Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
998/2006 Generato dall'IA

998/2006 — 998/2006 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 998/2006 (AP_998_2006)
Autorità giudiziaria
Data della decisione
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 998 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάν...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 998 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάν...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 998/2006

Απόφαση 998 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Σ., Τουριστικές Επιχειρήσεις ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. R. H. B. και 2. H. H., κατοίκων ... της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούρτο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-6-1997 και 24-11-1997 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2004 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Ιουνίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ. 1 ΑΚ, 5 παρ. I και 44 του π.δ. 34/1995 συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, η διάρκεια της οποίας έχει συμφωνηθεί για χρόνο βραχύτερο του προβλεπόμενου στο εν λόγω π.δ/μα, μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία υπάρχει και όταν, πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή, ενέχει η εκούσια παράδοση από τον μισθωτή των κλειδιών του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους, έστω και αν ο τελευταίος διατυπώσει επιφυλάξεις ως προς την κατάσταση του μισθίου.

Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, τα εξής: Με το από 1-7-1992 ιδιωτικό έγγραφο η αναιρεσείουσα εξεμίσθωσε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και τον V. M., γερμανούς υπηκόους, το ευρισκόμενο στον ... ... ξενοδοχείο Γ' κατηγορίας με τον διακριτικό τίτλο "Αμβούργο", για την περίοδο από 1-1-1992 έως 31-12-1996 και αντί μισθώματος 100.000 γερμανικών μάρκων ετησίως καταβλητέου σε πέντε ισόποσες δόσεις κάθε έτος. Τον Απρίλιο του έτους 1993, με τη συμφωνία αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, απεχώρησε ο V. M. και παρέμεινε ως μόνος μισθωτής ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ ο πατέρας αυτού H. H. (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων), με σχετική δήλωσή του επί του μισθωτηρίου εγγράφου και κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, ανέλαβε την εις ολόκληρον από τη μίσθωση ευθύνη έναντι της αναιρεσείουσας. Στις 15-9-1993, με έγγραφη εξώδικη δήλωσή της, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη μίσθωση, επικαλούμενη καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων και παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτή, με βάση δε την καταγγελία αυτή άσκησε την από 21-10-1993 αγωγή, με την οποία ζήτησε την απόδοση του μισθίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν αρχικώς η 85/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...υ και, κατόπιν εφέσεως, η 148/1996 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω καταγγελία δεν επέφερε τη λύση της μισθώσεως. Δέχθηκε περαιτέρω το εφετείο ότι, όπως αποδεικνύεται από τις διατυπωθείσες στα από 17-11-1994 έγγραφα δηλώσεις της εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και όπως ρητώς ομολογείται από την αναιρεσείουσα με την από 16-6-1997 αγωγή της και τις σχετικές προτάσεις της, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, δηλώνοντας ότι αποδέχεται την καταγγελία της μισθώσεως και ότι δεν επιθυμεί πλέον τη συνέχιση αυτής, παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τα κλειδιά του ξενοδοχείου κατά την ως άνω χρονολογία, η δε αναιρεσείουσα παρέλαβε τα κλειδιά, άρα και το ξενοδοχείο, ενώ, όπως η ίδια αναφέρει στην πιο πάνω από 16-6-1997 αγωγή της, μέχρι τότε (δηλ. 17-11-1994) η μίσθωση ίσχυε και λειτούργησε κανονικώς. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι είναι φανερό πως η μίσθωση, παρά τη διατυπωθείσα στο άνω έγγραφο επιφύλαξη της αναιρεσείουσας ως προς την κατάσταση του μισθίου, έληξε με την εν λόγω αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, την εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων απόδοση του μισθίου και την παραλαβή αυτού από την αναιρεσείουσα, η οποία απλώς υποστήριζε ότι η παραλαβή ολοκληρώθηκε στις 18-11-1994. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη τη σχετική περί συμφωνημένης λύσεως της μισθώσεως ένσταση των αναιρεσιβλήτων, αντικατέστησε ως εσφαλμένη την αιτιολογία της ομοίως κατ' αποτέλεσμα κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως και απέρριψε το περιεχόμενο στην πιο πάνω αγωγή και ως λόγο εφέσεως προβληθέντα από την αναιρεσείουσα (εκκαλούσα) ισχυρισμό ότι η πρόωρη απόδοση του μισθίου στις 17-11-1994 έγινε από τον μισθωτή αυθαιρέτως και υπαιτίως. Με την εκτεθείσα κρίση του, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 638 ΑΚ, ως προς τις οποίες άλλωστε δεν προσδιορίζεται από την αναιρεσείουσα σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ως προς την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αποδιδόμενη αιτίαση, ότι το εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των από 17-11-1994 εγγράφων, δέχθηκε ότι προκύπτει από αυτά συμφωνία λύσεως της μισθώσεως, ενώ η δήλωση της αναιρεσείουσας περιορίζεται μόνο στην παραλαβή των κλειδιών με την επιφύλαξη μάλιστα των δικαιωμάτων της από τη μίσθωση και για την κατάσταση του μισθίου, ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ολόκληρο το περιεχόμενο των κρίσιμων εγγράφων, αφετέρου δε, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων από το εφετείο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ) και ίσχυε μέχρι την κατάργηση των σχετικών απαγορεύσεων από το άρθρο 5 του ν. 2842/2000, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι α) ότι κάθε δικαιοπραξία, από την οποία πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις για καταβολή μισθώματος πράγματος υπέρ προσώπου που διαμένει στην Ελλάδα, μπορεί να συνομολογείται μόνο σε δραχμές, β) η ρήτρα συναλλάγματος στις δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρη και γ) σε περίπτωση συνομολογήσεως τέτοιας ρήτρας, το δικαστήριο προσδιορίζει κατά την κρίση αγαθού ανδρός τη δίκαιη αντιπαροχή, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το δραχμικό ποσό που προκύπτει από την, κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αντιστοιχία μεταξύ της δραχμής και του προβλεπόμενου από τη ρήτρα ποσού των ξένων νομισμάτων, εφόσον και το δραχμικό ποσό που προκύπτει με τον τρόπο αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρογκο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, σε σχέση με τον προσδιορισμό κατά την κρίση "αγαθού ανδρός" του συνομολογηθέντος σε γερμανικά μάρκα και οφειλόμενου από τους αναιρεσιβλήτους μισθώματος του έτους 1994, δέχθηκε τα εξής: α) σύμφωνα με το 1349/1996 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, κατά τον χρόνο συνάψεως της επίδικης μισθώσεως, ήτοι τη 1-7-1992, η επίσημη ισοτιμία μεταξύ γερμανικού μάρκου και δραχμής είχε διαμορφωθεί σε 119, 239 δραχμές το ένα μάρκο, και ως εκ τούτου το ετήσιο μίσθωμα για το έτος 1994, συμφωνηθέν σε 100.000 μάρκα, ανήρχετο σε 11.923.900 δραχμές, β) το μίσθιο ξενοδοχείο Γ' κατηγορίας λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος 1989 και περιελάμβανε υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο με δωμάτια είκοσι δίκλινα και ένα μονόκλινο συνολικώς, αυλή και τον απαραίτητο για τη λειτουργία του, όχι όμως εξιδιασμένο ή πολυτελή, μηχανολογικό, ηλεκτρολογικό και λοιπό (επίπλωση και διακόσμηση) εξοπλισμό, γ) με βάση τις εγκεκριμένες σαφώς από τον Ε.Ο.Τ. τιμές, τα ακαθάριστα έσοδα από την εκμετάλλευσή του κατά το έτος 1991 θα μπορούσαν κατ' αρχήν να ανέλθουν σε 19.695.600 δραχμές, πλην όμως οι προσφερόμενες από τα τουριστικά πρακτορεία τιμές ήταν ουσιωδώς κατώτερες, ενώ εξάλλου άρχισε να λειτουργεί ουσιαστικώς από τις 12-5-1991 με εννέα (9) πελάτες, κατά δε τους μήνες Απρίλιο και Οκτώβριο η σχετική κίνηση ήταν πολύ μειωμένη, δ) σύμφωνα με τις υποβληθείσες από την αναιρεσείουσα προς την τότε Κοινότητα Αρχαγγέλου δηλώσεις "τέλους διαμονής παρεπιδημούντων και εκδιδομένων λογαριασμών", τα ακαθάριστα έσοδά της από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου ανήλθαν κατά τα έτη 1990 και 1991 σε δραχμές 1.850.070 και 2.482.420, αντιστοίχως, πλην όμως οι εν λόγω δηλώσεις, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμοδίου υπαλλήλου, δεν υποβλήθηκαν σε έλεγχο κατά την παραλαβή τους, ούτε προκύπτει ότι ελέγχθηκαν μεταγενεστέρως, και κατά συνέπεια δεν αποτελούν ιδιαίτερα αξιόπιστο και ασφαλές στοιχείο, ε) ο μάρτυρα της αναιρεσείουσας κατέθεσε ότι τα ακαθάριστα έσοδα από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου ανήλθαν κατά το έτος 1991 σε 8.000.000 δραχμές, αγνοούσε όμως το ποσό των καθαρών κερδών, αν και ήταν λογιστής της επιχειρήσεως και στ) ήδη κατά τη σύναψη της μισθώσεως το εν λόγω ξενοδοχείο είχε λειτουργικά προβλήματα οφειλόμενα σε πλημμέλειες κατασκευής, κυρίως ως προς τις υδραυλικές εγκαταστάσεις, με συνέπεια την έλλειψη στεγανότητας και τη δημιουργία υγρασίας σε ορισμένα δωμάτια και σε άλλους χώρους. Κατόπιν αυτών, το εφετείο έκρινε ότι το κατ' αρχήν οφειλόμενο για το έτος 1994 μίσθωμα, ανερχόμενο, με βάση την ως άνω ισοτιμία μεταξύ μάρκου και δραχμής, σε 11.923.900 δραχμές, είναι υπέρογκο, γι' αυτό και πρέπει να προσδιορισθεί κατά την κρίση "αγαθού ανδρός" σε 8.000.000 δραχμές, ήτοι σε 23.477,62 ευρώ, ακολούθως δε, κατ' αποδοχή σχετικώς λόγων της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την προσδιορίσασα το μίσθωμα σε 11.923.900 δραχμές πρωτόδικη απόφαση και, αφού δέχθηκε εν μέρει την από 16-6-1997 αγωγή της αναιρεσείουσας, προσδιόρισε το μίσθωμα στο ποσό των 23.477,62 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ακόμη δε έλαβε υπόψη όλους τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την ενώπιόν του δίκη, ενώ εξάλλου η κρίση του, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους του μισθώματος, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ. ΑΠ 678/1977). Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9, 19 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο, αναφορικώς με την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί καταβολής μισθώματος, άλλως αποζημιώσεως για τα έτη 1995 και 1996, οι αιτιάσεις: α) ότι, αν και η αναιρεσείουσα, στην από 16-6-1997 αγωγή, στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοδικείου και του εφετείου προτάσεις και στην έφεσή της, ανέφερε ότι το ποσό 200.000 γερμανικών μάρκων το αξίωνε ως οφειλόμενα μισθώματα των ετών 1995 και 1996, εντούτοις αυτό (εφετείο) δέχθηκε εσφαλμένως ότι το ανωτέρω ποσό η αναιρεσείουσα το ζητούσε όχι ως μισθώματα αλλά ως διαφυγόντα εισοδήματα, με την παραδοχή δε αυτή αφενός παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω εγγράφων και αφετέρου άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως των μισθωμάτων, β) ότι, δεχθέν λύση της μισθώσεως με την ως άνω αντίθετη συμφωνία των διαδίκων, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 200, 281, 574 και 638 ΑΚ και επιπλέον παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθισών από 17-11-1994 εγγράφων δηλώσεων, γ) ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε συνάψει στις 15-10-1993 σύμβαση με το πρακτορείο "KAMOS VACATIONS" για την περίοδο του έτους 1994, θα μπορούσε να συνάψει παρόμοια σύμβαση και για την αντίστοιχη περίοδο του έτους 1995, δ) ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, καθόσον δεν αιτιολογεί καθόλου γιατί και με ποια στοιχεία έκρινε ότι "ο εναγόμενος (δηλ. ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων) ήταν πολύ καλός και ο τρόπος διεύθυνσης (εννοείται: του ξενοδοχείου) περισσότερο επαγγελματικός" από ό,τι ήταν πριν από την κατάρτιση της ένδικης μισθώσεως και ε) ότι, αφενός μεν, παρεβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με το να θεωρήσει ότι οι όροι "λειτουργία" και "εκμετάλλευση" του ξενοδοχείου είναι ταυτόσημοι και έχουν το ίδιο περιεχόμενο, αφετέρου δε, η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, αφού δεν αιτιολογεί καθόλου, γιατί, ενώ δέχθηκε ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το ξενοδοχείο λειτούργησε κανονικά υπό την διοίκηση και διαχείριση της ίδιας κατά τις τουριστικές περιόδους των ετών 1995 και 1996 φιλοξενώντας όμως τουρίστες μεμονωμένους και έκτακτους και οι πραγματοποιηθείσες σ' αυτό διανυκτερεύσεις ήταν 25 για το έτος 1995 και 26 για το έτος 1996, κατέληξε στην κρίση ότι κατά τις περιόδους των ετών 1995 και 1996 η αναιρεσείουσα εκμεταλλεύθηκε η ίδια το ξενοδοχείο μη υποστάσα άρα ζημία από την αιτία αυτή. Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη (υπό στοιχείο α') αιτίαση και κατά το μέρος που προσάπτεται στο εφετείο παραμόρφωση του περιεχομένου των άνω διαδικαστικών εγγράφων, είναι απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση διαδικαστικών εγγράφων δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ενώ, κατά το μέρος που αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του ισχυρισμού και του αιτήματος της αγωγής περί επιδικάσεως μισθωμάτων, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και απέρριψε το σχετικό αίτημα, δεχθέν ότι η μίσθωση λύθηκε στις 17-11-1994 με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων και ότι, κατά συνέπεια, δεν οφείλονται μισθώματα για τα έτη 1995 και 1996. Ως προς τη δεύτερη (υπό στοιχείο β') αιτίαση, ταυτίζεται με τη σχετική αιτίαση του πρώτου λόγου, και ως εκ τούτου παρέλκει η εκ νέου διερεύνησή του. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως των αιτιάσεων αυτών, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο. IV. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι, με το να απορρίψει το αγωγικό αίτημα της προσαυξήσεως του μισθώματος του έτους 1994 κατά 10% λόγω διολισθήσεως της αξίας της δραχμής από τον χρόνο συνάψεως της μισθώσεως μέχρι το έτος 1994, α) παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945 και β) παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της ως άνω διολισθήσεως της δραχμής. Όμως, με την απορριπτική αυτή κρίση του, το εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το προσδιοριζόμενο συναφώς ποσό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από τη διαμορφωθείσα κατά τη σύναψη της συμβάσεως ισοτιμία της δραχμής προς το ξένο νόμισμα. Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη (υπό στοιχείο α') αιτίαση, είναι αβάσιμος. Ως προς τη δεύτερη (υπό στοιχείο β') αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή είναι αντιφατική, ως ενέχουσα λογική ανακολουθία προς τη διαλαμβανόμενη στην αρχή του λόγου τούτου αναφορά ότι το εφετείο έκρινε ορθή την πρωτόδικη απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί προσαυξήσεως του ποσού του μισθώματος λόγω της διολισθήσεως της δραχμής. V. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο εφετείο, σε σχέση με την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος της επιδικάσεως του ποσού των 600.000 δραχμών για τη βαφή των εσωτερικών χώρων του μισθίου, εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, ως προς την κατάσταση του μισθίου κατά την έναρξη και τη λήξη της μισθώσεως. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έκρινε ότι το κρίσιμο αγωγικό αίτημα είχε ως έρεισμα τη μισθωτική σύμβαση και ότι δεν απεδείχθη η εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (μισθωτή) ανάληψη της συμβατικής υποχρεώσεως για τη βαφή του μισθίου, ενώ, ως εκ περισσού, αναφέρει ότι η υποχρέωση αυτή "θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο άρθρο 599 παρ. 1 Α.Κ.". Επομένως, ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του αν ιδρύεται ή όχι στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως. VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 εδ. α' και 346 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β' του α.ν. 362/1945, συνάγεται ότι, επί της διαπλαστικής αγωγής για τον προσδιορισμό κατά την κρίση "αγαθού ανδρός" του συνομολογηθέντος σε ξένο νόμισμα μισθώματος, το ακριβές ύψος του οποίου, λόγω της αοριστίας και της αβεβαιότητας που ενέχει, δεν είναι γνωστό, πριν από τον δικαστικό προσδιορισμό του, ούτε στον εκμισθωτή ούτε στον μισθωτή, ο τελευταίος οφείλει τόκους (υπερημερίας και δικονομικούς) από την επίδοση σ' αυτόν της προσδιορίζουσας το μίσθωμα τελεσίδικης διαπλαστικής αποφάσεως, αφότου αυτό καθίσταται ορισμένο και απαιτητό. Επομένως, το εφετείο, που επεδίκασε το προσδιορισθέν μίσθωμα των 23.477,62 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Κατ' ακολουθία, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, έκτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιδικασθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2004 αίτηση της εταιρίας "Μ. Σ., Τουριστικές Επιχειρήσεις ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της 10/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ