Legislator Giurisprudenza & Legislazione
990/2011 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal where court ignored a judicial admission regarding the existence of the disputed claims.

Numero d'incarto 990/2011
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider a judicial admission made during the proceedings regarding the existence of the claims. The court found that the admission was contradicted by witness testimony and documentary evidence proving the appellant never had the specific financial demands against the defendant company. Consequently, the court ruled that the lower court's decision was legally sound and did not violate substantive law provisions.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 339 and 352(1) of the Code of Civil Procedure; A judicial admission constitutes full proof against the admitting party, and a cassation ground is established if the court, despite relying on such an admission, reaches a different conclusion without valid justification.

Parole chiave

Generato dall'IA
judicial admission cassation appeal full proof substantive law court of appeal evidence contradiction legal error difetto di legittimazione dell'associazione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 339 and 352(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 535(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 39(1), 91(1) and 161(1) and (2) of the Lawyers' Code
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 990 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 990/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. Κ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Κ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EL PACK ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ" , που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 96/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4060/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12- 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 339 και 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, η δικαστική ομολογία, που αφορά την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αποδεικτικό μέσο, που όταν γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο, παρότι τη δικαστική αυτή ομολογία επικαλέσθηκε ο ωφελούμενος διάδικος, δεν την έλαβε υπόψη κι έτσι κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από αυτήν, ιδρύεται ο από το αρθρ. 559 αρ. 11γ' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία, η οποία εμπεριείχετο στις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης αγωγής και αναφερόταν τόσο στην ανάθεση στον αναιρεσείοντα δικηγόρο των επίδικων εντολών όσο και στη μη καταβολή σ' αυτόν οιασδήποτε αμοιβής, την οποία (ομολογία) ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή αρνήθηκε την ένδικη αγωγή και παρέθεσε το ιστορικό της αγωγής σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικογράφου της. Ειδικότερα, υπό τον τίτλο "Α/ Ιστορικό και νομική θεμελίωση της υπό κρίση αγωγής, όπως στο δικόγραφο αυτής αναφέρονται", παρέθεσε τα κατωτέρω, ως αποτελούντα περιεχόμενο της εις βάρος της αγωγής : " 1/ Κατά τον Ιανουάριο μήνα του έτους 2000 ανέθεσα στον αντίδικο, Δικηγόρο, την σύνταξη και παράδοση πρωτοκόλλου μελλοντικής μου συνεργασίας - αποτύπωσης προφορικών συμφωνιών, με την Εταιρεία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ Α.Ε.", βασισμένο σε σχετικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μας που είχαν γίνει ήδη από του μηνός Νοεμβρίου του αμέσως προηγούμενου έτους 1999.

Το έγγραφο αυτό συντάσσεται από τον αντίδικο, Δικηγόρο, και παραδίδεται σ' εμένα, στις 18/1/2000, χωρίς όμως για το έργο του αυτό, την νομική - δικηγορική εργασία του αυτή, να του καταβάλω καμία αμοιβή. 2/ Τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, με δεδομένο ότι έχει αποφασιστεί η ολοκλήρωση της μεταξύ εμού και της ως άνω εταιρείας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε." επιχειρηματική συνεργασία, αναθέτω στον αντίδικο την παροχή σ' εμένα συμβουλών και την σύνταξη του οριστικού Συμφωνητικού της συνεργασίας μου αυτής, υπό την εποπτεία του νομικού μου συμβούλου.

Στο πλαίσιο της εντολής μου αυτής ο αντίδικος συμμετέχει αποφασιστικά στη σύνταξη του απαιτουμένου Συμφωνητικού, ο ίδιος συντάσσει το τελικό του σχέδιο, το οποίο και υπογράφεται από εμένα και την ως άνω εταιρεία στις 1/4/2000, χωρίς και για το έργο αυτό, την νομική - δικηγορική εργασία του αυτή, να του καταβάλω καμία αμοιβή. 3/ Τον Νοέμβριο μήνα του έτους 2000, επιθυμούσα να μισθώσω δύο (2) επαγγελματικούς χώρους στην περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης, για την σ' αυτούς επέκταση της επιχειρηματικής μου δραστηριότητας, αναθέτω στον ενάγοντα την επεξεργασία Σχεδίων Συμφωνητικού Μίσθωσης, τα οποία και επεξεργάζονται από κοινού με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο μου κ Α.

Σ. και τον Νομικό μου Σύμβουλο, για την υπογραφή των οποίων και μεταβαίνει με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο μου και με τον Νομικό μου Σύμβουλο στη Θεσσαλονίκη, στις 1/12/2000, ότε και όπου υπογράφονται τα δύο Μισθωτήρια αυτά. Ούτε και για το έργο, νομική - δικηγορική εργασία αυτή, του αντιδίκου του καταβάλλω καμία αμοιβή".

Στη συνέχεια, υπό τον τίτλο "Β/ Αληθές ιστορικό, όπως από επίσημα έγγραφα αποδεικνύεται:", στις ίδιες προτάσεις, η αναιρεσίβλητη παρέθεσε και τα εξής: "Έτσι, ο Νομικός μου Σύμβουλος αυτός, αδελφός του αντιδίκου, πολλές ήταν οι φορές, και επί απλών ακόμα περιπτώσεων, όπως και για την σύνταξη ενός απλού μισθωτηρίου εγγράφου, που προσέτρεξε στον αδελφό του, στον ενάγοντα-αντίδικο, για να τον βοηθήσει επί νομικής φύσεως ζητημάτων, ο οποίος αν και ήταν νεότερος του, είχε ασχοληθεί περισσότερο από αυτόν με την δικηγορία.

Με λόγια απλά, την όποια ανεπάρκεια του Νομικού μου Συμβούλου αδελφού του αντιδίκου, προσκαλούμενος προς τούτο υπό του ιδίου, προσέτρεχε να καλύψει ο αντίδικος - ενάγων, σε αποκλειστική και μόνη δική του βοήθεια, χωρίς την όποια προς τούτο δική μου ανάμιξη η πρόσκλησή του. Διαπιστώσασα το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο αντίδικος προσέφερε νομικής φύσεως υπηρεσίες σ' εμένα, έστω και αν σ' αυτό προέβαινε χωρίς την δική μου προς τούτο πρόσκληση αλλά ενεργούσε προς και σε βοήθεια και για την σχετική νομική κάλυψη -συμπλήρωση του Νομικού μου Συμβούλου αδελφού του, απεφάσισα, σε αποκατάσταση της ηθικής εν προκειμένω τάξης, και συμφώνησα μαζί του την καθ' έκαστον μήνα καταβολή σ' αυτόν του χρηματικού ποσού των 200.000 δραχμών καθαρά (250.000 δρχ.

ακαθάριστα , μείον 20% φόρος), με βάση το οποίο και εξέδιδε κάθε φορά, σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (Α.Π.Υ.) ως Δικηγόρος. Τούτο έγινε από του μηνός Νοεμβρίου 2000 και διήρκεσε μέχρι και του τέλους του έτους 2005, ότε και για δικούς μου λόγους απεφάσισα τη λήξη της όποιας μεταξύ μας συνεργασίας αυτής, όπως είχα ήδη από έτους περίπου αποφασίσει την λήξη της όποιας συνεργασίας μου και με τον ως άνω αδελφό του, τον μέχρι τότε Νομικό μου Σύμβουλο κ.

Κ. Ν.. Αυτή και μόνον αυτή ήταν η αληθής σχέση μου με τον αντίδικο και στο πλαίσιο αυτής ο αντίδικος συνέδραμε τον αδελφό του για την όποια, από νομική άποψη και στην υπό κρίση αγωγή αναφερόμενη, νομική κάλυψη της συνεργασίας μου με την Εταιρεία ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ Α. Ε., ότε ενήργησε αποκλειστικά και μόνο προσκληθείς προς τούτο από τον ως άνω αδελφό του και σε συμπλήρωση αυτού, χωρίς την όποια προς τούτο δική μου πρόσκλησή του".

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πρωτοδικείου, που επανέφερε με το ίδιο περιεχόμενο και στο Εφετείο, δεν προκύπτει δικαστική ομολογία αυτής ότι ανέθεσε στον αναιρεσείοντα τις επίδικες εντολές και, συνεπώς, ορθώς δε λήφθηκε υπ' όψη ως τέτοια από το Δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το αρθ. 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ως προς τις ένδικες απαιτήσεις του κατ' αυτής, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πέμπτο λόγο της εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, κατά πιθανολόγηση, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα, χωρίς να θεμελιώνει την κρίση του στα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ, ώστε η μη λήψη αυτών υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας να θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1, 2, 410 παρ. 3 και 415 - 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος, και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεώς του.

Άρα, κατάθεση του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου του διαδίκου νομικού προσώπου είναι μη επιτρεπόμενο, ως ανυπόστατο, αποδεικτικό μέσο και η από το Δικαστήριο λήψη αυτής θεμελιώνει τον από τον αριθμ. 11 περ. α' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο και στην προκειμένη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένος.

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προτάθηκε και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πρέπει, επίσης, να αναφέρεται ότι προτάθηκε η εξαίρεση του μάρτυρα, πριν την εξέτασή του, κατά τα άρθρα 401 και 403 Κ.Πολ.Δικ., αν δε ο λόγος της εξαίρεσης προτάθηκε μετά την εξέταση του μάρτυρα, ότι ο λόγος αυτός αποδεικνυόταν εγγράφως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, για τη μόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, και την ένορκη κατάθεση του ως μάρτυρος εξετασθέντος Κων Γ. Κ., ο οποίος κατά τον χρόνο της εξέτασης ήταν μέλος του διοικ.

συμβουλίου της αναιρεσίβλητης-εναγομένης εταιρίας, ήτοι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της εν λόγω καταθέσεως, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε, τέλος, ότι ο λόγος αυτός, της μη εξετάσεως του μάρτυρα, είχε προταθεί πριν την εξέτασή του ή ότι αυτός αποδεικνυόταν εγγράφως.

Κατά το άρθρο 161 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (νδ 3026/1954) όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 25 του νόμου 723/1977, "διά τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων περί πάσης φύσεως δικαιοπραξιών το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου εκάστου των μερών ορίζεται επί τη βάσει της αξίας του αντικειμένου αυτής ...".

Την αμοιβή αυτή δικαιούται ο δικηγόρος μόνο εάν καταρτίσθηκε (εγκύρως) δικαιοπραξία με ιδιωτικό έγγραφο που συντάχθηκε από αυτόν εξ ολοκλήρου ή με δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε με βάση σχέδιο που συντάχθηκε επίσης εξ ολοκλήρου από τον ίδιο (ΟλΑΠ 1116/1986, ΑΠ 1183/1997). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ο δε από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, είναι δικηγόρος από το έτος 1993, μέλος του Δ.Σ.Α. και διατηρεί δικηγορικό γραφείο, στην Αθήνα, επί της οδού ... αριθμός 58. Η εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, είναι ανώνυμη εταιρεία ειδών συσκευασίας και εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής.

Το έτος 2000, ο Ν. Γ. Κ., αδελφός του εκκαλούντος, παρείχε τις νομικές/δικηγορικές υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη, με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή. Ο εκκαλών ισχυρίζεται, στην αγωγή ότι με προφορική σύμβαση εντολής, η εφεσίβλητη, ως εντολεύς, του ανέθεσε τον εξώδικο χειρισμό τριών υποθέσεων της. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε ότι η εφεσίβλητη του ανέθεσε, α) τον Ιανουάριο 2000, τον Φεβρουάριο 2000 και τον Μάρτιο 2000, τη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου, που αφορούσε σύμβαση συνεργασίας της με την ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε.

για την παραγωγή χάρτου συσκευασίας, β) τον Νοέμβριο 2000, τη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου, που αφορούσε σύμβαση μισθώσεως ακινήτου, δηλ. στεγασμένου χώρου στην περιοχή Καλοχωρίου του Νομού Θεσσαλονίκης, με εκμισθωτή τον Π. Κ. και γ) τον Δεκέμβριο 2000, τη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου, που αφορούσε σύμβαση μισθώσεως ακινήτου, δηλ.

στεγασμένου χώρου στην περιοχή Καλοχωρίον του Νομού Θεσσαλονίκης, με εκμισθωτή τον Β. Κ.. Τέτοια εντολή δεν αποδεικνύεται. Για το κρίσιμο θέμα της ανυπαρξίας εντολής, το δικαστήριο πείθεται από το σύνολο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, ιδία από την κατάθεση στο ακροατήριο, πρωτοδίκως, του μάρτυρος (Κ.) Γ.

Κ., μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης, το έτος 2000. Αυτός ο μάρτυρας καταθέτει, με σαφήνεια ότι η εφεσίβλητη δεν ανέθεσε στον εκκαλούντα τον εξώδικο χειρισμό των συγκεκριμένων τριών υποθέσεων, που αναφέρονται στην αγωγή. Η κατάθεση του ενισχύεται : α) Από το ιδιωτικό έγγραφο, με ημερομηνία 8.10.2004, του Ν.

Γ. Κ., αδελφού του εκκαλούντος, ως άνω, το οποίο απευθύνεται προς τον Α. Β., Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης, τον χρόνο εκείνο (8.10.2004). Στο έγγραφο αυτό, ο Ν. Κ. αναγράφει ότι ο ίδιος, μόνος του εξ ολοκλήρου, ανέλαβε, κατ' εντολή της εφεσίβλητης, ως νομικός σύμβουλος της, από την αρχή μέχρι το τέλος, "το κολοσσιαίο έργο" της συμβάσεως συνεργασίας της εφεσίβλητης με την ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ Α.Ε., για την παραγωγή χάρτου συσκευασίας, β) Από το ιδιωτικό έγγραφο -"επιστολή", με ημερομηνία 21.11.2005, του εκκαλούντος, το οποίο απευθύνεται προς τον δικηγόρο Ι.

Κ.. Στο έγγραφο αυτό, ο εκκαλών αποκαλεί τον Ι. Κ. "πληρεξούσιο δικηγόρο" της εφεσίβλητης, τον χρόνο εκείνο (21.11.2005) και αναφέρει "όλη τη συνεργασία" του με την εφεσίβλητη, για τον εξώδικο χειρισμό "όλων των υποθέσεων της", κατόπιν προφορικής εντολής της, από τον Μάρτιο 2000 μέχρι το Νοέμβριο 2005. Δεν αναγράφει, όμως, για την εντολή, που επικαλείται στην ένδικη αγωγή του, προς σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων, που αφορούσαν συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων στην περιοχή Καλοχωρίου του νομού Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, η κατάθεση του μάρτυρος Γ. Κ. δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας. Ειδικότερα, δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση, στο ακροατήριο, πρωτοδίκως, του μάρτυρος Ν. Κ., ούτε από την ένορκη βεβαίωση του Α. Γ., υπεύθυνου ειδικών έργων της εταιρείας ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ Α.Ε., το έτος 2000, εφ' όσον έρχονται σε αντίθεση προς το περιεχόμενο των πιο πάνω, με ημερομηνία 8.10.2004 και 21.11.2005 εγγράφων.

Έτσι, ο εκκαλών, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, δεν έχει έναντι της εφεσίβλητης, τις πιο πάνω επίδικες χρηματικές απαιτήσεις. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1, 91 παρ. 1 και 161 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2009 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 4060/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ