99/2011 — 99/2011 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 99 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μ...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 99/2011
Απόφαση 99 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 99/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μπατσολάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Π. και 2. Κ.συζ. Δ. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλαχογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2009 αίτησή του. Κ
ατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί η με διάνοια κυρίου νομή του ακινήτου επί εικοσαετία. Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση ση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου η την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Εξάλλου η επιταγή του άρθρου 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα του έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι κύριος και νομέας ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 11 στρεμμάτων περίπου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας της πρώην Κοινότητας ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Ε., νότια με ιδιοκτησία ιης δεύτερης εναγομένης, ανατολικά με ιδιοκτησίες Α. Η. και κληρονόμων Δ. Η. και δυτικά με την επαρχιακή οδό ...-..., γενόμενος τέτοιος από άτυπη διανομή, κατά το έτος 1964. Έκτοτε ο ενάγων νεμήθηκε το παραπάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής, οριοθετώντας και επιβλέποντας αυτό, οργώνοντάς το και καλλιεργώντας το με δημητριακά. Η δεύτερη εναγομένη είναι νομέας και κάτοχος ενός ομόρου του επιδίκου ακινήτου προς την νότια, πλευρά αυτού. Τα σταθερά μεταξύ των, ως άνω, ιδιοκτησιών, ορόσημα, που είχαν τεθεί από την υπηρεσία αναδασμού, δεν υπάρχουν πλέον. Το αγροτεμάχιο της δεύτερης εναγομένης αρχικώς (από δυτικά) παρουσιάζει δασώδη χαρακτήρα, στη συνέχεια δε εκαλλιεργείτο με ελιές και μετά με αμπέλι. Το τελευταίο αυτό (προς ανατολάς) τμήμα του αγροτεμαχίου της δεύτερης εναγομένης (που όπως αναφέρθηκε, είναι φυτεμένο με αμπέλι), συνοδεύει βορείως με αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, που είναι επίσης φυτεμένο με αμπέλι και διαχωρίζεται από αυτό με συρμάτινη περίφραξη. Το Σεπτέμβριο του έτους 1999 οι εναγόμενοι διάνοιξαν χωμάτινο δρόμο, πλάτους 4 μέτρων και μήκους 80 μέτρων, κατά μήκος της βόρειας του, ως άνω, ακινήτου της δεύτερης εναγομένης και αντίστοιχα, κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος, ο οποίος (δρόμος) αρχίζει από την προαναφερόμενη επαρχιακή οδό ...-... και καταλήγει στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ο ενάγων άσκησε εναντίον των εναγομένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, την από 30-9-1999 αίτηση του, με την οποία ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα, να αναγνωριστεί αυτός προσωρινά νομέας της ως άνω εδαφικής λωρίδας (επιδίκου) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και τότε καθών να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση. Επί της αιτήσεως αυτής και μετά από επιτόπια θεώρηση του επιδίκου ακινήτου από τον δικάσαντα Ειρηνοδίκη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, με την οποία (η αίτηση) απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο τότε αιτών και ήδη ενάγων - εκκαλών, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 13-4-2000 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 538/2000 απόφαση αυτού, με την οποία αυτή (έφεση) απερρίφθη κατ' ουσίαν, κριθέντος ότι ο ως άνω δρόμος ανοίχθηκε μέσα στο ακίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης. Μετά ταύτα, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας εναντίον των εναγομένων την από 10-7-2000 τακτική περί νομής αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί οριστικά νομέας της αυτής ως άνω επίδικης λωρίδας και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να αποδώσουν σ' αυτόν την νομή του ακινήτου. Επί της άνω αγωγής, συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε η 665/2001 οριστική απόφαση του, που απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν ως αβάσιμη. Εκκληθείσης της απόφασης αυτής από τον ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 2-4-2002 έφεση του, εκδόθηκε η 26/2004 απόφαση αυτού, που απέρριψε την εν λόγω έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι: "Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη περαιτέρω ότι η συρμάτινη περίφραξη, η οποία χωρίζει τις δύο όμορες ιδιοκτησίες, στο ύψος των αμπελιών, αποτελεί στη νοητή προέκταση της, το διαχωριστικό όριο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, ο δε χωμάτινος δρόμος έχει διανοιχθεί από τους εναγομένους κατά τον, ως άνω, χρόνο, εντός της ιδιοκτησίας της δεύτερης των εναγομένων. Στο ότι το όριο των ακινήτων, αποτελεί η νοητή προέκταση της συρμάτινης περίφραξης, συνηγορεί το γεγονός ότι μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων, όπως αυτά διαχωρίζονται με τη νοητή γραμμή, υπάρχει σαφής μορφολογική διαφορά, δεδομένου ότι στο ακίνητο της δεύτερης εναγομένης υπάρχουν πεύκα και ελιές, ενώ το ακίνητο του ενάγοντος είναι χέρσο, επιπρόσθετα δε και από το ότι υπάρχει ευκρινής μεταξύ των δύο ακινήτων, υψομετρική διαφορά". Καταλήγει δε το Εφετείο ότι: "Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν κύριος της επίδικης εδαφικής έκτασης, οι εναγόμενοι κατά το Σεπτέμβριο του έτους 1999 δεν προέβησαν σε παράνομη κατάληψη αυτής (έκτασης), όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων με την αγωγή του". Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) δεν είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, αλλά το τελευταίο αποτελεί τμήμα του ακινήτου της δεύτερης εναγομένης, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εκτίθενται σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο της αναίρεσης κατά τα μέρη του (υπό στοιχεία α, γ, δ, ε, ζ), ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν προσδιορίζεται κατ' έκταση και τίτλους το όμορο ακίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης - εναγομένης, ούτε προσδιορίζεται κάποια έννομη σχέση που να συνδέει αυτόν (αναιρεσείοντα) και τους αναιρεσίβλητους - εναγομένους, δεν αιτιολογείται η κυριότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης - εναγομένης επί του επιδίκου, διότι ανεπαρκώς προσδιορίζεται το ακίνητο του αναιρεσείοντος σε 11 στρέμματα περίπου και, τέλος, διότι ανεπαρκώς και συμπερασματικώς αιτιολογείται η μη παράνομη κατάληψη του επιδίκου. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι παραπάνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "ζητήματα", με την έννοια που αυτά αναφέρονται στη νομική σκέψη που εκτίθεται στην αρχή της παρούσας. Ακόμη ο αναιρεσείων προβάλλει και τις εξής (υπό στοιχεία β' και στ') από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αιτιάσεις και, ειδικότερα ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται ποιος από τους διαδίκους, πότε και γιατί απομάκρυνε τα σταθερά ορόσημα των ακινήτων των διαδίκων και ακόμη δεν αιτιολογείται η μορφολογική και υψομετρική διαφορά των ακινήτων των διαδίκων. Όμως οι περιλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία αφενός μεν του αναιρεσείοντος και αφετέρου του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1045 και 1094 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέοι στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο ανωτέρω λόγος, κατά τα προαναφερόμενα μέρη του, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 19 σε συνδ. με αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, επειδή δεν περιέλαβε σ' αυτή αιτιολογία σχετικά με ποιο νόμιμο τρόπο οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των προτάσεων των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι τελευταίοι δεν υπέβαλαν ένσταση, ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, επαναφερθείσα στο Εφετείο, αλλά μόνο άρνηση της ένδικης αγωγής, η οποία όμως δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Η ιδιότητα πάντως της μάρτυρος ως αδελφής του διαδίκου, δεν αποτελεί λόγο μη εξέτασης της, εφόσον η ιδιότητα δεν συνδέεται με συμφέρον της μάρτυρος να καταλήξει η δίκη υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου.
Εξάλλου, για να εξαιρεθεί κάποιος μάρτυρας και να μην εξετασθεί, δεν αρκεί να ελπίζει σε κάποια ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης. Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403 παρ 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει, ότι, ως προς τη συνδρομή η όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Με το δεδομένο αυτό, ο τέταρτος, κατά το πρώτο τμήμα του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ -και όχι και από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων- με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Σοφίας Καρατζά, δεχόμενο ότι "μόνη η συγγένεια με τη δεύτερη των εναγομένων δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης", ακολούθως δε την έλαβε υπόψη και τη συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, ενώ δεν έπρεπε να την λάβει υπόψη λόγω της ιδιότητας της μάρτυρα ως αδελφής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, όπως και λόγω του συμφέροντος που αυτή είχε από την έκβαση της δίκης αυτής (ο αναιρεσείων πιθανολογεί δικαίωμα ιδίας της κυριότητας επί του επιδίκου), πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, τόσο στο πρωτόδικο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) δεν προέβαλαν την από τη διάταξη αυτή (1095 ΑΚ) σχετική ένσταση. Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2 Αγροτικού Κώδικα και 2 παρ. 1 του ΑΝ 431/1968. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. IV. Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 αν αυτές είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους. Εξάλλου αν βεβαιώνεται στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν απαιτείται μνεία και του ονόματος καθενός μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί έλαβε υπόψη τις 7305, 7306/2004 και 8963/2007 ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή το ονοματεπώνυμο του καθενός μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως και περιέχεται στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, δηλαδή έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Με τον τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή: 1) το από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-Αγρονόμου Μηχανικού Χαλκίδας Ν. Κ. και 2) τον Κτηματολογικό Χάρτη της πρώην Κοινότητας ...-... με τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, όπου αποτυπούνται τα όμορα του επιδίκου κληροτεμάχια. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και "από τα λοιπά προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και απ' όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.4.2009 αίτηση του Χ. Δ. Π. για αναίρεση της 172/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό τον δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ