Legislator Giurisprudenza & Legislazione
990/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment on car accident damages due to free evaluation of facts.

Numero d'incarto 990/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the anonymous insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to the motorcycle rider. The appellant argued for a specific calculation of compensation, but the court held that the lower court's determination of reasonable compensation falls within its free evaluation of facts and is not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs and deposit the appeal bond into the public fund.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 681A and 666 et seq. of the Code of Civil Procedure; The determination of reasonable monetary compensation in motor vehicle accident cases is subject to the free evaluation of facts by the court of first instance and is not subject to appellate review.

Parole chiave

Generato dall'IA
reasonable compensation free evaluation of facts motor vehicle accident appellate review civil liability insurance company appeal legal costs

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 681A and 666 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 1284/2020
Supreme Court Case 287/2018
Supreme Court Case 622/2017
Supreme Court Case 516/2016
Supreme Court Case 86/2015
Supreme Court Case 620/2014
Supreme Court Case 318/2011
Supreme Court Case 5/2011

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 990 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 990/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Ε. «Α. και ήδη «A. Ε. Μ. «Α., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 1-11-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπιμπλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1189/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6594/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 22-1-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως …12-2-2020) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 6594/28-11-2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 681Α και 666 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4.335/2015), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την από 2-9-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως …7-9-2015) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι ο Χ. Κ., στις 25-2-2015, οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "A.

Ε. Α..Α..Ε.. (ήδη μετονομασθείσα σε «A.» Ε. Μ. Α..Α..Ε..), προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες, υλικές ζημίες στην αναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, καθώς και τον τραυματισμό του, κατά την περιγραφόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ζήτησε δε, ύστερα από την παραίτησή του από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο των εναγομένων, οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 121.419,39 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1189/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο αφού θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τον πρώτο εναγόμενο, μετά την κατά τα ανωτέρω παραίτηση της αγωγής ως προς αυτόν, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος υπήρξε ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις προαναφερθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 26.260 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, από το οποίο 6.260 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας του και 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η εναγομένη, ως άνω, ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 30-10-2017 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ….30-10-2017) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 6594/2019, τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του Α.Κ.) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Περαιτέρω, ο ηλικίας, τότε, 34 ετών ενάγων (γεν.

το έτος 1981), αμέσως μετά το ατύχημα, τραυματισμένος εξ αυτού, διακομίστηκε με σταθμό του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ όπου διαπιστώθηκε αρχικά ότι είχε υποστεί, συνεπεία του ατυχήματος, κάταγμα ονυχοφόρου φάλαγγας μεγάλου δακτύλου δεξιού άκρου ποδός και κάκωση δεξιού γόνατος.

Νοσηλεύθηκε στο άνω Νοσοκομείο επί δύο ημέρες, ήτοι από το χρόνο του ατυχήματος (25.2.2015) μέχρι 27.2.2015, υποβληθείς σε συντηρητική αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών, οπότε και εξήλθε με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή, επανεξέταση επί εμμονής των συμπτωμάτων άλγους και αναρρωτική άδεια 7 ημερών. Επανεξετασθείς στις 4.3.2015 στο άνω Νοσοκομείο, βρέθηκε πάσχων, επιπλέον, από ενδαρθρική βλάβη δεξιού γόνατος και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια 15 ημερών, ενώ επανεξετασθείς στις 23.3.2015 στο άνω Νοσοκομείο βρέθηκε πάσχων, επιπλέον, από οστικό οίδημα και μερική ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και του συνεστήθη νέα αναρρωτική άδεια 14 ημερών [βλ.

κυρίως τις από 27.2.2015, 4.3.2015 και 23.3.2015 ιατρικές γνωματεύσεις του ανωτέρω Νοσοκομείου], συνολικά δε, συνεστήθη αναρρωτική άδεια 36 ημερών. Οι άνω σωματικές βλάβες αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, όπως αναφέρθηκε, με εφαρμογή κηδεμόνα δεξιού σκέλους και βάδιση για 6 εβδομάδες με βακτηρίες χωρίς φόρτιση, μετά δε την αφαίρεση του κηδεμόνα ο παθών ενάγων ακολούθησε πρόγραμμα μυϊκής ενδυνάμωσης και προοδευτικής φόρτισης του σκέλους.

Στις 7.5.2015 εξετάστηκε από το χειρουργό ορθοπεδικό Π. Π. και διαπιστώθηκε ατροφία τετρακεφάλου ΔΕ, μικρό ύδραθρο ΔΕ γόνατος, μικρή προσθιοπίσθια αστάθεια σε σύγκριση με το υγιές γόνατο και έλλειμα κάμψης περίπου 10°, το κάταγμα της ονυχοφόρου φάλαγγας εμφάνιζε πόνο κατά τη βάδιση επί των δακτύλων, στον επανέλεγχο της μαγνητικής τομογραφίας ΔΕ γόνατος διαπιστώθηκε σχεδόν πλήρης εξάλειψη των οιδημάτων και επιβεβαιώθηκε η μερική ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, του συνεστήθη δε μυϊκή ενδυνάμωση ΔΕ κάτω άκρου και επανέλεγχος σε 6 εβδομάδες [βλ.

την από 14.5.2015 γνωμάτευση του άνω χειρουργού ορθοπεδικού, η οποία ως προς τις άνω διαπιστώσεις ουδόλως αναιρείται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο ούτε από το από 11.2.2016 ιατρικό σημείωμα του χειρουργού ορθοπεδικού Μ. Λ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εκκαλούσα-εναγομένη]. Επιπλέον, σύμφωνα με την άνω γνωμάτευση του ιατρού Π.

Π., λόγω της μερικής ρήξης του συνδέσμου ενδέχεται, σε έντονη δραστηριότητα, επιδείνωση της αστάθειας, για την αντιμετώπιση της οποίας, στην περίπτωση αυτή, θα χρειαστεί να υποβληθεί ο ενάγων σε πλαστική πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, χωρίς, επίσης, να εκφράζεται, ρητά, αντίθετη άποψη με το ως άνω ιατρικό σημείωμα του ιατρού Μ.

Λ., ότι, δηλαδή, δεν αντιμετωπίζεται χειρουργικά η μερική ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου όταν τα συμπτώματα αστάθειας επιμένουν...Αποδεικνύεται, τέλος, ότι ο ενάγων εξ αιτίας του οφειλόμενου στο ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού του και της συνακόλουθης ταλαιπωρίας του υπέστη ηθική βλάβη, για την ανακούφιση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του μη διαδίκου οδηγού του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς και της έντασης και του βαθμού της προαναφερόμενης αμέλειάς του, της έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος στον τραυματισμό του, της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος (34 ετών), των σωματικών πόνων, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του, της μέχρι τότε καλής κατάστασης της υγείας του, του χρόνου νοσηλείας και αποθεραπείας του, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης αυτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εκκαλούσας-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 20.000€, το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού του και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικά δίκαιο και ανάλογο με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 705/2016 ...), δεδομένου ότι το άνω ποσό εκτιμάται ότι βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και τη δικαστηριακή πρακτική".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και το λόγο εφέσεως αυτής, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο ότι, το πρωτοδίκως επιδικασθέν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας στο παραπάνω ποσό (20.000€), δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι δεν προκύπτει από την αιτιολογία της, σαφώς και επαρκώς, αν έλαβε υπ' όψιν όλα τα περιστατικά, που άπτονται των αναγκαίων, κατά νόμο, προσδιοριστικών στοιχείων για τον καθορισμό του εύλογου της χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού ρητώς η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τα απαραίτητα στοιχεία, που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ, στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτιμήσεως όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, αυτό δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα εν λόγω στοιχεία, πλέον του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, τα οποία, στην κρινομένη υπόθεση, εκτίμησε το εκδόν την προβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο.

Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, ως προς την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και, στη συνέχεια, κατέληξε, στηριζόμενο μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, πόρισμα (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1284/2020). Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, ούτε οι, προβλεπόμενες στο άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ., ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις που συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου (Α.Π. 287/2018, Α.Π. 622/2017, Α.Π. 516/2016, Α.Π. 86/2015, Α.Π. 620/2014, Α.Π. 318/2011, Α.Π. 5/2011). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου προβάλλεται η αιτίαση της από το Εφετείο παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 11-2-2016 ιατρικής γνωματεύσεως του ορθοπεδικού ιατρού Μ.

Λ., που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον των ανωτέρω Δικαστηρίων η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-1-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ..) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6594/28-11-2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ