999/2018 — 999/2018 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)
Generato dall'IAΑπόφαση 999 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη...
Massima giurisprudenziale / Regesto
Generato dall'IATesto integrale della sentenza — 999/2018
Απόφαση 999 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 999/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1327/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6181/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση από 1ης Νοεμβρίου 2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 6181/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η από 6ης Ιουνίου 2011 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ' αριθμόν 1327/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης έγινε περαιτέρω εν μέρει δεκτή η από 20ής Δεκεμβρίου 2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί η αίτηση περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8α του θεσπισθέντος με την από 4ης Οκτωβρίου 1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και κυρωθέντος με την διάταξη του άρθρου 2 του Ν.Δ. 210/1974 από 31ης Δεκεμβρίου 1973 Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, το οποίο έχει προστεθεί με την υπ' αριθμόν 124005/983/20-3-1981 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Φ.Ε.Κ. Β' 177/1981), εκδοθείσα δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 210/1974, "Εις το τακτικόν προσωπικόν χορηγείται γενικόν επίδομα χρόνου υπηρεσίας, καλούμενον εφεξής χρονοεπίδομα, κλιμακούμενον εις ποσοστά, υπολογιζόμενα επί του εις δραχμάς αθροίσματος του μισθού του εκάστοτε κατεχομένου υπό του μισθωτού μισθολογικού κλιμακίου και του τυχόν καταβαλλομένου εις τούτον επιδόματος ευδοκίμου παραμονής (άρθρον 8, παράγρ. 1δ), αναλόγως των ετών συνολικής ως κατωτέρω υπηρεσίας και υπό τους ακολούθους όρους και προϋποθέσεις: α) Μετά την συμπλήρωσιν 1 έτους υπηρεσίας ποσ/τόν 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42%, 12 ετών 48%, 15 ετών 54%, 17 ετών 60%, 20 ετών 66%, 22 ετών 70%, 25 ετών 74%, 29 ετών 78%. (...) γ) Δια την χορήγησιν του χρονοεπιδόματος πέραν του χρόνου υπηρεσίας του μισθωτού εις την ΔΕΗ, εις τας εξαγορασθείσας υπό της ΔΕΗ ηλεκτρικάς επιχειρήσεις, εις την τέως ... και εις την τέως .... προσμετρείται και ο χρόνος φοιτήσεως και πρακτικής ασκήσεως εις τας σχολάς ΔΕΗ (ΠΣΜΤ, ΤΣ, ΜΤΣ ΣΤΕΤ, ΣΤΕ) καθώς και ο χρόνος ασκήσεως μισθωτών, οι οποίοι προ της προσλήψεώς των εις την ΔΕΗ ησκήθησαν πρακτικώς εις αυτήν ως μαθηταί τεχνικών σχολών της ημεδαπής ή ως σπουδασταί ανωτέρων και ανωτάτων σχολών της ημεδαπής ή και της αλλοδαπής, βάσει συμβάσεων πρακτικής ασκήσεως ή μαθητείας συμφώνως προς τα τηρούμενα υπό της αρμοδίας υπηρεσίας της ΔΕΗ σχετικά στοιχεία. Επίσης προσμετρείται ο χρόνος πραγματικής και όχι πλασματικής υπηρεσίας εκτός ΔΕΗ επί σχέσει εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχολήσεως ο οποίος θα αποδεικνύεται εκ των ασφαλιστικών βιβλιαρίων, ή εκ βεβαιώσεων του οικείου ασφαλιστικού φορέως. Εις τας περιπτώσεις όπου δι' οιονδήποτε λόγον ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας εκτός ΔΕΗ δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς, η ΔΕΗ δικαιούται να ζητήσει οιονδήποτε πρόσθετον, κατά την κρίσιν της, αποδεικτικόν στοιχείον, μη αρκουμένη εις την βεβαίωσιν του εργοδότου. Ομοίως δια την χορήγησιν του χρονοεπιδόματος προσμετρείται και ο χρόνος ασκήσεως ελευθέρου επαγγέλματος ο οποίος θα αποδεικνύεται δια βεβαιώσεως της οικείας επαγγελματικής οργανώσεως, εφ' όσον υπάρχει, του αντιστοίχου ασφαλιστικού φορέως και της αρμοδίας οικονομικής εφορίας ή άλλης αρμοδίας Αρχής, υπό την προϋπόθεσιν όμως ότι ο μισθωτός προσελήφθη εις την ΔΕΗ δια την αυτήν επαγγελματικήν απασχόλησιν. (...) ε) Προκειμένου περί των προϋπηρεσιών εκτός ΔΕΗ, αι οποίαι συμφώνως προς τα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, προσμετρούνται δια την χορήγησιν του χρονοεπιδόματος, καθορίζεται ότι όσαι εξ αυτών έχουν δηλωθή ή θα δηλωθούν εις την Διεύθυνσιν Προσωπικού μέχρι 3Ι.Ι2.1980 και θα επιβεβαιωθουν αρμοδίως, ως εν τη αυτή ως άνω παραγράφω καθορίζεται, θα προσμετρηθούν από 1.1.80, αι δε μεταγενεστέρως δηλούμεναι προϋπηρεσίαι θα προσμετρούνται από της 1ης του επομένου, της υποβολής εις την Διεύθυνσιν Προσωπικού των απαιτουμένων δικαιολογητικών, μηνός, εφ' όσον όμως ταύτα θα επιβεβαιωθούν, κατά τα ανωτέρω". Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η εφαρμογή από το δικαστήριο κανόνος ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η εν λόγω παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο. Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Στην κρινομένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων, Γ. Μ. του Δ., προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), αρχικώς με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εκτάκτου προσωπικού, ως πτυχιούχος Γεωλόγος (απόφοιτος του Πανεπιστημίου LUND Σουηδίας), στις 31.1.1980, οι οποίες στη συνέχεια ανανεώθηκαν και συγκεκριμένα από 31.1.1980 μέχρι 30.8.1980, από 31.8.1980 μέχρι 28.2.1981, από 1.3.1981 μέχρι 31.8.1981, από 1.9.1981 μέχρι 28.2.1982, από 1.3.1982 μέχρι 31.3.1982, από 1.4.1982 μέχρι 30.6.1982 και από 1.7.1982 μέχρι 31.12.1982 (βλ. τις προσκομιζόμενες συμβάσεις), τοποθετηθείς στο ΚΕΨΕ Σφηκιάς Ασωμάτων/ΔΜΚΥ. Εν συνεχεία, εντάχθηκε, την 1.1.1983, στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, με την υπ' αριθμ. …./1982 απόφαση του Διοικητή αυτής, στην Κατηγορία Τ2/Δ (Πτυχιούχος Γεωλόγος) και στο Μ.Κ. 8, της βαθμίδας ε', με ημερομηνία μελλοντικής κρίσης για προαγωγή, στο ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο την 31.1.1983 (βλ. το προσκομιζόμενο έγγραφο της ΔΠΡΣ/Φ….60 της εναγόμενης), σήμερα δε ανήκει στην ίδια ως άνω κατηγορία και απασχολείται στο ΚΕΨΕ Κεντρικής & Ανατολικής Μακεδονίας, κατέχει δε το Μ.Κ. 1B. Ο ενάγων, πριν προσληφθεί από την εναγομένη, είχε συνολική προϋπηρεσία στη Σουηδία 9 ετών (βλ. το πιστοποιητικό με αριθμ. .../21-3-2004 του Γενικού Ασφαλιστικού Ταμείου Νομού Γκότλαντ, που προσκομίζεται από τον ενάγοντα στο πρωτότυπο και σε νόμιμη μετάφραση, από το Γραφείο Μεταφράσεων του Υπουργείου Εξωτερικών) ενώ, βάσει της υπ' αριθμ. πρωτ. …/20.4.2004 αιτήσεώς του προς την εναγόμενη, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../27.1.2005 έγγραφό του προς αυτήν, του αναγνωρίστηκε η προϋπηρεσία, που είχε στη Σουηδία, κατά τα χρονικά διαστήματα, από 1.1.1966 έως 31.12.1966, από 1.1.1968 έως 31.12.1973 και από 1.1.1975 έως 31.12.1976, με περαιτέρω συνέπεια να τροποποιηθεί από την εναγομένη η ημερομηνία ενάρξεως υπολογισμού του χρονοεπιδόματος του ενάγοντος, το οποίο προβλέπεται και καταβάλλεται στους μισθωτούς της με το άρθρο 8 περ. γ' του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), κυρωθέντος με το άρθρο 2 του ν. δ/τος 210/1974, όπως προστέθηκε με την υπ' αριθμ. 124005/983/1981 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Βιομηχανίας και Ενέργειας και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 177/27.3.1981), μετά την από 13.2.1980 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ, σύμφωνα με το οποίο (άρθρο 8α του ΚΚΠ/ΔΕΗ), το γενικό επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα) χορηγείται στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και κλιμακώνεται σε ποσοστά, που υπολογίζονται στο μισθό του εκάστοτε κατεχομένου από το μισθωτό μισθολογικού κλιμακίου και ανάλογα με τα έτη της συνολικής προϋπηρεσίας του. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. ...145 έγγραφο της εναγομένης, τροποποιήθηκε η ημερομηνία ενάρξεως υπολογισμού χρονοεπιδόματος του ενάγοντος από τις 31.1.1980 στις 31.1.1971 και η ημερομηνία ενάρξεως των οικονομικών συνεπειών της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του από 1.5.2004, διαμορφώθηκε δε η μεταβολή των στοιχείων του χρονοεπιδόματος του ενάγοντος, ως εξής: Από 1.2.1972 σε ποσοστό 10%, από 1.2.1974 σε ποσοστό 18%, από 1.2.1976 σε ποσοστό 26%, από 1.2.1978 σε ποσοστό 34%, από 1.2.1981 σε ποσοστό 42%, από 1.2.1983 σε ποσοστό 48%, από 1.2.1986 σε ποσοστό 54%, από 1.2.1988 σε ποσοστό 60%, από 1.2.1991 σε ποσοστό 66%, από 1.2.1993 σε ποσοστό 70%, από 1.2.1996 σε ποσοστό 74% και από 1.2.2000 σε ποσοστό 78% (βλ. και το προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. …/10-3-1982 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού για την προγενέστερη μεταβολή των στοιχείων χρονοεπιδόματος του ενάγοντος). Ωστόσο, η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από τον επαναϋπολογισμό του χρονοεπιδόματος, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως και 30.4.2004, μετά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας, που είχε αυτός στη Σουηδία και μολονότι (η εναγομένη) είχε προηγουμένως αποδεχτεί την κατάθεση των δικαιολογητικών του (δια της από 20.4.2004 ως άνω αιτήσεώς του) και προέβη μάλιστα στον επαναϋπολογισμό του χρονοεπιδόματος. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι χρονικές περίοδοι ασφαλίσεως του ενάγοντος στη Σουηδία συμπίπτουν με τα έτη σπουδών του ιδίου στο Πανεπιστήμιο LUND Σουηδίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, από το ανωτέρω πιστοποιητικό του Γενικού Ασφαλιστικού Ταμείου του Νομού Γκότλαντ Σουηδίας, διά του οποίου η εναγομένη αναθεώρησε την κλίμακα χρονοεπιδόματος του ενάγοντος, από 1ης.5.2004 (βλ. το με αριθμ. ...145 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού αυτής), ουδόλως προκύπτει τέτοια σύμπτωση ασφάλισης και διάρκειας σπουδών του ενάγοντος στη Σουηδία, αλλά αντιθέτως γίνεται λόγος αφενός για περιόδους ασφαλίσεως, που παρέχουν δικαίωμα σύνταξης από εισόδημα και αφετέρου για περιόδους διαμονής στη Σουηδία, που παρέχουν δικαίωμα εγγυημένης σύνταξης, χωρίς δηλαδή να συνάγεται η ταύτιση του χρόνου ασφαλίσεως και των σπουδών του ενάγοντος, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εναγομένη. Ούτε όμως ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι δεν προκύπτει, από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ως άνω πιστοποιητικό ιστορικού ασφαλίσεώς του, του Γενικού Ασφαλιστικού Ταμείου του Νομού Γκότλαντ, το είδος της εργασίας του στη Σουηδία (ήτοι αν εργάστηκε στη Σουηδία υπό την ίδια επαγγελματική απασχόληση με αυτήν που εργάστηκε στην εναγομένη), είναι βάσιμος, διότι η εναγομένη, βάσει του πιστοποιητικού τούτου προέβη στον επαναϋπολογισμό (αναθεώρηση) του χρονοεπιδόματος του ενάγοντος, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...145 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της, ώστε να μην δύναται να προτείνει ισχυρισμούς, που αφορούν στο είδος της προϋπηρεσίας του ενάγοντος, όπως τούτη (προϋπηρεσία) προκύπτει από το ίδιο ως άνω πιστοποιητικό. Είναι, συνεπώς, καταχρηστική, κατ' άρθρον 281 ΑΚ, η άρνηση της εναγόμενης να χορηγήσει στον ενάγοντα, μετά από αίτησή του, τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από τον επαναϋπολογισμό του χρονοεπιδόματος και δη μετά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στη Σουηδία, διότι η ίδια η εναγομένη είχε προηγουμένως αποδεχτεί την κατάθεση των δικαιολογητικών, που ο ενάγων της προσκόμισε με την από 20.4.2004 αίτησή του και, για το λόγο αυτό, προέβη στον επαναϋπολογισμό του χρονοεπιδόματος του ενάγοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω. Ορθώς λοιπόν έκρινε το Δικαστήριο την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ Α.Ε.), να καταβάλει στον ενάγοντα, Γ. Μ. του Δ., τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στη Σουηδία, στον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος, όπως διαμορφώθηκε, με ημερομηνία ενάρξεως υπολογισμού χρονοεπιδόματος από τις 31.1.1980 στις 31.1.1971, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 30.4.2004, με βάση υπολογισμού του χρονοεπιδόματος, από 1.1.2000 έως 31.1.2000, σε ποσοστό 74% και με βάση υπολογισμού αυτού, από 1.2.2000 έως 30.4.2004, σε ποσοστό 78%, αντί των καταβληθεισών αποδοχών, με βάση υπολογισμού του χρονοεπιδόματος σε ποσοστό 60%, από 1.1.2000 μέχρι 31.1.2000, σε ποσοστό 66%, από 1.2.2000 έως 31.1.2002 και σε ποσοστό 70%, από 1.2.2002 έως 30.4.2004, καθώς επίσης να καταβάλει στον ενάγοντα τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές όλων των επιδομάτων, εξαιρέσιμων, υπερωριών και λοιπών παροχών, με βάση το διαμορφωθέν χρονοεπίδομα. Πλην όμως οι τόκοι πρέπει να υπολογιστούν από τη στιγμή που γνωστοποίησε στη ΔΕΗ την προϋπηρεσία του ήτοι από 20.4.2004 σύμφωνα με το άρθρο 8α παρ. 1 περ. ε' του ΚΚΠ/ΔΕΗ που προβλέπει υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στο μισθωτό της το χρονοεπίδομα μόλις ο τελευταίος της γνωστοποιήσει και αποδείξει τα έτη προϋπηρεσίας του". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέκρουσε την εφαρμογή της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 8α στοιχ. ε' του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Δ.Ε.Η., υπό την οποία οι οικονομικές συνέπειες από τον επανυπολογισμό του χρονοεπιδόματος του αναιρεσιβλήτου εκκινούν από την πρώτη ημέρα του επομένου της γνωστοποιήσεως της προϋπηρεσίας μηνός, την 1η Μαΐου 2004, και επιδίκασε, κατά παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος, την καταβολή του χρονοεπιδόματος από 1ης Ιανουαρίου 2000, δεχόμενο καταχρηστικότητα της σχετικής αρνήσεως της αναιρεσειούσης, καθ' όσον αυτή είχε προηγουμένως αποδεχθεί την κατάθεση των δικαιολογητικών, τα οποία είχε προσκομίσει με την από 20ής Απριλίου 2004 αίτησή του ο αναιρεσίβλητος, και είχε προβεί στον επανυπολογισμό του χρονοεπιδόματος. Τα εν λόγω όμως περιστατικά, της αποδοχής της καταθέσεως των δικαιολογητικών και του επανυπολογισμού του χρονοεπιδόματος, επί των οποίων εδράζεται η εν λόγω κρίση του Εφετείου, δεν θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθ' ο μέρος δι' αυτού προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 6181/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ