Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
998/2020 Generato dall'IA

998/2020 — 998/2020 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 998/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 998 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Ε...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 998 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Ε...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 998/2020

Απόφαση 998 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 998/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Φ. του Γ., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της Εταιρείας με την επωνυμία "….", και τον διακριτικό τίτλο "…."που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Β., κατοίκου ., 2) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Ανυφαντή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1684/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, που είχε νικήσει πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί, από αυτόν, στο Εφετείο με τις προτάσεις του, προς απόκρουση της, εναντίον του, έφεσης (ΑΠ 48/13, ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 1631/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με το να απορρίψει, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, περί λογοδοσίας, αγωγή του, δεχόμενο τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της καταλυτικής αυτής (αγωγής) ένστασης των ήδη αναιρεσίβλητων, εναγομένων, περί παροχής εξώδικης λογοδοσίας και εγκρίσεώς της, από αυτόν (αναιρεσείοντα, ενάγοντα), παρά το απαράδεκτο αυτής, λόγω της αοριστίας της, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση των αντιδίκων του (ήδη αναιρεσιβλήτων, εκκαλούντων) των προσαπαιτούμενων, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, στοιχείων, για το ορισμένο αυτής και δη της κατάρτισης εγγράφου λογαριασμού με σαφή και λεπτομερειακή αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, καθώς και του προκύπτοντος, εντεύθεν, καταλοίπου, αλλά και της εγκρίσεως της επικαλούμενης, εξώδικης, λογοδοσίας, με σύμπτωση των αμοιβαίων δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων μερών. Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ήδη αναιρεσείων, εφεσίβλητος, ενάγων, είχε προτείνει, νομίμως, στα δικαστήρια της ουσίας, με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις του, τους σχετικούς με την αοριστία της ανωτέρω ένστασης, των αντιδίκων του, ισχυρισμούς του, παρεκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους (ΑΠ 48/2013).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006), ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Περαιτέρω, από τα άρθρα 303 ΑΚ και 473 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος διαχειρίζεται ολικώς ή μερικώς ξένη περιουσία ή υπόθεση, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να δώσει λόγο της διαχειρίσεώς του προς εκείνον, του οποίου την περιουσία ή την υπόθεση διαχειρίζεται. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα εφόσον η έκθεση τους συνηθίζεται. Στον ΑΚ, υπάρχουν ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν την υποχρέωση λογοδοσίας, συνδέοντάς την με ορισμένη ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου και ορισμένο έργο που αυτό άσκησε, όπως τα άρθρα 714 επ. και ειδικότερα το άρθρο 718 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι ο εντολοδόχος υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα περί της ανατεθείσας υποθέσεως μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 437/2012, ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995). Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι έθεσε υπόψη του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς, τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής (ΑΠ 437/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατ' ακριβή αντιγραφή του ενδιαφέροντος την ένδικη αίτηση αναίρεσης μέρους της, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... εγγράφου σύστασης μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζαφειρίας Κωνσταντίνου, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιά με τον α/α 608/19-9-1997, ο ενάγων συνέστησε τη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…. και το διακριτικό τίτλο "..." με έδρα το Δήμο ….), της οποίας τυγχάνει αυτός μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της. Σκοποί της εταιρίας αυτής, σύμφωνα με το ανωτέρω καταστατικό της, είναι μεταξύ άλλων η αγορά προς μεταπώληση στην ημεδαπή καυσίμων και λιπαντικών, η αγορά καυσίμων και λιπαντικών και εφοδιασμός κάθε είδους πλοίων (... ή μη) είτε με ιδιόκτητα είτε με μισθωμένα πλωτά μέσα, καθώς επίσης η με σκοπό το κέρδος διαμεσολάβηση σε αγοραπωλησίες καυσίμων και λιπαντικών είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή είτε σε διερχόμενα πλοία (...). Η εν λόγω εταιρία συνεργάστηκε αποκλειστικά με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." ως πράκτορας εξεύρεσης και πώλησης gαsοil ναυτιλίας και λιπαντικών ναυτιλίας επ' αμοιβή, εισπράττοντας το τίμημα για λογαριασμό της ... και αποδίδοντάς το σε αυτή, τα δε τιμολόγια πώλησης και τα δελτία αποστολής θα εκδίδονταν από την .... Οι εναγόμενοι Κ. Τ. και ο πατέρας του Β. Τ. συνδέονταν με τον ενάγοντα με προσωπική σχέση μακροχρόνιας φιλίας και προσελήφθησαν ο μεν πρώτος, στις 2-3-2001, ο δε δεύτερος στις 6-8-2002, ως υπάλληλοι αυτής και ως πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης τον ενάγοντος σε καίρια ζητήματα διαχείρισης και δη τραπεζικών λογαριασμών, πού ανοίχθηκαν στο όνομά τους αποκλειστικά ως δικαιούχων ή συνδικαιούχων, μέσω των οποίων πραγματοποιούνταν οι πληρωμές των πελατών της εταιρίας. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας των εναγομένων, ανοίχθηκαν και οι εξής τραπεζικοί λογαριασμοί: α) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", β) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στην ίδια ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία και γ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...". Ωστόσο η συνεργασία μεταξύ τον ενάγοντος ως διαχειριστή της προαναφερθείσας εταιρείας και των εναγομένων δεν εξελίχθηκε ομαλά καθώς, στις 3-4-2013, η εν λόγω εργοδότρια προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του πρώτου εναγομένου, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση (βλ. προσκ. την υπ' αριθμ. 2741/2014 απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά - ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών-, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από την ηττηθείσα εργοδότρια έφεσης ως κατ' ουσία αβάσιμης με την υπ' αριθμ. 441/2017 απόφαση τον Μονομελούς Εφετείου Πειραιά) και δεν αποχώρησε οικειοθελώς, όπως ο ενάγων αβασίμως διατείνεται. Την ίδια ημερομηνία έπαυσε να παρέχει την εργασία του και ο δεύτερος εναγόμενος πατέρας του πρώτου εναγομένου, του οποίου η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καταγγέλθηκε μεν στις 30-12-2011 λόγω συνταξιοδότησης, ωστόσο αυτός παρέμενε στην εργοδότρια εταιρία παρέχοντας την εργασία του. Ακολούθως δε οι εναγόμενοι απασχολήθηκαν σε εταιρία αλλοδαπών συμφερόντων με παρεμφερές αντικείμενο και διαχειριστή τον Ι. Γ., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλειά τους ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι συνομολογούν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί του ανοίγματος στο όνομά τους των ανωτέρω λογαριασμών, μέσω των οποίων γινόταν διακίνηση χρηματικών ποσών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της προαναφερθείσας εταιρίας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέδιδαν λογοδοσία στον ενάγοντα δεξίλογο σε καθημερινή βάση με την παρουσίαση του υπολοίπου των λογαριασμών και την παράθεση των σχετικών παραστατικών, ο δε ενάγων ενέκρινε αυτή. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε πάντοτε γνώση και ενημέρωση για τις διαχειριστικές πράξεις, που διενεργούσαν οι εναγόμενοι και ενέκρινε αυτές, καθώς κάθε κίνησή τους ως εργαζομένων της εταιρίας βρίσκονταν υπό τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του, είχε δε στην κατοχή του τα βιβλιάρια, που αντιστοιχούν στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς και του είχαν παραδοθεί και τα σχετικά "εξτρέ", με τα οποία είχε πλήρη γνώση σχετικά με τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, ενώ για τις καταθέσεις, που αφορούν εισπράξεις της εταιρίας, έχουν εκδοθεί οι αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας, που βρίσκονται στο λογιστήριο αυτής και αυτό προκύπτει και από την απεικόνιση του ταμείου της εταιρίας. Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στα ακόλουθα: α) ο μάρτυρας Ι. Γ., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέφερε στην ένορκη κατάθεσή τον ότι ο ενάγων ελάμβανε γνώση, όποτε το ζητούσε και ότι ήταν στη διάθεσή του τα βιβλιάρια και τα "εξτρέ" των τραπεζών, γεγονός απολύτως αναμενόμενο καθώς αυτός ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, β) στο γεγονός ότι από τη σύναψη των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγομένων (2-3-2001 του πρώτου εναγομένου και 6-8-2002 του δευτέρου εναγομένου) μέχρι τη λήξη τους (με καταγγελία του πρώτου εναγομένου στις 3-4-2013 και την αποχώρηση την ίδια ημερομηνία του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος συνέχιζε να απασχολείται μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης στις 30-12-2011), παρήλθε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τη δεκαετία και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι, ενώ ζητούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα λογοδοσία από τους εναγομένους, οι ίδιοι μετέθεταν σε αόριστο χρόνο στο μέλλον τη σχετική υποχρέωσή τούς, β) στη φύση της σύμβασης, που συνέδεε τους εναγομένους με την εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο ενάγων, (εξαρτημένη εργασία, στην οποία υφίσταται το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη), και δεν αντέχει στη λογική, στη στοιχειώδη συναλλακτική πείρα και τα ειωθότα και κρατούντα στις συναλλαγές, οι εναγόμενοι να παρέχουν την εργασία τους υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας επί χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τη δεκαετία και να αρνούνται διαρκώς να αποδώσουν λογαριασμό στο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρίας. Ομοίως τα κατατεθέντα από τη μάρτυρα Ό. Σ., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και είναι υπάλληλος της εταιρίας, περί αποχής του ενάγοντος από την εταιρία δεν αντέχουν στη λογική. Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε - ούτε άλλωστε ο ενάγων επικαλείται- η συνδρομή σπουδαίου λόγου, που να εμπόδισε τον ίδιο να παρακολουθεί τις εταιρικές υποθέσεις και μάλιστα επί σειρά ετών π.χ. σοβαρό και χρόνιο πρόβλημα υγείας κλπ. δ) ουδεμία ανακολουθία προέκυψε σχετικά με τους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς, δοθέντος ότι, όσες πληρωμές γίνονταν μέσω των λογαριασμών αυτών, ελέγχονταν από τα εκδιδόμενα για την πελατεία τιμολόγια, που βρίσκονται στο λογιστήριο της εταιρίας, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και υπό τον έλεγχο του ταμείου της εταιρίας, που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους εφοριακούς υπαλλήλους....". Mε τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος και, αφού την κράτησε και τη δίκασε, την απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί δέχθηκε, την ουσιαστική βασιμότητα της, καταλυτικής αυτής, ένστασης των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, περί εξώδικης λογοδοσίας τους, αλλά και εγκρίσεως αυτής από τον αντίδικό τους. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 303, 714 επ. και 718 ΑΚ, γιατί τους εφάρμοσε εσφαλμένα. Και τούτο διότι, οι επίμαχες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά τις οποίες οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εναγόμενοι, προέβησαν σε εξώδικη λογοδοσία, με την καθημερινή παρουσίαση προς τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών, τους οποίους αυτοί διαχειρίζονταν, με παράθεση των σχετικών παραστατικών, ότι ο τελευταίος λάμβανε γνώση των διαχειριστικών τους πράξεων από τις σχετικές σημειώσεις στα οικεία βιβλιάρια των ανωτέρω τραπεζικών λογαριασμών, που βρισκόταν στην κατοχή του, τα σχετικά "εξτρέ" για τις κινήσεις τους, τις υπάρχουσες αποδείξεις είσπραξης στο λογιστήριο της εταιρίας και την απεικόνιση του ταμείου της, καθώς και ότι τη λογοδοσία τους αυτή ενέκρινε ο ενάγων, δεν καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, ώστε να δικαιολογείται, εν προκειμένω, η εφαρμογή τους, δεδομένου ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, από το Εφετείο, δεν συνιστούν εξώδικη λογοδοσία, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης έννοια και δη ανακοίνωση, από το δοσίλογο στο δεξίλογο, εγγράφου λογαριασμού για τις διαχειριστικές του πράξεις, για το χρόνο, που αφορούν αυτές, με λεπτομερή αντιπαράθεση σ' αυτόν των εσόδων και εξόδων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο και αναφορά του προκύπτοντος καταλοίπου από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά, όταν συνηθίζεται τούτο, ούτε και (συνιστούν) έγκριση "λογοδοσίας" από το δεξίλογο, υπό την ανωτέρω έννοια, δηλαδή σύναψη, μεταξύ των διαδίκων μερών (δοσιλόγου και δεξιλόγου) σύμβασης, με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι αυτοί δεν θα επανέλθουν, στο μέλλον, στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού, που ανακοινώθηκε, κατά τους παραπάνω τύπους και τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, βασίμως ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους δεύτερο, κατά την υπό στοιχείο β' του δευτέρου σκέλους του, αιτίαση και τρίτο, κατά την υπό στοιχείο β' του πρώτου σκέλους του αιτίαση, αλληλοσυμπληρούμενους αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ν' αναιρεθεί, στο σύνολό της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η παραδοχή της ανωτέρω ένστασης (εξώδικης λογοδοσίας και έγκρισής της) συνεπάγεται τον αποκλεισμό της έγερσης της ένδικης αγωγής, παρελκούσης, κατόπιν τούτων, ως άνευ αντικειμένου, πλέον, της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων της κρινόμενης αίτησης, γιατί αυτοί κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, με τους παραπάνω, που έγιναν δεκτοί, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω της, εσφαλμένης, απόρριψης της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω ένστασης των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, καλύπτονται από την αναιρετική τους εμβέλεια. Εν συνεχεία, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της ένδικης αίτησής του. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό του αίτημα, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 268/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, παραπάνω, Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.