Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.113/21 — Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.113/21 — Supreme Constitutional Court
Sintesi della sentenza (Oggetto del contendere & Esito)
Generato dall'IAΑΝΑΦΟΡΕΣ: Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή: Mιχαήλ Aνδρέας Nικολάου ν. Mιχαήλ Σκουτέλλα (2008) 1 ΑΑΔ 1125 Γουότς Ρόναλντ και Άλλοι ν. Γιάννη Λαούρη και Άλλων (2014) 1 ΑΑΔ 1401 Oικονομίδης Γεώργιος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Î...
Massima giurisprudenziale / Regesto
Generato dall'IATesto integrale della sentenza — Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.113/21
ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Mιχαήλ Aνδρέας Nικολάου ν. Mιχαήλ Σκουτέλλα (2008) 1 ΑΑΔ 1125
Γουότς Ρόναλντ και Άλλοι ν. Γιάννη Λαούρη και Άλλων (2014) 1 ΑΑΔ 1401
Oικονομίδης Γεώργιος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 47
Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλη ν. Τούλας Κούλουμου (2010) 3 ΑΑΔ 293
Γρουτίδης Χριστόδουλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2017) 3 ΑΑΔ 265
ΧΡΥΣΩ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 677/2009, 30 Δεκεμβρίου 2011
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Ν. 33/1964 - Ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος του 1964
ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.113/21)
10 Δεκεμβρίου, 2025.
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΙΝΗΣ,
Εφεσείων,
ν.
ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ,
Εφεσίβλητου.
-------------------------
Ο Εφεσείων εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Μ. Αντωνίου (κα) και Ε. Νικολάου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ, για Εφεσίβλητο
-------------------------
Δικαστήριο: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί
από τη Δικαστή Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου.
-------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Με την Προσφυγή του (Προσφυγή 1344/18) ο Εφεσείων/Αιτητής ζητούσε δήλωση ή απόφαση πως η συνεχιζόμενη παράλειψη και/ή άρνηση του Εφεσίβλητου/Καθ’ ου η Αίτηση «να προχωρήσει στην προκήρυξη και πλήρωση μόνιμης θέσης Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, από 8 Δεκεμβρίου 2009, μετά την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για άμεση προκήρυξη της θέσης Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, και/ή να ασκήσει την αρμοδιότητά του για προκήρυξη και πλήρωσης της μόνιμης θέσης Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, από 8 Δεκεμβρίου 2009, είναι άκυρη, παράνομη και συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή.»
Ο Εφεσείων εργοδοτείτο στον Εφεσίβλητο και από το 2011 κατείχε τη μόνιμη θέση μηχανικού. Η επίδικη θέση, δηλαδή του Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής, κενώθηκε το 2006 λόγω της αφυπηρέτησης του προσώπου που την κατείχε και έκτοτε παρέμεινε κενή με διορισμό αναπληρωτή διευθυντή στην εν λόγω θέση. Το 2013 με τη θέσπιση του περί Απαγόρευσης Πλήρωσης Κενών Θέσεων στο Δημόσιο και Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (Ειδικές Διατάξεις) Νόμο, Ν.21(Ι)/13 (στο εξής ο «Νόμος»), επιβλήθηκε απαγόρευση πλήρωσης θέσεων πρώτου διορισμού και προαγωγής. Συνεπώς, η επίδικη θέση ουδέποτε προκηρύχθηκε.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη των μερών, ασχολήθηκε πρώτα με αριθμό προδικαστικών ενστάσεων που είχε προβάλει ο Εφεσίβλητος.
Με επίκληση του Άρθρου 7 του ως άνω Νόμου, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η πλήρωση θέσεων στον Δημόσιο Τομέα απαγορεύεται. Εξαίρεση, υφίσταται μόνο με αιτιολογημένο αίτημα με πλήρη τεκμηρίωση της ανάγκης πλήρωσης κάποιας θέσης. Θεώρησε δε το Διοικητικό Δικαστήριο «αλυσιτελή» την εισήγηση του Εφεσείοντα πως, αφού ο Εφεσίβλητος είναι το 2009 που αποφάσισε προκήρυξη πλήρωσης της θέσης, οι πρόνοιες του ως άνω Νόμου, το 2013, δεν σχετίζονται με παράλειψη ή άρνηση.
Κατέληξε δε ως ακολούθως:
«Η εισήγηση του αιτητή είναι αλυσιτελής και εμπεριέχει σφάλμα λογικής. Δεδομένου ότι η προσφυγή ασκήθηκε το 2018 - δηλαδή ενόσω σε εφαρμογή βρίσκονται οι διατάξεις του Νόμου - ο καθ' ου η αίτηση δεσμεύεται και υποχρεούται να εφαρμόζει το σε ισχύ νομικό καθεστώς ανεξάρτητα του αν προηγουμένως ίσχυε κάτι διαφορετικό.
Σύμφωνα με τη νομολογία, για να είναι δυνατή η προσβολή παράλειψης μέσω προσφυγής στο Δικαστήριο ή/και άρνησης που προκύπτει από την παράλειψη θα πρέπει να υφίσταται κάποια οφειλόμενη ενέργεια από πλευράς της διοίκησης. Στην υπό κρίση περίπτωση η μόνη οφειλόμενη ενέργεια που προκύπτει είναι αυτή της μη πλήρωσης θέσεων.
Συνεπώς, η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης μη δυνάμενης να προσβληθεί με προσφυγή και ως τέτοια απορρίπτεται ως απαράδεκτη.»
Με την Έφεση του, ο Εφεσείων εισάγει πολλαπλά και εκτενή θέματα τα οποία, εν πολλοίς, πλήττουν το πιο πάνω εύρημα-συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και θίγουν μεταγενέστερες εξελίξεις και άλλες δικαστικές διαδικασίες και αποφάσεις που εξεδόθησαν σε αναφορά με έτερους διαδίκους (όπως την Κωνσταντινίδου ν. Ρ.Ι.Κ., Υπόθ.677/09, 30.12.11 με την οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι υπήρξε υποχρέωση επαναπροκήρυξης της επίδικης θέσης κ.ά.) και με τον ίδιο τον Εφεσείοντα, στην Χίνης ν. Ρ.Ι.Κ., Ε.Δ.Δ.108/18, 4.6.24 (απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία). Η εισήγησή του, όπως μπορέσαμε να αντιληφθούμε, είναι ότι η απόφαση στην Ε.Δ.Δ.108/18 είναι λανθασμένη.
Να σημειώσουμε πως ο Εφεσείων ενώπιον μας εμφανίστηκε άνευ συνηγόρου και το σχετικό περίγραμμα συνετάχθηκε από τον ίδιο προσωπικά, ενισχύθηκε δε με αγόρευση του στην οποία έθεσε τα ίδια θέματα κάτω από άλλο νομικό πλαίσιο. Θα πρέπει να αναφέρουμε από τώρα πως δεν είναι δυνατό χωρίς την επίκληση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που η νομολογία μας θέτει, να εξετάσουμε ουσιαστικά θέμα απόκλισης από προηγούμενη απόφαση. (Βλ. 1.Ρόναλντ Γούοτς κ.ά ν. 1.Γιάννη Λαούρη κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ.1401 και Χευς v. Φιλιππίδης, Έφεση αρ.41/15, 18.2.20).
Η Ε.Δ.Δ.108/18 αφορούσε προγενέστερη προσφυγή του Εφεσείοντα (Προσφυγή 789/15) για αναπληρωματικό διορισμό που έγινε για την εν λόγω θέση στις 3.4.15 «μέχρι την πλήρωση της θέσης Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής».
Με την ως άνω Έφεση το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τους ίδιους ή παραπλήσιους ισχυρισμούς μ’ αυτούς που τίθενται εν προκειμένω. Γι’ αυτό η πλευρά του Εφεσίβλητου προβάλλει θέμα δεδικασμένου, ενώ ο Εφεσείων, σφοδρά αντιτίθεται σ’ αυτή τη θέση, προβάλλοντας σωρεία ισχυρισμών, επί γεγονότων, εισηγήσεων και προσεγγίσεων που δεν είχαν τεθεί καν πρωτοδίκως και δεν άπτονται ζητημάτων δημόσιας τάξεως.
Δεν χρειάζεται βεβαίως να πούμε το αυτονόητο: ότι δεν δυνάμεθα να ασχοληθούμε με τέτοιους ισχυρισμούς. (Βλ. Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.47 και Γρουτίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (2017) 3 Α.Α.Δ. 265).
Είναι όμως υποχρέωση μας να εξετάσουμε κατά πόσο τίθεται θέμα δεδικασμένου, από το γεγονός ότι το Δικαστήριο είχε να ασχοληθεί με ίδια ή παραπλήσια θέματα μ’ αυτά που αφορούν την υπό κρίσιν Έφεση.
Αδιαμφισβήτητα προκύπτει πως όντως το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τον ίδιο ως άνω Νόμο, την υποχρέωση ή μη πλήρωση της θέσης, καθώς και τη δυνατότητα αναπληρωματικού διορισμού για θέση που δεν προκηρύχθηκε και άλλα τινά.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ως ακολούθως:
«Το πρώτο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, είναι ότι βρισκόταν σε ισχύ ο νόμος περί παγοποίησης των θέσεων για λόγους οικονομικής κρίσης, που δεν επέτρεπε τη μόνιμη πλήρωση θέσεων, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εάν η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων ήθελε εγκρίνει τέτοιο αίτημα, το οποίο αρχικά θα υποβαλλόταν από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου στον Υπουργό Οικονομικών, μετά θα προωθείτο στο Υπουργικό Συμβούλιο και το τελευταίο θα λάμβανε απόφαση για προώθησή του σε αυτήν, προς λήψη απόφασης αποπαγοποίησής της (βλ. άρθρο 2 του Ν.21(Ι)/2013). Επομένως δεν ήταν η περίπτωση εκείνη όπου το διορίζον όργανο είχε δέσμια αρμοδιότητα να πληρώσει κενή θέση εάν προέκυπταν ανάγκες κατ' εφαρμογή του νομού που διήπε τους διορισμούς σε κενές θέσεις στο Ραδιοφωνικό ίδρυμα Κύπρου, (όπως ίσχυε στην περίπτωση της απόφασης Mylonas), απευθυνόμενο με προκήρυξή της στο ευρύ κοινό.
Έχουμε κατανοήσει τους ισχυρισμούς του αιτητή, ο οποίος προβάλλει το έννομο συμφέρον υπό την ιδιότητά του ως εργαζόμενος στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου στην κατώτερη θέση της επίδικης και κατέχοντας, πάντα κατά τους δικούς του ισχυρισμούς, όλα τα προσόντα (και πολύ περισσότερα, όπως τόνισε), για διεκδίκηση της θέσης Διευθυντή Τμήματος Στήριξης Παραγωγής με μόνιμο δικό του διορισμό.
Θεωρεί ο εφεσείων, πως αναπληρωτικός διορισμός του ενδιαφερόμενου μέρους μέχρι τη μόνιμη πλήρωση της θέσης, αποτελούσε το κυρίαρχο και μοναδικό εμπόδιο για τη κατάληψη από τον ίδιο της θέσης με μόνιμο διορισμό. Αυτό όμως που εντοπίζουμε,(και το οποίο φαίνεται να παραβλέπει ο εφεσείων), είναι ότι πρώτον απουσίαζε κατά τον ουσιώδη χρόνο η όποια διαδικασία πλήρωσης θέσης μόνιμου διορισμού, (για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί), η παράλληλη έναρξη της οποίας δεν αποκλείεται - υπό κανονικές συνθήκες - εκ του γεγονότος ότι για ένα διάστημα διορίζεται πρόσωπο ως αναπληρωτής για άσκηση των καθηκόντων της θέσης μέχρι τη μόνιμη πλήρωση της. Κατά δεύτερον όμως, και ειδικότερα, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, στην υπόθεση ενώπιον μας βρισκόταν σε ισχύ νόμος που δεν επέτρεπε μόνιμους διορισμούς, παρά μόνο κατ' εξαίρεση και οι εφεσίβλητοι δεν είχαν προσφύγει στις διατάξεις εκείνες που τους επέτρεπαν να ζητήσουν εξαίρεση από την απαγόρευση σε περίπτωση έγκρισης.
Ο εφεσείων, επομένως, σφάλλει στη σκέψη του, όταν θεωρεί πως ήταν η πλήρωση της θέσης με αναπλήρωση που αποτέλεσε το «εμπόδιο» για τη μόνιμη πλήρωση της θέσης. Αυτό που αποτέλεσε το εμπόδιο σε αυτή την περίπτωση, ήταν το γεγονός της απουσίας λήψης απόφασης για προώθηση της διαδικασίας εξαίρεσης της θέσης αυτής από την απαγόρευση πλήρωσης της με μόνιμο διορισμό. Η απουσία όμως τέτοιας απόφασης, ακόμα και αν η παράλειψη λήψης της προσβαλλόταν με ξεχωριστή αιτούμενη θεραπεία στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, κάτι που απουσιάζει, αποτελεί «παράλειψη» η οποία δεν ελέγχεται από το διοικητικό δικαστήριο, καθότι η προώθηση σχετικού αιτήματος για αποπαγοποίηση της θέσης, δεν αποτελούσε απόφαση δέσμιας αρμοδιότητας, ώστε η παράλειψη άσκησης της να αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, η οποία με τέτοια χαρακτηριστικά να μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή (βλ. Νικόλας Χατζηνικόλα και Άλλος ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 84/18, ημερομηνίας 7/2/2024).
Εναπόκειτο στο διοικητικό όργανο - εν προκειμένω στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου - να αποφασίσει κατά πόσο κατ' εξαίρεση υφίστατο ανάγκη όπως η θέση προκηρυσσόταν για πλήρωσή της με μόνιμο διορισμό, αίτημα το οποίο αν εγκρινόταν θα συνεπαγόταν οικονομικό κόστος, πολύ μεγαλύτερο από τα όποια τυχόν επιδόματα δόθηκαν (και αν τελικά δόθηκαν) στο ενδιαφερόμενο μέρος, λόγω της άσκησης των καθηκόντων της ανώτερης θέσης, δυνάμει του αναπληρωτικού διορισμού.
Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό ότι τόσο κατά την καταχώριση της προσφυγής, όσο και κατά την εκδίκαση της, όπως επίσης και κατά το στάδιο έκδοσης της δικαστικής απόφασης πρωτοδίκως, ο αιτητής στερείτο του έννομου συμφέροντος προσβολής του διορισμού του ενδιαφερόμενου μέρους ως αναπληρωτού Διευθύντριας Στήριξης Παραγωγής, αφού διευκρινίζει πως κύριο ζητούμενο για τον ίδιο ήταν η προκήρυξη της θέσης και η πλήρωσή της μόνιμα, ώστε να την καταλάβει ο ίδιος σε διαδικασία σχετικού διαγωνισμού.
Η λήψη απόφασης για αναπληρωματικό διορισμό για ένα χρονικό διάστημα - εδώ «μέχρι τη μόνιμη πλήρωση της θέσης» - , δεν καθιστούσε τον εν λόγω διορισμό χωρίς χρονικό ορίζοντα, ούτε αποτελεί λόγο για τον οποίο μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση του εφεσείοντος, ότι στόχος του διοικητικού οργάνου ήταν η επ' αόριστον κατάληψη της θέσης με αναπλήρωση και όχι με μόνιμο διορισμό. Αυτό ειδικότερα επειδή ο νομοθέτης, λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν, έθεσε σε ισχύ τον περί απαγόρευσης πλήρωσης θέσεων στον δημόσιο τομέα νομό, που δεν επέτρεπε αποκλίσεις εκ μέρους των αρμοδίων δημοσίων οργανισμών για διορισμούς και προαγωγές, παρά μόνο βάσει ειδικής διαδικασίας στην οποία τον αποφασιστικό λόγο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε σε τελικό στάδιο η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Ανεξάρτητα επομένως από την αιτιολογία που δόθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, σε σχέση με την έλλειψη του εννόμου συμφέροντος του εφεσείοντος, όπως το επίδικο θέμα αναπτύχθηκε ενώπιον του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το ζήτημα του έννομου συμφέροντος εξεταζόμενο και με την σκοπιά που περιγράφηκε από τον εφεσείοντα στην έφεσή του και στο περίγραμμα αγόρευσής του, μας οδηγεί στην απόφαση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του για προσβολή της επίδικης στην προσφυγή διοικητικής απόφασης, καθώς επίσης και στην επικύρωση του απορριπτικού αποτελέσματος της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης.»
Αναπόδραστα προκύπτει δημιουργία δεδικασμένου ως ανωτέρω αφού υπάρχει ταύτιση διαδίκων, ίδια επίδικα θέματα και τελεσίδικη απόφαση. Ως εκ της απόφασης αυτής στην Ε.Δ.Δ.108/18 υφίσταται νομικό και πραγματικό δεδομένο με αποτέλεσμα τη δέσμευση εξ αυτής (βλ. Δημοκρατία ν. Κούλουμου κ.ά. (2010) 3 Α.Α.Δ.293 και Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ.1125).
Ως εκ του κωλύματος του δεδικασμένου ο Εφεσείων κωλύεται να προωθεί την παρούσα Έφεση, η οποία πρέπει να απορριφθεί.
Ακόμα όμως και αν δεν υφίστατο η απόφαση στην Ε.Δ.Δ.108/18, το αποτέλεσμα για την υπό κρίση Έφεση θα ήταν το ίδιο. Και εξηγούμε:
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η κρινόμενη υπόθεση αφορά την παράλειψη και/ή άρνηση του Εφεσίβλητου να προχωρήσει στην προκήρυξη και πλήρωση μόνιμης θέσης Διευθυντή Στήριξης Παραγωγής.
Τον ουσιώδη χρόνο υφίστατο ο σχετικός Νόμος που απαγόρευε κάτι τέτοιο (εκτός ισχυρών εξαιρέσεων, ως πιο πάνω). Συνεπώς, ο Εφεσίβλητος δεν ηδύνατο να το πράξει και σίγουρα δεν είχε θεσμοθετημένη υποχρέωση να ζητήσει εξαίρεση από την απαγόρευση.
Τα πιο πάνω ήσαν αρκετά για να κριθεί απορριπτέα η Προσφυγή, ως ορθά εξηγήθηκε και πρωτοδίκως.
Συνεπακόλουθα όσων εξηγήσαμε, η Έφεση απορρίπτεται με €4.000- έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Εφεσίβλητου.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/Σ.Θ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο