Legislator Giurisprudenza & Legislazione
993/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite specific factual premises violating Article 559 of Civil Procedure Code.

Numero d'incarto 993/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment regarding a co-ownership dispute over a property in Levadia. The appellants argued the lower court erred by accepting a claim from a third party without proof and by considering arguments not raised by the parties. The court rejected these claims as inadmissible because the cited provisions address independent factual assertions by the litigants, not third-party claims, and the appeal lacked specific references to the factual premises of the contested judgment.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 8, 10, 1, and 19 of Article 559 of the Civil Procedure Code; The appeal is inadmissible when it challenges a judgment based on factual assertions made by a third party rather than the litigants, or when it fails to specify the factual premises of the contested judgment.

Parole chiave

Generato dall'IA
admissibility of appeal Article 559 Civil Procedure Code factual premises of judgment third party claims independent factual assertions co-ownership dispute procedural inadmissibility

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 paragraph 2 of the Civil Procedure Code

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 993 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Ν. Κ., το γένος Ε. Κ., 2) Χ. Κ. του Ν. και Α., 3) Ε. Κ. του Ν. και Α., 4) Μ. Κ. του Ν. και Α., 5) Λ. Κ. του Χ., 6) Γ. Κ. του Χ., 7) Γ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Οικονόμου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Κ., κατοίκου Λευκάδος, 2) Σ., χήρας Ν. Γ., το γένος Κ. Α., κατοίκου Λευκάδος, 3) Π., συζύγου Α. Λ., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., 4) Μ., συζύγου Φ. Σ., το γένος Κ. Α., κατοίκου Λευκάδος, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Σκλαβενίτη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-07-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 105/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των εναγομένων, μεταξύ των οποίων εναγομένων ήταν και ο Ν. Κ., μετά το θάνατο του οποίου στις 09-10-2019, άσκησαν την ένδικη αίτηση, μετά των υπολοίπων πέμπτου, έκτου και έβδομου των αναιρεσειόντων, οι τέσσερις πρώτοι εξ αυτών ως κληρονόμοι του, την από 02-08-2012 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός ακινήτου εμβαδού 22.816,37 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιφέρειας ...

Δήμου Λευκάδας, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν πρωτοτύπως και παραγώγως και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το ακίνητο αυτό. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας με την 53/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 17-12-2017 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 105/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και το Δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τη νομική ή μη βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ότι δήθεν ιστορείται σε αυτήν ότι αρχικά νομέας του επιδίκου ακινήτου ήταν ο Φ. Λ., ενώ δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην αγωγή, αλλά σαφέστατα αντίθετος και συγκεκριμένα ότι αρχικός νομέας ήταν ο Γ.

Λ. μέχρι το θάνατό του, ο οποίος διαφορετικός ισχυρισμός προβλήθηκε ουσιαστικά το πρώτον με το εφετήριο. Ότι με το να δεχθεί τα ανωτέρω το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια της μη κήρυξης ακυρότητας και απαραδέκτου όσον αφορά την ανωτέρω όψιμη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ότι με την ίδια παραδοχή υπέπεσε και στην από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν προτάθηκαν, άλλως, που προτάθηκαν απαραδέκτως το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη.

Ότι, επίσης, το Εφετείο υπέπεσε με τις ίδιες παραδοχές και στις από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου ως άνω άρθρου πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 983 ΑΚ και όσον αφορά ειδικότερα τη δήθεν εκ μέρους του Φ. κτήση της νομής επί του επιδίκου και την εξ αυτού κρίση περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής υπό το πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ενώ δεν εκτίθεται στην αγωγή με ποιόν νόμιμο τρόπο κατέστη δήθεν αρχικός νομέας το Φ., καθόσον δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ως περιεχόμενο της αγωγής έκθεση πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία περιήλθε η νομή του ακινήτου στον τελευταίο κατά την ΑΚ 983 ή την ΑΚ 976 ή και κατά την ΑΚ 974 και ότι παρά ταύτα, χωρίς δηλαδή έκθεση πραγματικών περιστατικών και ως δήθεν περιεχομένων στο δικόγραφο της αγωγής, απόλυτα αναγκαίων για την υπαγωγή τους σε κάποια από τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και για επέλευση των αντίστοιχων εννόμων συνεπειών, δέχθηκε το Εφετείο νομική βασιμότητα της αγωγής με μόνη τη φράση "το ακίνητο αυτό αρχικά κατείχε και νέμονταν ο Φ.", παραβιάζοντας έτσι ευθέως και εκ πλαγίου της πιο πάνω διατάξεις.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς όλα τα επί μέρους σκέλη του. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός και όπως εκτιμάται το περιεχόμενό του, αναφέρεται στο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο το Εφετείο, πριν εισέλθει στην κατ' ουσίαν έρευνα των λόγων της έφεσης, παραθέτει συνοπτικά το περιεχόμενο της αγωγής, το αίτημά της, το αποτέλεσμα της δίκης στον πρώτο βαθμό και τέλος, τους εν γένει λόγους της έφεσης και στο αίτημά της.

Στο μέρος δε αυτό της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με το νόμω βάσιμο της αγωγής σε σχέση με το συνοπτικά αναφερόμενο περιεχόμενό της. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστούν παραδοχές του Εφετείου, που περιλαμβάνονται στο δικανικό συλλογισμό της απόφασής του, η εν περιλήψει αναφορά της απόφασης στο περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε πρωτοδίκως, ώστε να θεμελιώνονται οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 14, 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ή άλλοι λόγοι που περιλαμβάνονται στο ίδιο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου αυτογνωμόνως, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 515/2023, ΑΠ 121/2022, ΑΠ 238/2021).

H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση. Μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1555/2021, ΑΠ 793/2021, ΑΠ 416/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1240/2021, ΑΠ 272/2020).

Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 9/2016).

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (Ολ ΑΠ 24/1992).

Εξάλλου, οι από τις ανωτέρω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αυτοί αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 24/2022, 536/2022, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 1055/2018).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι επίδικο ακίνητο αποτελεί ένα αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με τα εντός αυτού ελαιόδεντρα και συνεχόμενη αγρονομή, εμβαδού 22.816,37 τ.μ., που βρίσκεται στην αγροτική περιφέρεια ...

του Δήμου Λευκάδας, στην τοποθεσία "...". Ότι το ακίνητο αυτό, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου εμβαδού 50 περίπου στρεμμάτων, ανήκε στον Γ. Λ. του Φ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1911 και ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε τέσσερα τέκνα, το Φ. Λ., Κ. Λ., Ε. συζ. Γ. Κ. και Δ. συζ. Α. Κ.. Ότι η νομή του επιδίκου ακινήτου περιήλθε, μετά το θάνατο του Φ.

Λ. στις 10-9-1947, στη θυγατέρα του και μητέρα των αναιρεσιβλήτων Ρ., και τούτο, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι με την από 26-2-1946 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε 61 έτη μετά το θάνατό του, ο Φ. Λ. κατέλειπε το επίδικο στην εν λόγω θυγατέρα του, ότι η τελευταία νεμήθηκε το επίδικο για τουλάχιστον μία εικοσαετία πριν από το θάνατό της το έτος 1997, ασκώντας σε αυτό τις αναφερόμενες ειδικότερα πράξεις νομής ως αποκλειστική κυρία αυτού και ότι τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι ίδιοι (οι αναιρεσίβλητοι) και ο πατέρας τους μετά το θάνατό της, τις οποίες συνέχισαν και μετά το θάνατο του πατέρα τους το έτος 2000, μέχρι το Νοέμβριο του 2010, οπότε οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν αυθαίρετα το επίδικο ακίνητο και τους απέβαλαν από αυτό, με αποτέλεσμα αυτοί (αναιρεσίβλητοι) να καταστούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομή τους και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας αυτούς (συγ)κύριους σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί του επιδίκου ακινήτου και υποχρεώνοντας τους εναγομένους να τους το αποδώσουν.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του ότι, ενώ η απόφαση δέχεται ότι αρχικός νομέας του επιδίκου ήταν ο Γ. Λ. και ότι μετά το θάνατό του άφησε τέσσερα τέκνα, από τα οποία μόνο τα δύο άρρενα, ήτοι ο Φ. και ο Κ.ς, κληρονόμησαν τη νομή του επιδίκου και άρα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καθώς οι δύο θυγατέρες του προικίστηκαν και αποχώρησαν της λοιπής περιουσίας του, δέχεται στη συνέχεια ότι ο Φ.

Λ. ήταν σε ποσοστό 100% νομέας του επιδίκου, χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία αυτός κατέστη αποκλειστικός νομέας του επιδίκου και ειδικότερα αν γνωστοποίησε στον Κ. Λ. ή τους διαδόχους του και μάλιστα με ποιόν τρόπο και πότε, ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, αντιποιούμενος έτσι τη (συν)νομή των τελευταίων.

Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 976, 982, 983, 1045, 1051, 1710, 1884, 1886, 785, 793 κα ι 994 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται για την πληρότητα του λόγου αυτού, αφού μόνο με βάση τις παραδοχές αυτές μπορεί να κριθεί αν οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 887/2019, 768/2018, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 825/2020).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ίδιο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 531/2018). Και, τούτο, διότι, και αν ακόμα είχε αποτελέσει παραδοχή του Εφετείου ότι (συν)νομείς του επιδίκου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ήταν ο Φ.

και Κ., το όποιο δικαίωμα αυτών ή άλλων κληρονόμων του Γ. Λ., αποσβέστηκε στη συνέχεια με την έκτακτη χρησικτησία των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου (άρθρ. 1045 ΑΚ), την οποία δέχθηκε ως αποδειχθείσα η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα. Ως απαράδεκτος, επίσης, λόγω της αοριστίας τους για τον ίδιο ως άνω λόγο, αλλά και ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος και μάλιστα για τον ίδιο ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθές ότι ο Φ.

Λ. ήταν πριν το θάνατό του νομέας του επιδίκου κατά 100%, ενώ, όπως ισχυρίζονται, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, όχι μόνο δεν υπήρξε καμία απολύτως απόδειξη, αλλά ότι, αντίθετα, υπήρξαν ακλόνητες αποδείξεις ακριβώς περί του αντιθέτου, όπως, πέραν των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των κοινών της πάσι, τα πλήρους αποδεικτικής δύναμης δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα η από του έτους 1951 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος και οι δια του εγγράφου αυτού δικαστικές ομολογίες, καθώς και το ανακλητικό του πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών εγγράφου, με αποτέλεσμα να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ως απαράδεκτος, επίσης, λόγω της αοριστίας τους για τον ίδιο ως άνω λόγο, αλλά και ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος και μάλιστα για τον ίδιο επίσης ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε μεν υπόψη το δικόγραφο της διεκδικητικής από το έτος 1951 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, το οποίο με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης κατάθεσης από τον αρμόδιο γραμματέα κατέστη δημόσιο έγγραφο πλήρους αποδεικτικής δύναμης και σε κάθε περίπτωση έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, στο οποίο περιλαμβάνονται και ομολογίες της Ρ.ς Λαχανά-Αρματά, α) ότι ο πάππος της Γ.

Λ., που είχε τη νομή του επιδίκου ακινήτου, κληρονομήθηκε από τα τέσσερα παιδιά του, β) ότι ο Φ. δεν υπήρξε αποκλειστικός νομέας του επιδίκου κατά ποσοστό 100%, αλλά στην καλύτερη περίπτωση κατά ποσοστό νομής 50% εξ αδιαιρέτου, του άλλου ποσοστού 50% φερομένου ως ανήκοντος στον αδελφό του Κ. και γ) ότι η ίδια δεν ήταν εκ διαθήκης, αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της Φ.

και μάλιστα όχι μοναδική, αλλά συγκληρονόμος μαζί με τη μητέρα της Α. και την αδελφή της Ε. και ότι συνεπώς η ίδια δεν είχε αποκτήσει ποσοστό νομής του επιδίκου μεγαλύτερο του 18,75%, πλην όμως το Εφετείο, παρόλα αυτά παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής, καθώς δέχθηκε μέρος μόνο του περιεχομένου της και επί πλέον δεν έλαβε υπόψη το μετ' επικλήσεως προσαχθέν δημόσιο έγγραφο, ήτοι την ως άνω αγωγή και τις δικαστικές δια του εγγράφου αυτού ομολογίες ότι ο Φ.

Λ. δεν είχε τη νομή σε ποσοστό 100% επί του επιδίκου ακινήτου. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου, είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Σ. Σ., που προσκόμισαν με επίκληση ενώπιόν του, όπου με απόλυτα επιστημονικό τρόπο, αιτιολογημένα και με παραπομπή σε φωτογραφίες και εντελώς επιστημονικά εκφέρει τα επιστημονικά του συμπεράσματα, τα οποία ασκούσαν καταλυτική επίδραση στο ουσιώδες ζήτημα της νομής και κατοχής του επιδίκου από το 1911 εκ μέρους της δικαιοπαρόχου τους Ε.

Λ. και των διαδόχων της μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται για το ορισμένου του αναιρετικού αυτού λόγου το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, αφενός μεν δεν επικαλούνται με τις προτάσεις τους ότι προσκομίζουν το πιο πάνω έγγραφο, αφετέρου δε, δεν προσκομίζουν το έγγραφο αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό του, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος "Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους της του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους".

Τέλος, με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το νόμο 2462/1997, ορίζεται ότι "Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των Δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα".

Με τις διατάξεις των ανωτέρω Διεθνών Συμβάσεων, κατά το μέρος τους με το οποίο ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορούν οι Συμβάσεις, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, όταν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις των παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεων, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ ΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Πρέπει, δηλαδή, για τη στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και ειδικότερα την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και οι οποίοι επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 1399/2011).

Επίσης, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που είναι λόγος ουσιαστικός, συμπληρωματικός του λόγου από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου, ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε εκ πλαγίου κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 1324/2010, ΑΠ 115/2011).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνονται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του εξεταζόμενου λόγου, ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων εφάρμοσε την καταργημένη διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 401 αρ. 2 ιδίου Κώδικα.

Ότι συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ήταν και σύζυγος της τέταρτης ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του πρώην δημάρχου του Δήμου και όχι την κατάθεση του δικού τους μάρτυρα, που ήταν τέταρτου βαθμού εξ αγχιστείας συγγενής τους, όπως δεν δέχθηκε τις καταθέσεις των μαρτύρων στις προσκομισθείσες από αυτούς ένορκες βεβαιώσεις, που ήταν επίσης μακρύτεροι συγγενείς τους, κρίνοντας ότι υπάρχει προσδοκία απροσδιόριστου οικονομικού συμφέροντος, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο πόρισμα σε βάρος τους, παραβιάζοντας ταυτόχρονα ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, περί της αρχής της αναλογικότητας και της ισονομίας των διαδίκων μερών, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν όλοι οι όροι της εφαρμογής τους, ενώ παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, καθώς στέρησε την απόφασή του από κάθε αιτιολογία και εξήγηση για την άνιση δικονομική μεταχείριση μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την έκβαση της δίκης, η οποία κατέληξε σε βάρος τους, καθώς με την άνιση αυτή μεταχείριση τους στέρησε ως αποδεικτικό μέσο όλες τις μαρτυρικές αποδείξεις, οι οποίες, αν λαμβάνονταν υπόψη, θα απέτρεπαν την επιδίκαση του ακινήτου τους στους αναιρεσίβλητους.

Ο λόγος αυτός και όσον αφορά ειδικότερα την επικαλούμενη παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να δεχθεί τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων και αντίθετα, να δεχθεί τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, δεν συνιστά παραλλήλως παραβίαση του ουσιαστικού δικαιώματος αυτών (των αναιρεσειόντων) που απορρέει από την αρχή της αναλογικότητας και της ισονομίας των διαδίκων μερών και του σεβασμού της περιουσίας τους, κατά την έννοια των προαναφερθέντων διατάξεων του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά η επικαλούμενη πλημμέλεια ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΑΠ 147/2019), με αποτέλεσμα κατά το μέρος του αυτό ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος να είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται για την πληρότητα του λόγου αυτού, αφού μόνο με βάση τις παραδοχές αυτές μπορεί να κριθεί αν οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 887/2019, 768/2018, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 825/2020).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και, συνεπώς, δε στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνεται και αυτός του άρθρου 401 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει τους μάρτυρες οι οποίοι έχουν δικαίωμα να αρνηθούν τη μαρτυρία τους.

Σε κάθε, τέλος, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. (ΑΠ 48/2022, ΑΠ 314/2021, ΑΠ 596/2019).

Επίσης, αποτελούν ?πράγματα? αυτοτελείς δικονομικοί ισχυρισμοί, η ευδοκίμηση των οποίων επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, όπως τέτοιος δικονομικός ισχυρισμός είναι και η ένσταση εξαίρεσης μάρτυρα, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, πριν από την όρκιση του κατ' άρθρο 403 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Μετά δε την περάτωση της εξέτασης του μάρτυρα, η ένσταση εξαίρεσής του μπορεί να προταθεί μόνο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση, σε περίπτωση δε που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση, δημιουργείται ο από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Αν αντίθετα λάβει υπόψη τέτοια ένσταση αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή την πρότασή της από διάδικο, δημιουργείται από τον αριθμό 8 περ. α' του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 992/2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, που δεν προβλέπεται, πράγματα που δεν προτάθηκαν κατά το άρθρο 403 παρ. 2 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη λόγο μη εξέτασης μάρτυρα με επίκληση σχέσης ακόμα και πέραν των ορίων της σχετικής διάταξης και τα οποία πράγματα άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού κατόπιν αυτού θεωρήθηκε ότι δεν προσκόμισαν οι ίδιοι καμία παραδεκτή μαρτυρική απόδειξη υπέρ της έλλειψης νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, καθώς, όπως ισχυρίζονται, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της μαρτυρικής κατάθεσης και των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε ποιους μάρτυρες αναφέρεται, για τους οποίους κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να εξαιρεθούν της εξέτασης, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε και συνεκτίμησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και δεν δέχθηκε ότι κάποιοι από αυτούς και ειδικότερα οι μάρτυρες των αναιρεσειόντων πρέπει να εξαιρεθούν της εξέτασής τους λόγω συγγενικής σχέσης.

Όσον αφορά δε τον εξεταζόμενο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τη κατηγορηματική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθ. 3520/24-12-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.

Κ. του Δ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ε. Φ., που με επίκληση προσκομίζουν οι ενάγοντες..., την υπ' αριθμ. 30395/5-2-2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Π. χήρας Κ. Κ. ενώπιον της συμβ/φου Πειραιώς Θ. Μ. και των υπ' αριθμ. 14980/5-2-2014, 14981/5-2-2014 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Ε. Π. του Γ. και Α. Κ. του Χ. ενώπιον του συμβ/φου Λευκάδας Σ.

Α., που με επίκληση προσκομίζουν οι εναγόμενοι...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ως σχετικό 15 προσκομισθέν από τους αναιρεσίβλητους πιστοποιητικό περί εγγυτέρων συγγενών του Γ. Λ., παρά την ανάκλησή του ως αναληθούς περιεχομένου με το προσκομισθέν με επίκληση από αυτούς (αναιρεσείοντες) στη δευτεροβάθμια δίκη με το υπ' αριθμόν σχετικού 29 υπ' αριθμ. 3098/2010 έγγραφο του Δήμου Ελλομένου και παρά την προσβολή εκ μέρους τους ενστάσεως κατά το άρθρο 455 ΚΠολΔ περί πλαστότητας του περιεχομένου του άνω πιστοποιητικού.

Ότι, επίσης, με τα έγγραφα αυτά αποδεικνυόταν αβάσιμος ο κύριος για την υπόθεση αγωγικός ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, περί κτήσης νομής επί του επιδίκου εκ μέρους του Φ. Λ. υπό την αποκλειστική ιδιότητα του δήθεν μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα του και περί μετά ταύτα συνεχών κληρονομικών διαδοχών, ισχυρισμό, όμως, που εντέλει δέχθηκε το Εφετείο με την παραδοχή ότι ο Φ.

διέθεσε με διαθήκη του ακριβώς το ακίνητο που ενέμετο ο πατέρας του Γ. Λ., με αποτέλεσμα να καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του άνω ανακλητικό έγγραφο. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, 1) από τον αριθμό 11, καθώς έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως το πιστοποιητικό που έχει ανακληθεί και θεωρείται ως ανύπαρκτο δημόσιο έγγραφο και ταυτόχρονα δεν έλαβε υπόψη άλλες αποδείξεις, όπως το ανακλητικό έγγραφο, 2) από τον αριθμό 8, καθώς δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν καταλυτική επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως η ένστασή τους περί πλαστότητας του περιεχομένου του ανωτέρω πιστοποιητικού, αφού με παραδοχή αυτής κατέρρεε η μοναδική βάση της αγωγής, κατά την οποία, ο Φ.

Λ., αναγκαίος δικαιοπάροχος και για την κτήση της νομής εκ μέρους της θυγατέρας του Ρ.ς, που δήθεν κατέστη στη συνέχεια κυρία δια χρησικτησίας, υπήρξε δήθεν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Γ. Λ., 3) από τον αριθμό 9, καθώς άφησε αίτηση αδίκαστη, όπως την ένστασή τους για πλαστότητα του εγγράφου, που παραδοχή της έχει ως συνέπεια την έλλειψη ιδιότητας του Φ.

Λ. ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα του και 4) από τον αριθμό 10, καθώς δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως είναι το ότι δήθεν ο Γ. Λ. υπήρξε δικαιοπάροχος του Φ. στη νομή του επιδίκου και μάλιστα κατά πλήρες ποσοστό νομής. Ο λόγος αυτός, ως προς τις ακόλουθες επί μέρους αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, με την επισήμανση ότι η αοριστία αυτή του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε έγγραφα (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 901/2010).

Ειδικότερα, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 11, α) δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο συγκεκριμένα είναι το έγγραφο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσίβλητοι και ποιο το περιεχόμενό του και β) ποιο το περιεχόμενο του ανακλητικού, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, 3098/2010 εγγράφου (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1264/2017), ενώ σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός σε σχέση με τη συγκεκριμένη από τον αριθμό 11 αιτίαση, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες ούτε επικαλούνται με τις προτάσεις, αλλά ούτε και προσκομίζουν τα ανωτέρω έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί το περιεχόμενό τους και η τυχόν μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το Εφετείο (ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1320/2021).

Ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 8, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός περί πλαστότητας του εγγράφου, όπως προτάθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 739/2011), όπως επίσης απαιτείται και για την αιτίαση από τον αριθμό 9 (ΑΠ 873/2019), ενώ επί πλέον δεν εκτίθεται στην αίτηση, ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της ένστασης πλαστότητας που πρότειναν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο και σε τι ειδικότερα συνίσταται η πλαστότητα του εγγράφου.

Δεν εκτίθεται, επίσης, στην αίτηση αναίρεσης ο λόγος για τον οποίο η ένσταση αυτή θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 387/2019), η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Σε κάθε δε περίπτωση, οι ανωτέρω από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επί μέρους αιτιάσεις, παρίστανται και ως αλυσιτελείς, όπως παρίσταται ως αλυσιτελής και η επί μέρους αιτίαση από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, καθώς δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Τούτο δε, διότι, και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό από το Εφετείο ότι ο Φ.

Λ. δεν ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Λ., αλλά υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι, το δικαίωμα αυτών επί του επιδίκου ακινήτου αποσβέστηκε στη συνέχεια από την έκτακτη χρησικτησία των αναιρεσιβλήτων, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε, ως αποδειχθείσα, η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1988/2022, ΑΠ 364/2022, ΑΠ 982/2019, ΑΠ 701/2008).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά χωρίς απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εμμέσως και σιωπηρώς απέρριψε την ένστασή τους περί ιδίας κυριότητάς τους στο επίδικο, καθώς δέχθηκε ότι αυτό περιήλθε στους 4 κληρονόμους του νομέα Γ.

Λ., οπότε ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 983, 1884, 982, 1045 και 1051 ΑΚ. Ότι αυτό που δέχθηκε το Εφετείο δεν αποτελούσε ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, αλλά ήταν ισχυρισμός της φερόμενης ως απώτερης δικαιοπαρόχου τους Ρ.ς και των λοιπών εναγόντων στην αγωγή του έτους 1951. Ότι, επίσης, το Εφετείο με το να δεχθεί περαιτέρω ότι παρά τους 4 εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Γ.

Λ., μόνο ο εξ αυτών Φ. Λ. είχε το 100% της νομής του επιδίκου ακινήτου και ότι κατέλειπε τούτο στη συνέχεια στη θυγατέρα του Ρ., παραδοχή, που άσκησε καταλυτική επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπέπεσε στις πλημμέλειες α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς έλαβε υπόψη τον προ 70 ετών ισχυρισμό της Ρ.ς, που δεν προέβαλαν σε κανένα στάδιο της δίκης οι αναιρεσίβλητοι, β) από τον αριθμό 10 του ίδιου ως άνω άρθρου, καθώς δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό ως αληθινό χωρίς απόδειξη και γ) από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου επίσης ως άνω άρθρου, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε ?πράγματα?, δηλαδή, όπως εκτέθηκε στις αμέσως ανωτέρω νομικές σκέψεις, σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση και επομένως σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων.

Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται με τις πιο πάνω αιτιάσεις την προσβαλλόμενη απόφαση για πραγματικούς ισχυρισμούς όχι των αναιρεσιβλήτων, αλλά της δικαιοπαρόχου τους Ρ.ς, τους οποίους αυτή προέβαλε προ 70 ετών, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, με αγωγή του έτους 1951, στα πλαίσια, δηλαδή, άλλης δίκης, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετούνται εν προκειμένω οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Όσον αφορά δε την επί μέρους αιτίαση του ίδιου λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, σημειουμένου ότι οι αναιρεσείοντες αρκέστηκαν στην παράθεση στην αίτηση αναίρεσης και στο γενικό μέρος αυτής, μόνο περιορισμένων και αποσπασματικών παραδοχών αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) και του, κατά την εκδοχή αυτών, περιεχομένου της.

Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-07-2021 αίτηση των 1) Α. χήρας Ν. Κ., 2) Χ. Κ., 3) Ε. Κ., 4) Μ. Κ., 5) Λ. Κ., 6) Γ. Κ. και 7) Γ. Κ. για αναίρεση της 105/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης