997/2021 — 997/2021 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)
Generato dall'IAΑπόφαση 997 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχο...
Massima giurisprudenziale / Regesto
Generato dall'IATesto integrale della sentenza — 997/2021
Απόφαση 997 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 997/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "POST CREDIT ΑΕ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αρήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 12/2020 , ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015) . Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ.9978Δ, 9986Δ και 9987Δ/5-11-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 20-09-2019, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 54/20-09-2019 και με αριθ. δικογραφίας 1672/2019 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 160/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την στη συνέχεια αυτής από 25-10-2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης ,την από 25-10-2019 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναγραφόμενης στην αρχή της παρούσας 8-1-2021 και με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο αυτή (8-1-2021), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη (αντιστοίχως) των αναιρεσιβλήτων πιστώτριες Τράπεζες. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 8-1-2021 , οι ως άνω δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ' , 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ.).
Η κρινόμενη από 20-09-2019, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 54/20-09-2019 και με αριθ. Δικογραφίας 1672/2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1ης , 2ης , 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων -καθών πιστωτριών ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών (αναγκαίων ομοδίκων) και στρέφεται κατά της υπ` αριθμ. 160/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) ερήμην της τρίτης και της τέταρτης των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία (αντιστοίχως) "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣΗ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.- ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ " και "POST CREDIT A.E.", κατ' αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις προαναφερθείσες 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε μετην απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 641/2019, ΝΟΜΟΣ), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ερήμην α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣΗ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.- ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ", ήδη 3ης αναιρεσίβλητης και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "POST CREDIT A.E.", ήδη 4ης αναιρεσίβλητης , οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 2η σελίδα αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22.11.2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο της 10-10-2018 που αναφέρεται στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ. α` ΚΠολΔ, όπως, ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015 , που ισχύει από 1-1-2016). Ενόψει όμως του ότι σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (βλ. ΑΠ 516/2020, ΑΠ 208/2020) η απόφαση αυτή του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι ήδη από τη δημοσίευση της τελεσίδικη και ως προς τις 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συνακόλουθα, η κρινόμενη από 20-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 54/20-09-2019 αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ` άρθρ. 553 παρ. 1 σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς τις προαναφερθείσες 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων και λαμβανομένου υπ'όψη ότι έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα ) .
Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου την από 2-12-2014 (αρ. κατ.22/9-12-2014) αίτηση με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του ώστε να αποκτήσει , με την συγκατάθεση των πιστωτών, ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, επικουρικώς ζήτησε να γίνει ρύθμιση των χρεών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, ιδιοκτησίας του, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης των οφειλών του σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, να επέλθει η απαλλλαγή του από αυτές (οφειλές). Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε, ερήμην της τρίτης και τέταρτης των καθών πιστωτριών - τραπεζών και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η οριστική υπ` αριθμ. 1/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αρήνης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) άσκησε, κατ` άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ. την από 22.5.2017 (αρ. έκθ. κατ. 1/ 23-5-2017) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της τρίτης και της τέταρτης των τότε εφεσιβλήτων (καθών) πιστωτριών - τραπεζών [ οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22.11.2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο της 10-10-2018 που αναφέρεται στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης και η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες ] και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 160/2019 τελεσίδικη απόφαση του δικάζοντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δυνάμει της οποίας, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η υπό κρίση έφεση, κατά τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά αναφερόμενα .
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών (AΠ 804/2019, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (AΠ 804/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 947/1995), όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται, ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου . Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (AΠ 804/2019, ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 803/2017 ). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 , σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα ) '' Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο :1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές," .Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 53/2020 ), αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 756/2020, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 91/2015). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. ( ΑΠ 53/2020 , ΑΠ 849/2007). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. ( ΑΠ 53/2020 , ΑΠ 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ επικαλούμενος ειδικότερα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, (όπως αυτολεξεί αναφέρει στην αίτησή του) ".. κατά μη ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, πλημμελή και εσφαλμένη εφαρμογή του Εμπορικού Νόμου και των συναφών διατάξεων και in abstracto προσέγγιση της περίπτωσής μου , το Δικαστήριο έκρινε πως διαθέτω την εμπορική ιδιότητα και δεν είναι δυνατόν να υπαχθώ στο Νόμο 3869/2010. Δεν έλαβε υπ'όψιν του , ωστόσο, την ύπαρξη της κατηγορίας "μικρέμποροι", που έχει παγιωθεί νομολογιακά , και τα κριτήρια διάκρισης και ένταξης ασκούντων εμπορικές πράξεις σε αυτήν, η οποία επιτρέπει σε εμπόρους αυτής της κατηγορίας να εξαιρεθούν από την απαγόρευση και να υπαχθούν στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών. ". Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης α) κατά το σκέλος του με το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ με την επίκληση της μη ορθής εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως και ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκε , β) κατά τις λοιπές όμως αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός και πρέπει να εξεταστεί ως προς την βασιμότητά του. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ` άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: " Ο εκκαλών, ο οποίος γεννήθηκε στις 30 Απριλίου του 1960, είναι άγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, του Ι. - Η., που γεννήθηκε στις 08.4.1990 και ο εκκαλών έχει αναγνωρίσει ως νόμιμο τέκνο του. Ο εκκαλών είναι κάτοικος ... ενώ το τέκνο του διαμένει μόνιμα στη … με τη μητέρα του, η οποία έχει αναλάβει αποκλειστικά τις δαπάνες διατροφής του. Από το 1998 ο εκκαλών διατηρεί ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, υπό τον τύπο της καφετέριας, στην περιοχή του … της ..., σε ακίνητο, που έχει μισθώσει από τον ΟΣΕ, το οποίο λειτουργεί κατά τους θερινούς μήνες, από τον Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο εκάστου έτους. Κατά τους μήνες που το κατάστημα παραμένει κλειστό ο εκκαλών προς ενίσχυση του εισοδήματός του ασχολείται είτε με τα δικά του ελαιόδεντρα, εκ των οποίων παράγει 100 με 200 κιλά λάδι για την κάλυψη των οικιακών του αναγκών, είτε με διάφορες γεωργικές εργασίες σε αγροκτήματα τρίτων. Από όλες αυτές τις δραστηριότητες ο εκκαλών, όπως τουλάχιστον ο ίδιος κατέθεσε, αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ. Από τη φορολογική αρχή ο εκκαλών αντιμετωπίζεται ως έμπορος, καθώς στα φορολογικά έντυπα που υποβάλλει και δη στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1) το εισόδημα του χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ υποβάλλει και μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3), όπου τα έσοδα του χαρακτηρίζονται ως έσοδα εμπορίας - μεταπoίησης. Συγκεκριμένα ο εκκαλών, όπως αποδεικνύεται από τα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3) των οικονομικών ετών 2011, 2012, 2013, 2014 και των φορολογικών ετών 2014, 2015, 2016, δαπάνησε τα ποσά των 15.530,72€, 19.282,26€, 8.946,56€, 7.735,45€, 6.038,46€, 7.279,99€, 5.742,69€, αντίστοιχα, για αγορές εμπορευμάτων (για το φορολογικό έτος 2017 δεν εμφανίζει τέτοιου είδους δαπάνη). Το οικονομικό έτος 2003 τα καθαρά κέρδη του εκκαλούντος από την ατομική του επιχείρηση ανήλθαν το ποσό των 7.614,16€ και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 24.605,47€, το οικονομικό έτος 2004 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 9.977,93 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 24.469,35 €, το οικονομικό έτος 2005 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 5.901,78 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 22.518,13 €, το οικονομικό έτος 2007 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 9.250,78 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 31.862,89 €, το οικονομικό έτος 2008 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 3.395,09 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 27.099,48 €, το οικονομικό έτος 2009 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 7.333,34 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 27.160,52 €, το οικονομικό έτος 2010 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 7.490,40 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 27.742,23 €, το οικονομικό έτος 2011 τα καθαρά κέρδη ανήλθαν το ποσό των 10.847,37 € και τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό των 40.175,45 €, το οικονομικό έτος 2012 παρουσίασε ζημία ποσού 2.083,07€ και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 27.127,04 €, το οικονομικό έτος 2013 παρουσίασε ζημία ποσού 3.439,99 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 13.664,82 €, το οικονομικό έτος 2014 παρουσίασε ζημία ποσού 3.704,60 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 13.239,61 €, το φορολογικό έτος 2014 παρουσίασε ζημία ποσού 771,16 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 12.166,15 €, το φορολογικό έτος 2015 παρουσίασε ζημία ποσού 5.576,23 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 14.389,59 €, το φορολογικό έτος 2016 παρουσίασε ζημία ποσού 8.609,95 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 10.041,00 € και το φορολογικό έτος 2017 παρουσίασε ζημία ποσού 1.314,99 € και τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 9.312,68 € (βλ δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος αντίστοιχων οικονομικών και φορολογικών ετών). Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι ο εκκαλών ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις καθώς αγοράζει προϊόντα, προκειμένου εν συνεχεία να προβεί σε κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών, με τη μεταπώλησή τους, ορισμένα δε εξ αυτών πριν τη μεταπώλησή τους έχουν υποστεί επεξεργασία (καφέδες, αφεψήματα, πρόχειρο φαγητό κλπ). Προς άσκηση της εμπορίας του ο εκκαλών μισθώνει κατάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος επτακοσίων ευρώ (700,00€), όπως ο ίδιος κατέθεσε, στην περιοχή. του …, η οποία αποτελεί τουριστική περιοχή και τους θερινούς μήνες προσελκύει λουόμενους, παραθεριστές και διερχόμενους ταξιδιώτες. Την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα του εκκαλούντος, την οποία ναι μεν ασκεί εποχιακά, πλην όμως σταθερά επί δεκαεπτά συναπτά έτη και δη στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, χαρακτηρίζει η οργάνωση του κεφαλαίου, καθώς για την εκμίσθωση του χώρου και τον εξοπλισμό του (τραπεζοκαθίσματα, ψυγεία, μηχανή καφέ κλπ) απαιτήθηκε η ανάλωση σημαντικών χρηματικών ποσών, και το ρίσκο για την επιτυχή έκβαση από οικονομικής άποψης του όλου εγχειρήματος. Η οργάνωση αυτή του κεφαλαίου ενισχύεται επιπλέον και από το ότι ο εκκαλών για τις ανάγκες χρηματοδότησης του επαγγέλματός του έλαβε επιχειρηματικό δάνειο. Το δάνειο αυτό ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το έλαβε ως πυροδάνειο για την αποκατάσταση των ελαιοδέντρων του που καταστράφηκαν το 2007, πλην όμως δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο δημόσιας αρχής που να αποδεικνύει τούτο. Σύμφωνα με το υπ' αριθμ.πρωτ. …/….12.2016 έγγραφο του Τοπικού Καταστήματος ΙΚΑ Πύργου, που προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών, από τον εργοδοτικό φάκελο του εκκαλούντος δεν προκύπτει ότι στην επιχείρησή του απασχολεί προσωπικό. Από μόνο όμως το έγγραφο αυτό δεν αποδεικνύεται άνευ άλλου τινός ότι ο εκκαλών δεν απασχολούσε τουλάχιστον ένα πρόσωπο, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί συνεχώς από το πρωί έως το βράδυ και απαιτεί την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση περισσοτέρων του ενός πελατών. Άλλωστε ο ίδιος ο εκκαλών κατέθεσε ότι για λίγες ημέρες τον χρόνο απασχολούσε στο κατάστημα και τρίτο πρόσωπο. Σημειωτέον ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών από την φορολογική αρχή αντιμετωπίζεται ως έμπορος. Το στοιχείο αυτό και μόνο δεν αρκεί για να προσδώσει την ιδιότητα του εμπόρου κατά το εμπορικό δίκαιο, καθώς στο φορολογικό δίκαιο η έννοια του εμπόρου είναι ευρύτερη και τούτο διότι κατά το τελευταίο, ανεξάρτητα από τη νομική φύση - εμπορική ή αστική - των επιχειρούμενων πράξεων και την απόκτηση ή όχι κατά το εμπορικό δίκαιο της ιδιότητας του εμπόρου, αρκεί ο φορολογούμενος να έχει έσοδα από τη συστηματική άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος, προκειμένου να υποβληθεί στη φορολογία εισοδήματος ως ασκών εμπορική επιχείρηση (βλ. ΜΠΘες/κης 9/2016 ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ "ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ", όπου παραπομπή σε ΓνμδΟλΝΣΚ 90/2008). Στην προκειμένη όμως περίπτωση το στοιχείο αυτό συνεκτιμώμενο με τα λοιπά στοιχεία αποδεικνύει ότι ο εκκαλών μετέρχεται εμπορικές πράξεις κατ' επάγγελμα έχοντας αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών διατηρεί επί σειρά ετών οργανωμένη επιχείρηση καφετέριας με σκοπό το κέρδος, η δε μακροχρόνια αυτή ενασχόλησή του αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί υπέρ σταθερού επαγγελματία μεταπωλητή και όχι βιοπαλαιστή που μετέρχεται ευκαιριακά διάφορα επαγγέλματα προκειμένου να επιβιώσει. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ανήκει στην κατηγορία των "μικρεμπόρων", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων συνιστά αμοιβή για την προσωπική τους εργασία, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Αντιθέτως από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι έμπορος και όχι μικρέμπορος, που έχει πτωχευτική ικανότητα, και συνεπώς δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν.3869/2010. Η παραδοχή αυτή του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι δεν πρόκειται για μικρέμπορο, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κύκλος εργασιών του εκκαλούντος βαίνει σταθερά μειούμενος, καθώς η ζημία αποτελεί σύμφυτο στοιχείο της εμπορικής δραστηριότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό στοιχείο που καθιστά ένα πρόσωπο έμπορο ή μικρέμπορο, δεδομένου του ότι σε περίπτωση που ο έμπορος περιπέσει σταδιακά σε ζημιογόνες χρήσεις και περιέλθει εν τέλει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις περί πτώχευσης ως συλλογική διαδικασία ικανοποίησης των πιστωτών.
Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εκκαλών είναι έμπορος και ως εκ τούτου δεν υπάγεται ως φυσικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και απέρριψε την αίτηση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά υπήγαγε αυτές στο Ν. 3869/2010, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού του εκκαλούντος, ο οποίος προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο έφεσης, ως αβάσιμου κατ'ουσίαν. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη .....". Με βάση τις παραδοχές αυτές στην προπαρατιθέμενη αιτιολογία , οι οποίες (παραδοχές) στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 160/2019 απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας , απέρριψε με την πληττόμενη απόφαση του ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 22-5-2017 και με αρ. έκθ. κατάθ. 01/23-5-2017 έφεση του εκκαλούντος - αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αρ. 1/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αρήνης, [με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 2-12-2014 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων)]. Ειδικότερα το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας αφού δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο αιτών - εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) α) διατηρεί ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, υπό τον τύπο της καφετέριας, στην περιοχή του ... της ..., σε ακίνητο, που έχει μισθώσει από τον ΟΣΕ, το οποίο λειτουργεί κατά τους θερινούς μήνες, από τον Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο εκάστου έτους , β) αντιμετωπίζεται ως έμπορος από τη φορολογική αρχή , καθώς στα φορολογικά έντυπα που υποβάλλει και δη στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1) το εισόδημα του χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, γ) υποβάλλει και μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3), όπου τα έσοδα του χαρακτηρίζονται ως έσοδα εμπορίας - μεταπoίησης , δ) ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις καθώς αγοράζει προϊόντα, προκειμένου εν συνεχεία να προβεί σε κερδοσκοπική εκμετάλλευση αυτών, με τη μεταπώλησή τους, ορισμένα δε εξ αυτών πριν τη μεταπώλησή τους έχουν υποστεί επεξεργασία (καφέδες, αφεψήματα, πρόχειρο φαγητό κλπ), ε) προς άσκηση της εμπορίας του μισθώνει κατάστημα από τον ΟΣΕ, αντί μηνιαίου μισθώματος επτακοσίων ευρώ (700,00€), στην περιοχή του ..., η οποία αποτελεί τουριστική περιοχή και τους θερινούς μήνες προσελκύει λουόμενους, παραθεριστές και διερχόμενους ταξιδιώτες, στ) ασκεί την εν λόγω επαγγελματική δραστηριότητα εποχιακά μεν , πλην όμως σταθερά επί δεκαεπτά συναπτά έτη και δη στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, η δε ως άνω επαγγελματική δραστηριότητά του χαρακτηρίζεται από οργάνωση του κεφαλαίου για την εκμίσθωση του χώρου και τον εξοπλισμό του (τραπεζοκαθίσματα, ψυγεία, μηχανή καφέ κλπ) ,για τις ανάγκες χρηματοδότησης της οποίας (επαγγελματικής του δραστηριότητας) έλαβε μάλιστα και επιχειρηματικό δάνειο, επίσης χαρακτηρίζεται από ανάλωση σημαντικών χρηματικών ποσών και από ρίσκο για την επιτυχή έκβαση από οικονομικής άποψης του όλου εγχειρήματος , ζ) διατηρεί επί σειρά ετών ( κατά τα προεκτεθέντα ) οργανωμένη επιχείρηση καφετέριας με σκοπό το κέρδος, η δε μακροχρόνια αυτή ενασχόλησή του αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί υπέρ σταθερού επαγγελματία μεταπωλητή και όχι βιοπαλαιστή που μετέρχεται ευκαιριακά διάφορα επαγγέλματα προκειμένου να επιβιώσει, στην συνέχεια , με βάση όλες τις πιο πάνω παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας δέχτηκε ότι ο αιτών - εκκαλών ( ήδη αναιρεσείων ) αιτών είναι έμπορος που έχει πτωχευτική ικανότητα, και συνεπώς δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 , απέρριψε δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του αιτούντος - εκκαλούντος ότι αυτός ( αιτών και ήδη αναιρεσείων ) ανήκει στην κατηγορία των "μικρεμπόρων", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων συνιστά αμοιβή για την προσωπική τους εργασία. Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αρκούσαν για να γίνει δεκτό ότι ο αιτών - εκκαλών ( ήδη αναιρεσείων ) είναι έμπορος που έχει πτωχευτική ικανότητα, και συνεπώς δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 , δεν ανήκει δε στην κατηγορία των "μικρεμπόρων", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων συνιστά αμοιβή για την προσωπική τους εργασία. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι ο αιτών - εκκαλών ( ήδη αναιρεσείων ) αιτών δεν ανήκει στην κατηγορία των "μικρεμπόρων", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων συνιστά αμοιβή για την προσωπική τους εργασία , αλλά είναι έμπορος που έχει πτωχευτική ικανότητα, και συνεπώς δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και δεχόμενο με την προσβαλλόμενη , επίσης με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ότι ο αιτών - ήδη αναιρεσείων δεν υπαγόταν στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ) και απορρίπτοντας συνακόλουθα (κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα ) ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 2-12-2014 και με αρ. κατάθ. 22/9-12-2014 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α` Ν. 3869/2010 και του άρθρου 1 του Εμπορικού Νόμου , στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς, ο προαναφερθείς μοναδικός λόγος της κρινόμενης από 20-9-2019 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 1 παρ. 1 περ. α` Ν. 3869/2010 και ( κατ' ορθήν εκτίμηση) του άρθρου 1 του Εμπορικού Νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη από 20-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 54/20-09-2019 και με αριθ. Δικογραφίας 1672/2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 160/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 54/20-09-2019 και με αριθ. Δικογραφίας 1672/2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 160/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).
Και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 08 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ