Legislator Corpus giuridico & Giurisprudenza
997/2009 Generato dall'IA

997/2009 — 997/2009 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 997/2009 (AP_997_2009)
Autorità giudiziaria
Data della decisione
Giurisdizione Grecia — Giurisprudenza (EL)

Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)

Generato dall'IA

Απόφαση 997 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 997/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση...

Massima giurisprudenziale / Regesto

Generato dall'IA
Απόφαση 997 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 997/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση...

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo integrale della sentenza — 997/2009

Απόφαση 997 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 997/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α) ...., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., κατοίκων ..., 2) α) ..., β) ..., 3) α) ..., β) ..., 4) α) ..., β) ..., 5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΑΣΔΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) α) ..., β) ..., 7) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΙΕΡΙΚΗ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΑ Β.Δ. και Κ. ΜΠΑΣΔΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΠΕΡΓΑΛ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., 9) ..., 10) ..., 11) α) ... β) ..., 12) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από: α) τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, β) τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και γ) τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατοικοεδρεύοντα στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11/6/2001, 22/5/2001, 3/8/2001 και 9/8/2001 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2073/2002 μη οριστική και 2585/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/3/2004 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1274/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει τις ως άνω συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη τους και παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πέμπτο λόγο της από 10/3/2004 αίτησης αναίρεσης.

Εκδόθηκε η 8/20056 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τα αναιρούμενα, με τη 1274/2004 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέρη της, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις του.

Εκδόθηκε η 456/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1979 ορίζεται ότι "κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" που ισχύει από 7-5-2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το όρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1552/2005, ΑΠ 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1332/1985 και 18/1988). Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφίου γ1 της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος 2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18-4-2001 και όχι από, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1-1-2002. Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδ α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001. Κατ' ακολουθία λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσης μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του ενώπιον του αρμόδιου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ γ1 της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό-της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ, 2 εδ γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 402/2007). Ακόμη, από τις ίδιες αυτές διατάξεις συνάγεται, ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης του δικαστηρίου της αίτησης (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής και όχι κατά το χρόνο της προγενέστερης συζήτησης της ίδιας αίτησης, κατά την οποία, με τα τότε ισχύοντα στη νομολογία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα της μη ωφέλειας του ιδιοκτήτη παρόδιου ακινήτου (ΑΠ 821/2007, 1054/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι αιτούντες με την από 26-3-2001 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζήτησαν : α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθεντων για λόγους δημόσιας ωφέλειας ακινήτων τους με αύξοντα αριθμό κτηματογράφησης ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ... και ... β) να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση παραπάνω ακινήτων τους, πλην του με αυξ. αριθμ. ... και των κτισμάτων αυτών, λόγω μειώσεως της αξίας τους συνεπεία της απότμησης, αλλά και της κατασκευής του έργου της απαλλοτριώσεως, σε ποσοστό 90-100%, γ) να επιδικαστούν διαφυγόντα κέρδη δύο ετών των επιχειρήσεων που λειτουργούν στα ακίνητα με αυξ. αριθμ. κτηματογράφησης ... και ... και δ) αφού αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούνται να συμμετέχουν στις δαπάνες απαλλοτριώσεως ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ήτοι σε αυτοαποζημίωση, να καθορισθεί τιμή μονάδος για όλα τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ακινήτων τους. Επί της αιτήσεως αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμολία των διαδίκων, εκδόθηκε η 2073/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μεταξύ των άλλων, απορρίφθηκε 1) ως απαράδεκτο το υπό στοιχ.δ' αίτημα του δικογράφου διότι κρίθηκε ότι απαραδέκτως προβάλλεται τούτο στη δίκη καθορισμού οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, 2) το υπό στοιχ. γ' αίτημα ως μη νόμιμο κατά το μέρος που μ' αυτό ζητείτο η επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση εδαφικών τμημάτων από την κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως, ενώ αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 2585/2003 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία, μεταξύ των άλλων - καθόσον επρόκειτο για συνεκδικαζόμενες αιτήσεις μη διαδίκων ήδη που αφορούσαν πολλά ακίνητα - καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των παραπάνω ακινήτων και καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα με αύξ. αριθμ. Κτηματογρ. .., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... εναπομείναντα τμήματα που οφείλετο στην απότμηση σε ποσοστά 50%-50%-50%-80%- 40%- 40%- 70%- 45%- 70%- 40%- 20%- 30%-40%, αντιστοίχως, ενώ δεν επιδικάστηκε για τα ακίνητα με αύξοντα αριθμ. κτηματογράφησης ..., .., .. και ... Κατά των αποφάσεων αυτών οι αιτούντες άσκησαν αναίρεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1274/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε α) ότι το Εφετείο στα πλαίσια της δίκης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως είναι αρμόδιο να προβεί ενιαίως και στη διάγνωση, αναφορικώς με την ύπαρξη ή μη ωφέλειας του ιδιοκτήτη του παρόδιου ακινήτου και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής του στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 ν. 653/1977 και β) ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη μείωση της αξίας ή την κατά προορισμό αχρήστευση του εκτός απαλλοτριώσεως απομένοντος τμήματος ακόμη και αν η ζημία αυτή οφείλεται στην εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση. Στη συνέχεια, αναιρέθηκαν λόγω παράβασης του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 1 Κ.Πολ.Δ. η 2073/2002 εν μέρει οριστική απόφαση και η 2585/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης προς τα κεφάλαια αυτά. Επίσης, με την ίδια απόφαση παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο λόγος αναίρεσης που αφορούσε το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, καθώς και η υπόθεση ως προς τα αναιρούμενα κεφάλαια για να παραπεμφθούν από την Ολομέλεια στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Με την 8/2006 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας της σ'αυτό επιχείρησης και, συνεπώς, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το υπό στοιχ. γ παραπάνω αίτημα της με αριθμ. καταθ. 2083/22-5-2001 αίτησης. Ακολούθως, με την 8/2006 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς λόγος αναίρεσης και παραπέμφθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 580 πατρ.3 και 5 εδ.β Κ.Πολ.Δ. η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα αναιρούμενα με την προηγουμένη 1274/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου προαναφερόμενα κεφάλαια, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες με το με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2879/20-7-2006 δικόγραφο, που τιτλοφορούν "κλήση - αίτηση", έφεραν προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καθόρισε οριστικά την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, αφού δέχτηκε, αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της ως άνω αποζημίωσης τα εξής: "... Η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση ακινήτων λόγω της απότμησης και της κατασκευής του έργου της απαλλοτριώσεως, θα υπολογισθεί σε ποσοστό επί της καθορισθείσας τελεσιδίκως με την αριθμ. 2585/2003 απόφαση του παρόντος Εφετείου αποζημίωσης (δεν αναιρέθηκε το σχετικό κεφάλαιο αυτής) των δε επ' αυτών κτισμάτων με βάση την αξία αυτών κατά την 15-4-2002, που εν προκειμένω αποτελεί τον σκοπητέο χρόνο, καθόσον κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 ΚΑΑΑ, το Δικαστήριο με βάσει τον ίδιο χρόνο προσδιορίζει στην ίδια δίκη, αποζημίωση τόσο για το απαλλοτριωθέν ακίνητο όσο και για το απομένον τμήμα του προβαίνοντας δηλαδή με την ίδια απόφαση σε ενιαίο καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε και της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα που απέμεινε...". Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έθεσε ως βάση υπολογισμού για μεν τα εδαφικά τμήματα την τιμή μονάδας που ορίστηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα από την 2585/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για δε τη μείωση των συστατικών την 15-4-2002 που είναι ο χρόνος της συζητήσεως της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου. Δηλαδή τόσο για τα εδαφικά τμήματα όσο και για τα επικείμενα θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης αυτόν της συζητήσεως της αίτησης ενώπιον του Εφετείου τότε (15-4-2002), ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της συζητήσεως ενώπιόν του κατά την 10-12-2007, μετά την εν μέρει αναίρεση των 2073/2002 και 2585/2003 αποφάσεών του. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, παραλείποντας να τις εφαρμόσει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Συνακόλουθα, είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, κατ'εκτίμηση, η σχετική πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, γι'αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

ΙΙ.Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες και ιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με αριθμό Κτ.Πιν.... (α/α κτηματογράφησης ...) αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστη την αίτησή τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για όλα τα συστατικά του εδαφικού τμήματος που τους απέμεινε, των οποίων μειώθηκε εξαιτίας της απαλλοτριώσεως σημαντικά η αξία τους. Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την από 26-3-2001 αίτησή τους ζήτησαν να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις κτιριακές εγκαταστάσεις που υπάρχουν στο τμήμα που απέμεινε και, ειδικότερα, για κτιριακές εγκαταστάσεις εμβαδού 1302 τ.μ., στις οποίες βρίσκονται τα ψυγεία και τα γραφεία της επιχειρήσεώς τους και για 408 τ.μ., που καλύπτει η εφαπτόμενη και ανεξάρτητη αποθήκη. Πράγματι, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για την επιφάνεια της ψυκτικής εγκατάστασης εμβαδού 1200 τμ και για την επιφάνεια του μηχανοστασίου και του γραφείου εμβαδού 102 τμ, ήτοι συνολικά για 1302 τ.μ., παρέλειψε όμως να καθορίσει ιδιαίτερη αποζημίωση και για τα 408 τ.μ της εφαπτόμενης αποθήκης, παρότι δέχεται ότι η συνολική δομημένη επιφάνεια είναι 1710 τμ. 'Ετσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι'αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό, όχι δε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και ο νομικός ισχυρισμός ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ όσα προβάλλονται και φέρονται, ότι επιδρούν μειωτικά επί της αξίας ή όσα είναι περιστατικά από τα οποία συνάγεται η ως άνω αξία, δεν είναι "πράγμα" με την προεκτεθείσα έννοια και η λήψη ή η μη λήψη υπόψη αυτών δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 2133/2007).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, για τον προσδιορισμό κατά την 10-12-2007 της ανά τ.μ. αξίας του εδάφους των ακινήτων τους δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλαν ως προς τη θέση, την απόσταση από τη θάλασσα, την οικοπεδική αξία και την ασκούμενη στα ακίνητά τους επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με τις παρατιθέμενες γενικές και αόριστες παραδοχές του ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες μάλιστα αφενός μεν αφορούν πραγματικά περιστατικά, που δεν αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία, αφετέρου δε αντίκεινται στα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι καθόρισε την αξία των ανωτέρω ακινήτων, προσαυξάνοντας αυτή για το χρονικό διάστημα από 15-4-2002 έως 10-12-2007 σε ετήσιο ποσοστό που δεν ανταποκρίνεται στην ετήσια αύξηση της αξίας των ακινήτων, που σταθερά κατά την τελευταία 10ετία παρατηρείται στη χώρα. Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι αποδιδόμενες ως άνω πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά στοιχεία προσδιοριστικά της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και επιχειρήματα των διαδίκων, αλλά και συμπεράσματα του δικαστηρίου που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε εκτίθενται καθόσον αφορά την προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, για να είναι οι αιτιολογίες της επαρκείς. Κατά το μέρος δε που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ύστερα απ' αυτά πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ν' αναιρεθεί ως προς του αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα, κατά το μέρος που αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν και των επικειμένων σ' αυτά, για τον καθορισμό της οποίας θεώρησε το Εφετείο ως κρίσιμο χρόνο την 15-4-2002 και όχι, όπως έπρεπε, την 10-12-2007 που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιόν του. Επίσης, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει ν' αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και κατά το μέρος που δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για όλα τα κτίσματα του υπ' αριθ. Κτ. Πιν. ... (α/α κτηματογράφησης ...) ακινήτου και, συγκεκριμένα, για την ανεξάρτητη και εφαπτόμενη στο κεντρικό κτίριο αποθήκη εμβαδού 408 τ.μ. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 456/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ