998/2009 — 998/2009 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)
Generato dall'IAΑπόφαση 998 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 998/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση...
Massima giurisprudenziale / Regesto
Generato dall'IATesto integrale della sentenza — 998/2009
Απόφαση 998 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 998/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Ντούση και κατέθεσε προτάσεις, 8) ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητος ... απεβίωσε στις 17/11/2005 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ηγουμενίτσας Φωτίου Πάνου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/10/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 13/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Ηγουμενίτσας, ο όγδοος αναιρεσίβλητος ..., στις 17-11-2005 και από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως νομιμοποιητικά έγγραφα προκύπτει, ότι στην κληρονομιά του υπεισήλθαν τα παιδιά του ..., ..., ...και ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους κι έτσι παραδεκτώς συνεχίζουν την δίκη γι' αυτόν (άρθρα 287 και 290 ΚΠολΔ).
ΙΙ.Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 89/2008 γνωμοδότησης του αρμοδίου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
ΙΙΙ.Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Και κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει? α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν.2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό, από τον συνδυασμό δε των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά, εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους, μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται όμως για τις απαλλοτριώσεις, η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ.1964/2008 και 1056/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρέχεται αν παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού (ΑΠ 246/1996). Η παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά από τον αριθμό 14 του ίδιου Κώδικα. Σύμφωνα με αυτόν, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 229/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο είχε δικάσει, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή αυτών (αναιρεσιβλήτων), εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση και, κάνοντας δεκτή την αγωγή αυτή, επιδίκασε αποζημίωση για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους, που δεν αποζημιώθηκαν, επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, που προβάλλει το αναιρεσείον, ότι δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού η διαδικασία που διαγράφεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2971/2001, δεν εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις που είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Γεώργιος Πετράκης, είχε την ακόλουθη γνώμη. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 32 του Ν 2971/2001 διαδικασία της διαπίστωσης της ανυπαρξίας του κατά το άρθρο 1 του Ν. 653/19977 τεκμηρίου της ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται τόσο επί συντελεσμένης, όσο και επί μη συντελεσμένης κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2971/2001 (19-1-2002) απαλλοτρίωσης. Τούτο συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω πρώτου εδαφίου του άρθρου 37 του τελευταίου αυτού νόμου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται "και για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος συντελεστεί", ήτοι προκειμένου να οριστεί η εφαρμογή του Ν. 2971/2001 επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, χρησιμοποιείται συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", προφανώς, εξ αντιδιαστολής προς τις συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, επί των οποίων, κατά τη βούληση του νομοθέτη, κατ' αρχήν, έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος. Η βούληση αυτή του νομοθέτη να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. τόσο στις μη συντελεσμένες όσο και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, όπου στο άρθρο 33 διαλαμβάνεται ότι "...γ) εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης". Η γνώμη αυτή εξυπηρετεί και το σκοπό της θέσπισης της ανωτέρω βραχυχρόνιας (δίμηνης) προθεσμίας, καθώς και των άλλων βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών, που προβλέπονται για τις επί μέρους πράξεις της αναγκαστικής απολλοτρίωσης του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), ο οποίος αφορά το δημόσιο συμφέρον και συνίσταται στην ανάγκη της άρσης της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Επίσης εξυπηρετεί και την ανάγκη εκείνου, που επιδιώκει την απαλλοτρίωση να έχει σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του, να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να εκτελείται το έργο για το οποίο αυτή κηρύχτηκε και να μην τίθεται, με την υποβολή, στο απώτερο μέλλον, διαδοχικών νέων αξιώσεων αποζημίωσης από την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, υπό αμφιβολία η συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 και την άσκηση του δικαιώματος διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου μέσα στην επίμαχη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού των συντελεσμένων απαλλοτριώσεων. Η μη εφαρμογή της προθεσμίας αυτής και στις εν λόγω απαλλοτριώσεις συνεπάγεται τη διατήρηση σε εκκρεμότητα των απαλλοτριώσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, αφού, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση, το δικαίωμα της διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και του καθορισμού της αποζημίωσης και για το μέρος αυτού, που καταλαμβάνει το τεκμήριο ωφελείας, θα υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση προς τους προαναφερθέντες σκοπούς της θέσπισης της επίμαχης προθεσμίας και των σε ισχύ χρόνιων παραγραφών και προθεσμιών για τις πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης . Σύμφωνα λοιπόν, με την πιο πάνω μειοψηφούσα γνώμη, μετά την ισχύ του Ν. 2971/2001, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε , για τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, προκειμένου και περί απαλλοτριώσεων, που έχουν συντελεστεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (19-1-2002), εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία αυτή, ήτοι έως τις 19-3-2002. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας κατά τα άνω υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος. IV.Μετά τα παραπάνω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 210/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ