Supreme Court dismisses appeal on civil law violation grounds regarding tort liability and statute of limitations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a tort claim based on forged documents. The appellant argued the lower court erred in applying the statute of limitations and failed to properly assess the causal link between the defendant's actions and the plaintiff's damages. The court found the Court of Appeals correctly applied the fifteen-year limitation period for the criminal offense of using forged documents and adequately reasoned its findings on liability.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the statute of limitations and provided sufficient reasoning on the causal link and liability.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 991 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 991/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, δι' εαυτόν και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος Χ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζουμπούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 871/2002 μη οριστική, 5266/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2008 αίτησή της και τους από 13-12-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπό στοιχ. Α περίπτωση 1, 3 και 4 από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, όπως αυτοί εκτιμώνται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 298 Α.Κ., ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων και της ζημίας της ενάγουσας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με το παραπάνω ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου τα εξής: Η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη είχε στην κυριότητα της ακίνητο 14 στρεμμάτων στην περιφέρεια του Δήμου ... . Τμήμα του ακινήτου αυτού, έκτασης 2.256,82 τ.μ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την Π 5919/1573/16-9-1987 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών.
Με τις 773/1988 και 9086/1989 αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, καθορίστηκε η προσωρινή και οριστική μονάδα αποζημίωσης, η οποία παρακατατέθηκε στο Τ.Π.Δ. την 4-4-1990. Οι εναγόμενοι (η αναιρεσείουσά και ο αποβιώσας αδελφός της) με κοινή αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησαν να αναγνωρισθούν αυτοί δικαιούχοι της καθορισθείσης αποζημίωσης, επικαλούμενοι προς τούτο, εν γνώσει τους, ψευδώς, ότι είναι συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Προς απόδειξη τούτου προσκόμισαν, εν γνώσει τους, νοθευμένους τίτλους ιδιοκτησίας, ήτοι το υπ' αριθ. .../1910 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Γενοβέλη και την 2184/1906 απόφαση διανομής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν το δικαστήριο και με την υπ' αριθ. 869/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να αναγνωρισθούν αυτοί δικαιούχοι, της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της ενάγουσας.
Εξ αιτίας της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης και του αδελφού της, η ενάγουσα αναγκάστηκε, προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση, να ασκήσει κατά των εναγομένων τακτική αγωγή αναγνώρισης της κυριότητάς της επί του απαλλοτριωθέντος, η οποία έγινε τελεσίδικα δεκτή με την 576/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επίσης, λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενάγουσα εμποδίστηκε να εισπράξει την καθορισθείσα αποζημίωση κατά το διάστημα από της παρακαταθέσεώς της την 4-4-1990 μέχρι της εισπράξεως της την 24-3-2000, δυνάμει της ανωτέρω 576/2000 αποφάσεως του Εφετείο Αθηνών. Έτσι, απώλεσε το ποσό των 105.360,74 ευρώ, το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την έντοκη κατάθεση της εκ δρχ. 26.463.943 αποζημίωσης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
Η εν λόγω ζημία της ενάγουσας οφείλεται στην ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και του αδελφού της, οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν με την επίκληση και προσκομιδή νοθευμένων τίτλων ιδιοκτησίας, την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης που καθορίστηκε για το απαλλοτριωθέν ακίνητό της, γεγονός που επέβαλε την εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση τακτικής αγωγής κατά των εναγομένων για αναγνώριση της κυριότητάς της.
Ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος, συνεχίζει το Εφετείο, δεν διακόπηκε με την επίκληση εκ μέρους των εναγομένων, κατά τη συζήτηση της τακτικής αγωγής, ότι είναι συγκύριοι του ακινήτου δυνάμει άλλων τίτλων ιδιοκτησίας. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την κατάφαση της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αφενός της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης να ζητήσει και να επιτύχει, με την προσκομιδή, εν γνώσει της, νοθευμένων τίτλων ιδιοκτησίας, την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της καθορισθείσης προσωρινής αποζημιώσεως και αφετέρου της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την απώλεια των τόκων του κεφαλαίου της αποζημίωσης κατά το χρονικό διάστημα από την παρακατάθεση της αποζημίωσης στο Τ.Π.Δ.
μέχρι και την τελεσίδικη αναγνώρισή της (ενάγουσας) ως κυρίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δικαιούχου της αποζημίωσης, και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 298 εδ.β' Α.Κ. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ερευνώμενοι λόγοι.
Με τον υπό στοιχ. Β από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα ομολόγησε το ύψος της περιουσιακής ζημίας της αναιρεσίβλητής, ενώ αυτή το αρνήθηκε ρητά και ζήτησε να ταχθεί απόδειξη σε βάρος της αναιρεσίβλητής. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε συναφώς ομολογία της αναιρεσείουσας, αλλά ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν εκκαλείται και ως προς το ύψος της ζημίας που επιδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας.
Με τη διάταξη του άρθρου 926 Α.Κ. καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλ. την επαγωγή της ζημίας. Για την κατά συναυτουργία τέλεση απαιτείται το στοιχείο της συναπόφασης, πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (Ολ.Α.Π. 50/90). Γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 Α.Κ. αποτελεί και η απάτη ενώπιον του δικαστηρίου δια της επικλήσεως και χρήσεως, εν γνώσει, νοθευμένων αποδεικτικών εγγράφων, εξ αιτίας της οποίας το δικαστήριο παραπλανήθηκε και εξέδωσε π απόφαση υπέρ του δράστη της απάτης και σε βάρος της περιουσίας τρίτου προσώπου, το οποίο και ζημιώνεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι η αναιρεσείουσα και ο αδελφός της Ψ2, με κοινή αίτηση που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενεργούντες με κοινό δόλο, ισχυρίστηκαν, εν γνώσει τους, ψευδώς, ότι είναι συγκύριοι καθένας κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτου του ακινήτου της αναιρεσίβλητής που απαλλοτριώθηκε και ζήτησαν να αναγνωρισθούν αυτοί, ως συγκύριοι, δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε από το δικαστήριο, πράγμα το οποίο και πέτυχαν δια της προσκομίσεως ως αποδεικτικών στοιχείων άσχετων και νοθευμένων, εν γνώσει τους, τίτλων ιδιοκτησίας, τους οποίους το δικαστήριο υπέλαβε ως γνήσιους και αναφερόμενους στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, η απόφαση δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί η αναιρεσίβλητη, προκειμένου ως αληθινή κυρία του ακινήτου να εισπράξει την αποζημίωση, να διεξαγάγει πολύχρονο δικαστικό αγώνα κατά της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της κυριότητάς της και να υποστεί ζημία ίση με το κέρδος που θα αποκόμιζε αν εισέπραττε την καθορισθείσα αποζημίωση από της παρακαταθέσεώς της και την κατέθετε έντοκα σε τράπεζα.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι, αν και η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά του Ψ2, που κληρονομήθηκε από την αναιρεσείουσα παραγράφηκε, η τελευταία (αναιρεσείουσα) ευθύνεται κατ' άρθρο 926 Α.Κ. για την αποκατάσταση ολόκληρης, της ζημίας και όχι μόνο εκείνης που αντιστοιχεί στην αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης κατά 1/2.
Έτσι που έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ., καθόσον, με βάση τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ως άνω παραδοχές του, η ζημία της αναιρεσίβλητης προκλήθηκε στο σύνολό της από την κοινή πράξη της αναιρεσείουσας και του αδελφού της, δια της κατά συναυτουργία επικλήσεως και προσκομίσεως ενώπιον του δικαστηρίου, εν γνώσει τους, άσχετων και νοθευμένων τίτλων ιδιοκτησίας, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι είναι συγκύριοι του ακινήτου και συνεπώς δικαιούχοι της αποζημιώσεως, δηλ.
η αναιρεσείουσα υπήρξε υπαίτια για το σύνολο της ζημίας της αναιρεσίβλητης (ανεξάρτητα από το ότι συναίτιος αυτής υπήρξε και ο αδελφός της). Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι του αναιρετηρίου και οι αντίστοιχοι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι παραγράφηκε η αξίωση κατά του αδελφού της αναιρεσείουσας, έπρεπε να υποχρεώσει την τελευταία να πληρώσει μόνο το ήμισυ του ποσού που τελικά επιδικάστηκε και το ήμισυ της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμου Ο τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) και ο αντίστοιχος πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διελαβε στην απόφασή του αιτιολογία ως προς την ευθύνη της εναγομένης να αποκαταστήσει το σύνολο της ζημίας της ενάγουσας, είναι αβάσιμοι, διότι η απόφαση περιέχει αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ. η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.
Κατά δε το άρθρο 216 Π.Κ. όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και σκόπευε με την πράξη του να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 αριθ. 2 του Π.Κ. ή αμέσως ανωτέρω κακουργηματική πράξη παραγράφεταί μετά από δεκαπέντε (15) χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πράξη της αναιρεσείουσας στοιχειοθετούσε την παραπάνω κακουργηματική πράξη της χρήσεως νοθευμένων εγγράφων, για την οποία καταδικάστηκε με την αμετάκλητη 632/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενόψει δε ότι η πράξη αυτή τελέστηκε την 4-10-1988 με την προσκομιδή των νοθευμένων εγγράφων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είχε παρέλθει χρόνος 15 ετών μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2000 και έτσι απέρριψε ως αβάσιμη την περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης ένσταση της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 937 Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. Α περ. 2 από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2008 αίτηση και τους από 13-12-2009 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της Ψ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 195/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ