Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding uncontrollable factual findings on statute of limitations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Court of Appeal's decision regarding the statute of limitations. The appellant argued the lower court erred in treating a specific date as an admission of debt rather than a legal claim. The court ruled this argument inadmissible because the lower court's assessment of whether an admission existed is a matter of substantive fact review, which is not subject to appellate control.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 106, 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot review the substantive court's determination on whether an admission of debt exists, as this constitutes a review of the substantive judgment on facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 991 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 991/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΡΗΤΗΣ Μ. Κ. Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αγγελόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/207 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.Α.Π. 8/2016).
Ο από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό δικανικής κρίσης επί πραγματικού ισχυρισμού διαδίκου, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο α) που δεν υπήρχε ή είχε πάψει να υπάρχει και άρα δεν ήταν δυνατό να προσκομιστεί, έστω και αν το επικαλέστηκε ο διάδικος και β) που δεν προσκομίστηκε ή που προσκομίστηκε απαράδεκτα, υπό την αποκλειστική, όμως, προϋπόθεση ότι ο πραγματικός ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δ., αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002).
Η κατά τα ως άνω παραδεκτή προσκόμιση αποδεικτικού μέσου δεν περιλαμβάνει μόνο την υλική πράξη της θέσεώς του στο φάκελο της δικογραφίας, αλλά και τη νόμιμη επίκλησή του (Ολ.Α.Π. 30/1997). Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι προσκομίστηκε κάθε αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, όπως τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται το αντίθετο (Ολ.Α.Π. 2/2008) ή ότι δεν προσκομίστηκε, ανάγεται σε κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 30/2002, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 708/2015, Α.Π. 1468/2012).
Εξάλλου, λόγω της αρχής της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 346 του Κ.Πολ.Δ.), αποδεικτικό μέσο, που επικαλείται και προσκομίζει οποιοσδήποτε των διαδίκων, λαμβάνεται υπόψη και για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου του, ακόμη και αν αυτός (που το επικαλείται και το προσκομίζει), ζητεί να ληφθεί υπόψη μόνο για την απόδειξη των δικών του ισχυρισμών (Ολ.Α.Π. 58/1978, Α.Π. 902/2020, Α.Π. 124/2020, Α.Π. 529/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό του αντιδίκου του ότι κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 20.000.000 δρχ., ως μερική εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος, έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα τούτου (εναγομένου-αναιρεσιβλήτου), παρότι α) στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ότι αυτά (πρακτικά) προσκομίστηκαν νομίμως και εμπροθέσμως ούτε ότι ο αναιρεσίβλητος τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε στις προτάσεις του και β) ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο τα ως άνω πρακτικά.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, κατ' ορθή εκτίμησή τους, οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν στη μη νομότυπη προσκόμιση με επίκληση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, που αποτελούν αποδεικτικά μέσα και όχι στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία, ως διαδικαστικά έγγραφα, λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος αυτής, προκύπτει ότι, στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως αυτής, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση από 20-5-2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...
καθώς και από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο... ένορκες βεβαιώσεις... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Συνεπώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, το Εφετείο έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, οι οποίες προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκλησή τους, όπως συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν το αντίθετο. Η βεβαίωση αυτή, όπως προαναφέρεται, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και, συνακόλουθα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 63/1987). Ως εκ τούτου, οι αντίστοιχες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των από 13-3-2017 έγγραφων προτάσεων, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Εφετείο για την απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου της, σαφώς προκύπτει ρητή επίκληση των ως άνω ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, ειδικά, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν ασκεί έννομη συνέπεια το αίτημά της να ληφθούν υπόψη μόνο τα σημεία των ένορκων καταθέσεων, που την ωφελούν.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006). Ο λόγος αυτός αφορά στην ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων καθώς και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του ίδιου ως άνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 393 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, κατά το χρόνο γένεσης της αποδεικτέας έννομης σχέσης, κατ' άρθρο 20 του ΕισΝΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 954/1972), εισάγονται εξαιρέσεις στο κατ' αρχήν επιτρεπτό του εμμάρτυρου αποδεικτικού μέσου, σχετικά με την κατάρτιση συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων καθώς και πρόσθετων συμφώνων, προγενέστερων, σύγχρονων ή μεταγενέστερων δικαιοπραξίας, που έχουν συνταχθεί εγγράφως, εφόσον η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει το στην ανωτέρω διάταξη οριζόμενο ποσό, ενώ, δεν εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου τούτου οι μονομερείς δικαιοπραξίες και οι υλικές πράξεις, όπως είναι η καταβολή χρημάτων, που δόθηκαν σε εξόφληση ενοχής (Α.Π. 650/2020, Α.Π. 626/2010, Α.Π. 907/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής σ' αυτήν του ποσού των 20.000.000 δρχ., σε μερική εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων του, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 393 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες αληθώς ιδρύουν την από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αναιρετική πλημμέλεια και όχι αυτήν από τον αριθμό 1 του άρθρου τούτου, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, πρέπει ν' απορριφθούν, πρωτίστως, ως απαράδεκτες, καθόσον, η καταβολή, καθεαυτή, δεν είναι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, αλλά απλή υλική πράξη, δηλαδή, πραγματικό γεγονός και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στον περιορισμό του άρθρου 393 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000, 11/1996, ΑΠ 1413/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για το λόγο ότι δέχθηκε κατ' ουσία την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσής της, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, παρότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά ότι είχε χωρήσει μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με εντεύθεν συνέπεια τη μη παραγραφή της αναγνωριστικής αγωγής της.
Με το περιεχόμενο αυτό η επικαλούμενη αιτίαση δεν ιδρύει παντάπασι τη συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με το γράμμα της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, αν η αιτίαση αυτή ήθελε εκτιμηθεί ως εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 247 του Α.Κ.
και 70 του Κ.Πολ.Δ., συνιστώσα, εντεύθεν, τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, τυγχάνει, επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, εφόσον, φυσικά, συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, το οποίο εκλείπει, εκ των πραγμάτων, όταν η αξίωση έχει υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία.
Από το άρθρο 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε και περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή των προτάσεων, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνον αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποίο αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο γεγονός, οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα ή ότι πρόκειται για γεγονότα πασίγνωστα ή γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του. (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 1591/07).
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος και όχι αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1403/2009, ΑΠ 1131/2007) Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο, χωρίο αυτής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με τον τελευταίο λόγο της έφεσής του, επαναφέρει την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, πηγάζουσες από αμιγώς εμπορική συναλλαγή..., που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1997, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250§1 ΑΚ, διότι από το τέλος του έτους αυτού μέχρι την άσκηση...
της ένδικης αγωγή, στις 10-10-2007 (επίδοση της αγωγής), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία. Ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά νόμιμη, καταλυτική της αγωγής, ένσταση, στηριζόμενη... στις διατάξεις του άρθρου 250§1 και 253 ΑΚ. Αντικρούοντας την ένσταση αυτή, η εφεσίβλητη-ενάγουσα επαναφέρει παραδεκτά τους πρωτοδίκως υποβληθέντες ισχυρισμούς της ότι δεν παρήλθε η πενταετής παραγραφή, επικαλούμενη ότι για την πώληση του επίμαχου μηχανήματος ντεκάντερ, που εισήχθη από τη Γερμανία, στο υπόλοιπο της αξίας του οποίου αντιστοιχεί η επίμαχη απαίτηση, δεν υπήρξε συγκεκριμένος χρόνος εξόφλησης του τιμήματος, λόγω της επ' αόριστον πίστωσης αυτού, οπότε η αξίωση δεν κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη.
Ωστόσο, στην υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα σαφώς επικαλείται και αξιώνει νόμιμο τόκο από την 1-2-1997, χρόνος, κατά τον οποίο παραδόθηκαν τα μηχανήματα στον εναγόμενο και άρχισαν να λειτουργούν στην επιχείρησή του... Συνομολογεί δηλαδή εμμέσως ότι η απαίτηση από το χρόνο τούτο ήταν ληξιπρόθεσμη και συνεπώς δικαστικώς επιδιώξιμη (251 ΑΚ).
Πλην όμως, η ενάγουσα ουδόλως επιδίωξε δικαστικά την επίδικη οφειλή από τη λήξη του έτους αυτού (1997) μέχρι την πάροδο της πενταετίας την 31-12-2002, οπότε συμπληρώθηκε η εν λόγω παραγραφή. Εξάλλου, στο προσκομιζόμενο με αριθμό … δελτίο αποστολής της γερμανικής εταιρείας FLOTTWEG, αναγράφεται ότι το τίμημα από την πώληση του επίδικου ντεκάντερ, που έγινε με παρακράτηση κυριότητας, πρέπει να έχει εξοφληθεί μέχρι την 31-3-1997.
Η ενάγουσα είχε προκαταβάλει στην γερμανική εταιρεία για την προμήθεια του μηχανήματος το ποσό των 60.000 γερμανικών μάρκων και οφειλόταν το ποσό των 145.000 γερμανικών μάρκων, για το οποίο είχε ορισθεί η εξόφληση στην ανωτέρω ημερομηνία 31-3-1997. Η πωλήτρια κατασκευαστική εταιρεία, εξάλλου, προέβη από το έτος 1997 τόσο σε άσκηση ασφαλιστικών μέτρων έναντι αμφοτέρων των διαδίκων τούτων για την αναγνώριση προσωρινά της νομής του μηχανήματος αυτού όσον και μεταγενέστερα (1999) σε αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης εναντίον της νυν ενάγουσας προς εξασφάλιση του υπολοίπου τιμήματος.
Περαιτέρω, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ενεργώντας ατομικά, άσκησε κατά του εναγομένου Ι. Π. την από 2-4-2000 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό για την αγορά του μηχανήματος των 205.000 γερμανικών μάρκων, ότι οφείλει το υπόλοιπο του τιμήματος από 145.000 γερμανικά μάρκα στην προμηθεύτρια γερμανική εταιρεία και τέλος να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα λόγω δανείου το ποσό των 60.000 γερμανικών μάρκων που προκατέβαλε στη γερμανική εταιρεία για λογαριασμό του για την αγορά του ίδιου μηχανήματος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 322/2003 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή, η ασκηθείσα δε από τον ενάγοντα... έφεση απορρίφθηκε..., με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος δεν συμβλήθηκε με την αλλοδαπή εταιρεία για την αγορά του μηχανήματος ούτε είχε συνάψει με τον ενάγοντα δάνειο, ίσο με 60.000 γερμανικά μάρκα, προκειμένου το δανεισθέν ποσό να δοθεί ως προκαταβολή του μηχανήματος.
Από τα παραπάνω περιστατικά, που κρίθηκαν σε διαρκείς δικαστικούς αγώνες έως το έτος 2005, ουδόλως επήλθε διακοπή της επίδικης αξίωσης, αφού οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν μεταξύ άλλων διαδίκων και ειδικότερα, στην τελευταία, δεν μετείχε η ενάγουσα εταιρεία, αλλά ατομικά, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ώστε δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων...
Επομένως, από το τέλος του 1997, ήταν δικαστικά επιδιώξιμη και ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί χρονική ελευθεριότητα ως προς την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος και άνευ ευλόγου χρονικού διαστήματος πίστωση διαρκούσα μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Η ενάγουσα, προβαίνοντας στην πώληση του ελαιουργικού συγκροτήματος, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το εν λόγω εισαχθέν από την αλλοδαπή μηχάνημα ως ενιαίο σύνολο, είχε κάθε νομική δυνατότητα να επιδιώξει το υπόλοιπο του τιμήματος, που συνολικά είχε συμφωνηθεί κατόπιν της οικονομικής προσφοράς που προηγήθηκε της σύμβασης, ενέργεια, την οποία παρέλειψε να ασκήσει εντός του προβλεπόμενου χρόνου της πενταετίας από το τέλος του έτους -που αυτή ήταν δικαστικά επιδιώξιμη- ανεξάρτητα από τις παραπάνω δικαστικές διενέξεις που μεσολάβησαν με πρωτοβουλία της προμηθεύτριας αλλοδαπής εταιρείας, οι οποίες, όπως αμετάκλητα κρίθηκε, δεν αφορούν τη σύμβαση πωλήσεως μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε λόγω παραγραφής της επίδικης αξίωσης. Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση σχετικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως από την ομολογία αυτής, την οποία εξήγαγε από το αγωγικό αίτημά της περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας από τη 1-2-1997, ως ημερομηνία, από την οποία ο αναιρεσίβλητος λαμβάνει τα ωφελήματα του πωληθέντος, "το οποίο δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, ώστε να εκτιμηθεί ως ομολογία, αλλά νομικό αίτημα, η εξακρίβωση του οποίου απαιτεί την έρευνα των σχετικών πραγματικών γεγονότων, τα οποία, στη συνέχεια, θα εκτιμηθούν σε σχέση με το 251 Α.Κ.
ως προς τον καθορισμένο του χρόνου έναρξης της παραγραφής". Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις ιδρύουν, αληθώς, το λόγο από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτες, καθόσον, κατ' άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη ομολογίας είναι ανέλεγκτη, διότι ανάγεται στην ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του, οπωσδήποτε δε ως αβάσιμες.
Και τούτο διότι, από το σύνολο των προαναφερόμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωσή του στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού του συλλογισμού.
Η αναφορά δε στο κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης περί έμμεσης ομολογίας της αναιρεσείουσας, σχετικά με την ημεροχρονολογία, από την οποία η αγωγική αξίωση κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη, αποτελεί, απλώς, πλεοναστικό επιχείρημα, προς επίρρωση και ενίσχυση της κρίσεώς της σχετικά με τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής και την αποδοχή του σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-3-2018 (12/6-3-2018) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΡΗΤΗΣ Μ. Κ. Α.Ε.Β.Ε." για αναίρεση της 119/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 01η Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν αντιπρόεδρος