 πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε τέσσερις ημέρες μετά το ατύχημα, στο δε μεσολαβήσαν διάστημα μέχρι να διαπιστωθεί η εμπλοκή του ΙΧΦ αυτοκινήτου στο ατύχημα ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης αυτού Γ. Σ. αντικατέστησε τα ελαστικά του και ιδιαίτερα το οπίσθιο αριστερό που προφανώς εφθάρη από την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας, ενώ προέβη και σε γενικότερες τεχνικές υπηρεσίες αποκατάστασης (service) του εν λόγω ΙΧΦ, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά κατέθεσε στην από 19 Ιουλίου 2005 ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, ένορκη κατάθεσή του.
Συνεπώς, από την ανωτέρω και μόνο πραγματογνωμοσύνη το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε ασφαλή συμπεράσματα περί των επιφανειών του ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκινήτου που επλήγησαν και της έκτασης των ζημιών αυτού. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την από 19-07-2005 ένορκη κατάθεση του εναγομένου Γ. Σ. ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος εντός του ΙΧΦ αυτοκινήτου δεν υπήρχε δίσκος ταχογράφου, όπως υποχρεούτο ο εναγόμενος οδηγός να έχει, ούτε ήταν συμπληρωμένο επί τέσσερις ημέρες το βιβλίο δρομολογίων, επομένως ούτε από τα στοιχεία αυτά αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εναγομένου Κ. Α. ότι κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος πήγαινε από την mini Περιμετρική στη ΒΙ.ΠΕ προκειμένου να πλύνει το φορτηγό δηλαδή ότι ακολουθούσε ευθεία πορεία επί της ανωτέρω οδού κατά τον επίδικο χρόνο και ότι εν συνεχεία θα επέστρεφε στις εγκαταστάσεις, ιδιοκτησίας του εναγομένου Γ. Σ.. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου Κ. Α. ότι δεν αντιλήφθηκε πως ο ίδιος ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα και για το λόγο αυτό δεν παρέμεινε εκεί, ουδόλως κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο δεδομένου ότι η σύγκρουση λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερόμενων στοιχείων ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, προκλήθηκε έντονος κρότος ο οποίος έγινε αισθητός από περίοικους σε μεγάλη απόσταση, επιπλέον δε προκλήθηκε σύννεφο καπνού, σύμφωνα με τις προανακριτικές καταθέσεις των προαναφερόμενων αυτόπτων μαρτύρων. Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω ισχυρισμός αναιρείται από την από 22-6-2005 ένορκη κατά την προανάκριση κατάθεση του εναγομένου Γ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα είδε το ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, χτυπημένο στο πίσω αριστερό μέρος και ρώτησε τον εναγόμενο Κ. Α. που χτύπησε το αυτοκίνητο και ο τελευταίος του απάντησε ότι ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στη Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου και ότι δεν σταμάτησε μετά το ατύχημα γιατί φοβήθηκε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των παραπάνω οδηγών, με την οποία αυτοί παραβίασαν ο μεν εναγόμενος Κ. Α., τους κανόνες των άρθρων 12 παρ. 1 και 23 § 2 του Ν. 2696/1999, ο δε αποβιώσας Α. Χ., τους κανόνες των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 3 του Ν. 2696/1999, τελεί σε άμεση και απολύτως αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του, εφόσον η συνευθύνη τους θεμελιώνεται, ως προς μεν τον αποβιώσαντα, στην παράλειψη μείωσης της αυξημένης ταχύτητάς του, ως προς τον δε εναγόμενο Κ. Α., στην αιφνίδια αλλαγή πορείας εντός οδού ταχείας κυκλοφορίας και χωρίς να υπάρχει στο σημείο εκείνο θεσμοθετημένος κόμβος που να επιτρέπει στα οχήματα που κινούνταν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο να στρίψουν αριστερά με σκοπό την έξοδό τους από την Εθνική Οδό. Σημειωτέον ότι με την υπ' αριθμ. 1595 & 1638/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, ο κατηγορούμενος Κ. Α., παραστάς δια εξουσιοδοτήσεως, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, αμετακλήτως σε συνολική ποινή φυλάκισης 46 μηνών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε βάρος των Α. Χ. και Π. Μ. και για την παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 και 4 Ν. 2696/1999, με βάση το σχετικό κατηγορητήριο ότι ενήργησε επί της Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του προκειμένου να εξέλθει της Εθνικής Οδού και να εισέλθει σε χωμάτινη οδό που βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού καθώς και ότι ως οδηγός του ανωτέρω οχήματος που ενεπλάκη σε οδικό τροχαίο ατύχημα από το οποίο επήλθε θάνατος, δεν στάθμευσε στον τόπο του ατυχήματος ώστε να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και να παράσχει κάθε αναγκαία βοήθεια. Συνακόλουθα, ενόψει των παραπάνω, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, η αμέλεια του αποβιώσαντος Α. Χ. συνετέλεσε κατά ποσοστό 30% στην πρόκληση του επιδίκου συμβάντος και του διαδίκου Κ. Α. κατά ποσοστό 70%. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε με την ίδια αιτιολογία στην κρίση περί συνυπαιτιότητας των δύο παραπάνω οδηγών κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά αποδεχόμενο, την νομίμως πρωτοδίκως υποβληθείσα από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων της με αριθμ. καταθέσεως 2106/2007 αγωγής, ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος Α. Χ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, πλην όμως εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της, την προβληθείσα νομίμως με τις από 11-10-2007 κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις (σελ. 2), από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", η οποία ήδη μετονομάστηκε σε "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" ως άνω ένσταση, την οποία η τελευταία δεν την πρότεινε μεν προφορικά στο ακροατήριο ώστε να καταγραφεί στα πρακτικά, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα με αριθμ. 165/2008 πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά την πρότεινε νόμιμα, σύμφωνα με τα προεκτεθεντα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη με τις κατατεθείσες επί της έδρας έγγραφες προτάσεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος της με αριθμό καταθέσεως 93/2011 έφεσης με τον οποίο η τρίτη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία παραπονείται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη, έκρινε ότι αυτή δεν προέβαλε την ένσταση συνυπαιτιότητας, πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Περαιτέρω, οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων με τους οποίους οι εκκαλούντες της με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 41/2011 έφεσης και το εκκαλούν της με αριθμ. καταθέσεως 72/2011 έφεσης υποστηρίζουν ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επίδικη σύγκρουση θα έπρεπε να κριθεί ο εναγόμενος Κ. Α. κρίνονται απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και ο σχετικός λόγος της αντίθετης με αριθμό καταθέσεως 93/2011 εφέσεως με τον οποίο επιδιώκεται η μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης ώστε να κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης ο οδηγός της μοτοσικλέτας Α. Χ.". Α. Επί της από 17-3-2014 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, Επικουρικού Κεφαλαίου όσο αφορούσαν την διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές που είχαν ασκήσει οι συγγενείς των θανατωθέντων στο ένδικο ατύχημα Α. Χ., οδηγού της μοτοσικλέτας και του επιβαίνοντος σ' αυτήν Π. Μ. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3, 23 παρ. 2 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων δηλαδή του Α. Χ. οδηγού της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30% και του οδηγού του φορτηγού Κ. Α. κατά ποσοστό 70% πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συντρέχουσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στην ένδικη σύγκρουση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με τον μοναδικό λόγο του από 17-3-2014 αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του AK, και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3, 23 παρ. 2 ν. 2696/1999 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα καθενός των δύο εμπλακέντων οδηγών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με το μοναδικό λόγο του από 17-3-2014 αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της από 17-3-2014 αίτησης αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των οδηγών των δύο εμπλακέντων οχημάτων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά το αναιρεσείον σε αντίθεση: α) με το ότι ο οδηγός του φορτηγού Κ. Α. ήταν αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως, β) με το ότι δεν αιτιολογείται με πλήρεις αιτιολογίες γιατί η ταχύτητα της μοτοσικλέτας 120 χιλιομέτρων ανά ώρα που υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, συνετέλεσε στο ένδικο ατύχημα και πως θα μπορούσε ν' αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα εάν η μοτοσικλέτα εκινείτο με 90 χιλιόμετρα την ώρα, γ) με το ότι δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη πως προσδιόρισε από τις καταθέσεις των μαρτύρων την ταχύτητα της μοτοσικλέτας σε 120 χιλιόμετρα την ώρα και δ) με το ότι δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη με ποιο τρόπο ο οδηγός της μοτοσικλέτας μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Β) Επί της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO A.A.Ε.Ζ." Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, όσο αφορούσαν την διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές που είχαν ασκήσει οι συγγενείς των θανατωθέντων στο ένδικο ατύχημα Α. Χ. οδηγού της μοτοσικλέτας και του επιβαίνοντος σ' αυτήν Π. Μ. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 Α.Κ., 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 23 παρ. 2 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων δηλαδή του Α. Χ. οδηγού της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30% και του οδηγού του φορτηγού Κ. Α. κατά ποσοστό 70% πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συντρέχουσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στην ένδικη σύγκρουση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 23 παρ. 2 ν. 2696/1999 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των δύο εμπλακέντων οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα καθενός των δύο εμπλακέντων οδηγών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη τους, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 12-3-2014 αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των οδηγών των δύο εμπλακέντων οχημάτων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α) με το ότι ο οδηγός Α. δεν πραγματοποίησε αιφνίδιο ελιγμό αριστερά, β) με το ότι ο οδηγός Χ. ουδέποτε προειδοποίησε για την πρόθεσή του να διενεργήσει προσπέραση και μπορούσε να προσπεράσει δεξιά από το αυτοκίνητο του Α., γ) με το ότι ο Χ. παραβίασε διπλή διαχωριστική γραμμή, δεν άφησε στο όχημα του Α. που προσπερνούσε αρκετό χώρο παραπλεύρως, δ) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ε) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη σε ποιο ρεύμα πορείας βρίσκονταν τα δύο οχήματα όταν έγινε η σύγκρουση αν ο Χ. αντιλήφθηκε την προς τ' αριστερά κίνηση του φορτηγού και από ποια απόσταση, αν είχε τη δυνατότητα να προσπεράσει το φορτηγό και αν ο Α., οδηγός του φορτηγού, αντιλήφθηκε την κίνηση του Χ., στ) με το ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων που συνεκτιμώνται από την προσβαλλόμενη δεν είναι σαφείς και δεν προκύπτουν απ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη, ζ) με το ότι το ίχνος χρώματος στο κράνος του Χ. δεν αποδεικνύει ελιγμό προς τ' αριστερά του φορτηγού είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1) (Ολ.ΑΠ 8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυταπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο κατά το άλλο μέρος του λόγο του από 12-3-2014 αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση για τη συνυπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 2, 4, 5, 19 παρ. 1, 2, 3, 21 παρ. 1, 2, 3 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "οι πολλαπλές παραβάσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας Α. Χ. και η βαρύτατη αμελής συμπεριφορά του κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας δεν μπορούσαν να καταστήσουν συνυπαίτιο και τον οδηγό του φορτηγού Α.". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ιδίων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι στην ένδικη σύγκρουση συνέτρεξε αιτιωδώς συνυπαιτιότητα και των δύο εμπλακέντων οδηγών. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 δεύτερος λόγος της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος του κρίνεται αβάσιμος.
IV. Με τον τέταρτο λόγο της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO Α.Α.Ε.Ζ." πρώην "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ." αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που έχει σχέση με το γεγονός ότι το Εφετείο κρίνοντας αίτημα της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση παραδοχής της έφεσής της, έκρινε το ίδιο αίτημα παραδεκτό και νόμιμο μόνο κατά το μέρος που αφορούσε τα επιδικασθέντα κεφάλαια για τα οποία και κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση ενώ απέρριψε ως μη νόμιμο το ίδιο αίτημα όσο αφορούσε την καταβολή των τόκων που κατέβαλε η αναιρεσείουσα - εναγομένη στους ενάγοντες μαζί με τα ποσά για τα οποία είχε διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση. Ο λόγος αυτός κρίνεται βάσιμος, γιατί ο οφειλέτης με την εξαφάνιση της εκτελεσθείσας απόφασης δικαιούται να ζητήσει και να λάβει το όλο ποσό που κατέβαλε στον αντίδικό του για την εκτέλεση της απόφασης δηλαδή για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, όχι όμως για τη δικαστική δαπάνη αναστολής της εκτέλεσης. Στη συνέχεια από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν και τ' ακόλουθα σε σχέση με τη βασιμότητα του ίδιου αναιρετικού λόγου. Με τις από 16-10-2013 έγγραφες προτάσεις της η τότε εκκαλούσα και τώρα αναιρεσείουσα Ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ" ήδη μετονομασθείσα σε "ERGO AAEZ" ισχυρίστηκε για τη στήριξη του υποβληθέντος κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ότι κατέβαλε ήδη στους, εκ των αναιρεσιβλήτων της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης σε εκτέλεση της εκκληθείσας τότε πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος της που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή: 1) στο Γ. Μ. 49.519 ευρώ (32.140 για κεφάλαιο και 17.379 για τόκους), 2) στη Σ. Μ. 46.222 ευρώ (30.000 για κεφάλαιο και 16.222 για τόκους), 3) στο Χ. Μ. 46.222 ευρώ (30.000 για κεφάλαιο και 16.222 για τόκους), 4) στο Μ. Μ. 77.036 ευρώ (50.000 για κεφάλαιο και 27.036 για τόκους) και 5) στο Σ. Μ. 46.222 ευρώ (30.000 για κεφάλαιο και 16.222 για τόκους). Το Μονομελές Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη συνεκδικάζοντας τότε τέσσερις (4) αντίθετες εφέσεις και μια αντέφεση της τώρα αναιρεσείουσας Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO" δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν τις υπ' αριθ. 72/ 2011 και 93/2011 εφέσεις και την αντέφεση και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα υπ' αριθ. 509/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, δέχθηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες με αριθ. 2704/2006 και 2106/2007 αγωγές και υποχρέωσε τους εναγομένους της πρώτης αγωγής να καταβάλουν στους πρώτο ενάγοντα Γ. Μ. το ποσό των 31.840 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες (Σ. Μ., Χ. Μ., Μ. Μ. και Σ. Μ.) το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Δεδομένου δε ότι τα τελικώς επιδικασθέντα τελεσιδίκως ποσά υπερέβαιναν εκείνα που είχαν επιδικασθεί με προσωρινά εκτελεστές διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης καθόσον αφορά τους τότε ενάγοντες Γ. Μ. κατά το ποσό των 300 ευρώ για κεφάλαιο (32.140 ευρώ το καταβληθέν μείον 31.840 ευρώ το επιδικασθέν) και καθόσον αφορά τον Μ. Μ. κατά το ποσό των 20.000 ευρώ (50.000 ευρώ το καταβληθέν μείον 30.000 ευρώ το επιδικασθέν), υποχρεώθηκαν οι προαναφερθέντες τότε εφεσίβλητοι Γ. Μ. και Μ. Μ. αντίστοιχα, κατά παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς της τώρα αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO", να καταβάλουν (επιστρέψουν) σ' αυτήν τα ποσά αντίστοιχα των 300 ευρώ και 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης. Με την τελική αυτή κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέρος της που δεν επεδίκασε υπέρ της αναιρεσείουσας και τους αναλογούντες τόκους επί των ίδιων ποσών που κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους Γ. Μ. και Μ. Μ., και πρέπει να αναιρεθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της ως προς τους αντιδίκους που αφορά η αναιρούμενη διάταξη, δηλαδή την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO AAEZ" και τους αναιρεσίβλητους Γ. Μ. και Μ. Μ., και να αναπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 ΚΠολΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή. Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες από 12-3-2014 και 17-3-2014 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η απόδοση στην πρώτη αναιρεσείουσα της από 12-3-2014 αίτησης αναίρεσης με την επωνυμία "ERGO AAEZ" του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ), η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της από 17-3-2014 αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. δ' ΚΠολΔ), και η καταδίκη των αναιρεσειόντων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που είχαν χωριστές δικαστικές παραστάσεις και είχαν καταθέσει και προτάσεις, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), ενώ η δικαστική δαπάνη μεταξύ της αναιρεσείουσας της από 12-3-2014 αιτήσεως με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕΖ" αφ' ενός κατά το μέρος που νίκησε και των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αναίρεσης Γ. Μ. και Μ. Μ. πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της ανάλογης νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων αυτών μερών (άρθρ. 183 και 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 12-3-2014 και 17-3-2014 αιτήσεις αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 17-3-2014 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ίδιας αίτησης με αριθ. 1546793, 1546794 και 1546795 στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον της ίδιας αίτησης Επικουρικό Κεφάλαιο με την ιδιότητα που παρίσταται στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αίτησης εκ δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δέχεται κατά ένα μέρος την από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της που αφορά τη δίκη μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας "ERGO AAEZ" και των έκτου και ενάτου των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αίτησης Γ. Μ. και Μ. Μ..
Αναιρεί την υπ' αριθ. 10/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το ίδιο πιο πάνω μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της που αφορά την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων ως προς μέρος των καταβληθέντων τόκων στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ίδιας αίτησης με αριθ. 1546779, 1546780, και 1546781 στον καταθέσαντα.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ της αναιρεσείουσας με την επωνυμία "ERGO AAEZ" και των έκτου και ενάτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Μ. και Μ. Μ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12-3-2014 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO AAEZ" στην ενιαία δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αίτησης πλην των έκτου, ενάτου και ενδεκάτου Γ. Μ., Μ. Μ. και Επικουρικού Κεφαλαίου εκ δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και στη χωριστή του ενδεκάτου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου εκ δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ