Legislator Giurisprudenza & Legislazione
990/2010 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal regarding abuse of right defense under Greek Civil Code Article 281.

Numero d'incarto 990/2010
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision, ruling that the appeal arguments were legally unfounded. The appellant challenged the dismissal of his lawsuit based on the abuse of right defense under Article 281 of the Civil Code and alleged a violation of the principle of proportionality. The court held that while the principle of proportionality is a constitutional concept, it does not provide a direct ground for appellate review of a trial court's factual finding on abuse of right, which must instead be judged according to the specific statutory criteria.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 281 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's review of a trial court's finding on abuse of right is limited to the statutory criteria of Article 281 and does not permit a direct application of the constitutional principle of proportionality.

Parole chiave

Generato dall'IA
abuse of right defense Article 281 Civil Code principle of proportionality appellate review limits good faith requirement social purpose of right dismissal of appeal allontanamento nonostante motivi di salute

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 5 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court, Full Bench, 6/2009
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 990 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 990/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8082/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5555/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-10-2002 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 728/2004 απόφαση του Αρείου πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 18/2005 απόφασης της Ολομελείας που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω συζήτηση. Επ' αυτής εκδόθηκαν οι αποφάσεις 113/2006 προδικαστική και 7716/2006 οριστική του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13-2-2007 αίτησή του επί της οποία εκδόθηκε η 2217/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε και πάλι την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το εφετείο εξέδωσε την 7254/2008 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μολονότι δεν περιείχε και αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι οι τελευταίοι ζήτησαν ρητά την απόρριψη της αγωγής, για το λόγο ότι αυτή ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, ένσταση την οποία, ως εφεσίβλητοι, παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους.

Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης αναγνώρισης ως απολύτως ακύρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Α.Κ., των συμβολαίων .../1990 και .../1992 με το πρώτο από τα οποία ο αναιρεσείων μεταβίβασε στον υιό του ΑΑ, λόγω γονικής παροχής, το επίδικο ακίνητο και με το δεύτερο ο υιός του μεταβίβασε περαιτέρω το ίδιο ακίνητο στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών-ενάγων ήταν κύριος μιας διώροφης οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο εμβαδού 530,80 τμ, που βρίσκεται στον δήμο ..., στη συμβολή των οδών ...

και ...αριθ. 1 Γ . Με το .../3-9-1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγελίας Γεωργακοπούλου-Βαβουράκη, που μεταγράφηκε, νόμιμα, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο ... με α.α. 18, συνέστησε στο παραπάνω ακίνητο οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 119,52 τ.μ , από πρώτο όροφο επιφανείας 126,18 τ.μ.

και από μελλοντικό όροφο επιφανείας 159,24 τ.μ. Με το ίδιο συμβόλαιο μεταβίβασε, κατά κυριότητα, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ως γονική παροχή, στον γιό του ΑΑ, ο οποίος συμβλήθηκε αυτοπροσώπως στη δικαιοπραξία αυτή. Στη συνέχεια, με το .../8-4-1992 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Χριστοδούλου-Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

με α.α. 240 των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, ο ΑΑ πώλησε το πιο πάνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στους δύο πρώτους εναγομένους- εφεσίβλητους ΒΒ και ΓΓ (μη διαδίκους πλέον), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 14.349.694 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία.

Οι αγοραστές αυτοί κατοίκησαν στο διαμέρισμα έως το έτος 1997, οπότε αποφάσισαν την μεταπώληση του, υπηρεσία που ανέθεσαν στον κτηματομεσίτη ΔΔ. Ο τελευταίος δημοσίευσε σχετική αγγελία στην εφημερίδα 'Ή Καθημερινή", στο φύλλο της 28-9-1997. Την αγγελία πληροφορήθηκαν οι τρίτος και τέταρτη εφεσίβλητοι - εναγόμενοι Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι και, τελικά αποφάσισαν την αγορά του.

Έτσι, με το .../16-10-1997 συμβόλαιο που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών Ζάμβια ή Ζάμπια Μπιτούνη-Κονδουναράκη, ως νόμιμη αναπληρώτρια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρονίκης Πανάγαινα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ... και α.α. 240 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, αγόρασαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το πιο πάνω διαμέρισμα, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 17.051.334 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία.

Οι εφεσίβλητοι εγκαταστάθηκαν, αμέσως, στο διαμέρισμα τούτο, όμως οι σχέσεις γειτονίας τους με τον εκκαλούντα- ενάγοντα, ο οποίος κατοικούσε και εξακολουθεί να κατοικεί στο ισόγειο διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής, δεν ήσαν ομαλές. Ειδικότερα, με την από 15-7-1998 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε σ' αυτούς στις 22-7-1998, ο ενάγων, αφού εκθέτει, ότι η πώληση του διαμερίσματος από τον γιό του στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων δηλαδή στον ΒΒ και ΓΓ ήταν "προβληματική" διότι ο γιος του δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και ότι είχε ενημερώσει για το γεγονός αυτό τους εναγομένους πριν προβούν στην αγορά και, κυρίως, ότι ήταν προορισμένη για οικογενειακή χρήση από τον ενάγοντα, διαμαρτυρήθηκε, στη συνέχεια, για χαλασμένες υδρορροές της οικοδομής, για χαλασμένη κλειδαριά της εξώπορτας, για το τίναγμα χαλιών, για ανασκαφές στον κήπο από τους εναγομένους και για το ότι η τελευταίοι διαδίδουν σε τρίτους, ότι, δήθεν ο ενάγων είναι δύστροπος και, γενικά για το ότι οι εναγόμενοι δεν κάνουν σαφή χρήση των δικαιωμάτων τους ως συνιδιοκτητών.

Με την από 5-8-1998 εξώδικη δήλωση του που δεν προκύπτει πότε επιδόθηκε, δεν αμφισβητείται όμως η επίδοση της, απαντητική της από 23-7-1998 εξώδικης δήλωσης των εναγομένων (μη προσκομιζόμενης), ο ενάγων διαμαρτύρεται για κατάληψη τις κοινόχρηστης σκάλας και ενός δωματίου στον ημιώροφο και για την εξωτερική βαφή του διαμερίσματος των εναγομένων, την οποία, ρητά, αποκαλεί ιδιοκτησία τους.

Ακόμη, ο ενάγων με τις από 29-10-1999, 16-11-1999 και 14-9-2000 εξώδικες δηλώσεις του προς τους εναγομένους, που επιδόθηκαν στις 5-11-1999, 19-11-1999 και 14-9-2000, αντίστοιχα, αφού αποκαλεί αυτούς συνιδιοκτήτες, διαμαρτύρεται για διάβρωση των θεμελίων της οικοδομής από ενέργειες των εναγομένων, ζήτησε δε να του παραδώσουν την γραπτή γνωμάτευση του μηχανικού τους, που είχε ελέγξει την οικοδομή μετά τους σεισμούς του έτους 1999 και να συναινέσουν, γραπτά, για τις επιβαλλόμενες εργασίες αποκατάστασης του κτηρίου.

Με το τελευταίο πιο πάνω εξώδικο έγγραφο ζήτησε να μετακινήσουν οι εναγόμενοι τις γλάστρες και τα φυτά από το κοινόχρηστο χώρο, ώστε ο ενάγων να αρχίσει εργασίες ανέγερσης προσθήκης Β ορόφου, με βάση την με αριθμό .../2000 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής. Ειδικότερα, για την οικοδομική αυτή άδεια, αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής την από 12-9-2000, με αριθμό πρωτοκόλλου ...

καταγγελία τους, επισημαίνοντας, ότι το ισόγειο της οικοδομής, είχε χαρακτηρισθεί κίτρινο από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια επιτροπή του ΥΠΕΧΩΔΕ και ο πρώτος όροφος πράσινος, μετά το σεισμό της 7-9-1999. Μετά την καταγγελία αυτή, η Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, Τομέας Ανατολικής Αττικής, με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../2684/15-9-2000 έγγραφο της προς το Α.Τ ...

παρήγγειλε τη διακοπή, των οικοδομικών εργασιών και ζήτησε όπως ο ενάγων υποβάλλει εντός δύο μηνών αίτηση για αναθεώρηση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Στη συνέχεια, στις 3-1-2001 κατέθεσε ο ενάγων την κρινόμενη αγωγή του. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι ο γιος του ενάγοντα ΑΑ έπασχε, κατά τους επίδικους χρόνους και εξακολουθεί να πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου.

Στις 11-11-1986 σκότωσε, μέσα στο επίδικο διαμέρισμα, τον θεράποντα ιατρό του με δίκαννο κυνηγετικό όπλο. Με το με αριθμό 4640/1987 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κρίθηκε ακαταλόγιστος για την πράξη του αυτή και διατάχθηκε η φύλαξη του σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα. Στις 14-1 1-1987 εγκλείσθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Με την με αριθμό 29634α/31-5-1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η απόλυση του, λόγω αποθεραπείας του, με τους όρους να διαμένει και να διαβιώνει στο σπίτι των γονέων ή της αδελφής του και να παρακολουθείται ανά 15νθήμερο από θεράποντες ιατρούς. Στις 31-5-1989 έλαβε εξιτήριο με διάγνωση νόσου σχιζοφρενικής ψύχωσης, σε ύφεση, χωρίς ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις.

Της αίτησής του για απόλυση είχε προηγηθεί η από 11-7-1988 ιατρική γνωμάτευση του Ψ.Ν.Α η οποία αναφέρει, ότι δεν εμφανίζει ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις, ούτε επικινδυνότητα για τη δημόσια ασφάλεια και ότι μπορούσε να εξέλθει με την αυστηρή προϋπόθεση της ύπαρξης του κατάλληλου οικογενειακού περιβάλλοντος, της συστηματικής λήψης φαρμάκων και της συχνής ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Στις 7-9-1990 εξετάσθηκε από την πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, η οποία με τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../12-9-90 έγγραφό της γνωμάτευσε, ότι πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου. Από το έτος 1997, περίπου, έχει αποσυρθεί σε εξοχική κατοικία του στον ... και κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί του προκαλεί σε αυτόν έντονη αναστάτωση (βλ.

από 27-5-04 ιατρικό σημείωμα ιατρού - ψυχιάτρου ...). Από τη συνεκτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ΑΑ, το Δικαστήριο πείθεται ότι αυτός τις 3-9-1990, όταν δηλαδή, συμβλήθηκε στο με αριθμό .../3-9-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής, αλλά και στις 8-4-1992, όταν συμβλήθηκε ως πωλητής στο με αριθμό .../8-4-1992 πωλητήριο συμβόλαιο με τους ΒΒ και ΓΓ, έπασχε από ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου, δηλαδή από πνευματική ασθένεια, με αποτέλεσμα να στερείται της χρήσης του λογικού δηλαδή δεν είχε λογική κρίση που να του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του.

Επομένως, οι δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρες και θεωρούνται σαν να μην έγιναν (άρθρα 131, 180 ΑΚ). Με την με αριθμό 7716/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία μετά την έκδοση της με αριθμό 2217/2007 απόφασή του Αρείου Πάγου έγινε αμετάκλητη ως προς τους δυο πρώτους εναγόμενους - εφεσίβλητους, ΒΒ και ΓΓ, μη διαδίκους πλέον και άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων Ψ1 και Ψ2, απορρίφθηκε στην ουσία της η ένδικη αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, αφού έγινε δεκτή η ένταση κατάχρησης δικαιώματος, την οποία αυτοί είχαν προτείνει.

Η παραπάνω, με αριθμό 7716/2006, απόφαση, δεν αποτελεί, ως προς τις αιτιολογίες της, δημόσιο έγγραφο με την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, στην παρούσα δίκη, δηλαδή το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να αντλήσει αποδείξεις από τις αιτιολογίες της. Δεδομένου, όμως ότι με το διατακτικό της απέρριψε στην ουσία την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, το οποίο διατακτικό στηρίζει η παραδοχή της έντασης κατάχρησης δικαιώματος, έχει κριθεί, αμετάκλητα ότι ο ενάγων δεν μπορεί να ασκήσει κατά των αμέσων δικαιοπαρόχων των ήδη εναγομένων -εφεσίβλητων δικαίωμα για αναγνώριση της ακυρότητας των δικαιοπραξιών που περιβλήθηκαν τον τύπο των με αριθμούς .../1990 και .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής και αγοραπωλησίας, αντίστοιχα.

Εφόσον, λοιπόν, ο ενάγων δεν διατηρεί ουσιαστικό δικαίωμα να πλήξει τους τίτλους κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων, δεν έχει κατά λογική και νομική συνέπεια, τέτοιο δικαίωμα να πλήξει, ένεκα του αυτού λόγου ακυρότητας, τους ίδιους τίτλους των εναγομένων Ψ1 και Ψ2. Με την αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή εξακολουθεί το δικαίωμα του ενάγοντα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των δύο δικαιοπραξιών που περιβλήθηκαν στον τύπο των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων, λόγω της στέρησης της χρήσης του λογικού του γιου του, που για το λόγο αυτό δεν απέκτησε κυριότητα με το πρώτο συμβόλαιο της γονικής παροχής, ώστε να την μεταβιβάσει, παραπέρα, η άσκηση του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα είναι απαγορευμένη, αφού αποδεικνύεται κατά τα μνημονευόμενα στη συνέχεια η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής ένστασης από το άρθρο 28 1 ΑΚ που πρότειναν, παραδεκτά, οι εναγόμενοι και το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται παραπάνω.

Συγκεκριμένα, από τη συνεκτίμηση όλων των εγγράφων που προαναφέρθηκαν και ιδιαίτερα των εξώδικων δηλώσεων του ενάγοντα και των εγγράφων που αφορούν την Πολεοδομική άδεια προσθήκης του Β' ορόφου της οικοδομής των διαδίκων, πλήρως αποδείχθηκαν και για τούτο παρέλκει η έκδοση απόφασης που να τάσσει αποδείξεις για τη βασιμότητα της έντασης, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων εγνώριζε την πνευματική ασθένεια του γιου του, όταν κατάρτισαν το συμβόλαιο γονικής παροχής, καθώς και την ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας. Το γεγονός αυτό ομολογεί στο δικόγραφο της αγωγής του, ισχυριζόμενος, μάλιστα, ότι ο ίδιος συμβλήθηκε εικονικά για να στερήσει από τον γιό του αιτίες για ψυχονευρωτικές αντιδράσεις, Όταν ο γιος του ΑΑ πώλησε το επίδικο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που είχε λάβει ως γονική παροχή, στους ΒΒ και ΓΓ, στις 8-4-1992, αλλά και μέχρι την 16-10-1997 που αυτοί το μεταπώλησαν στους εναγομένους Ψ1 και Ψ2, ο ενάγων δεν προσέβαλε δικαστικά τις παραπάνω δικαιοπραξίες.

Μετά την αγορά του από τους εναγομένους, με το από 15-7-1998 εξώδικό του ανέφερε, γενικά, ότι η πώληση που είχε γίνει στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων "ήταν προβληματική", διότι ο γιος του δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, διαμαρτυρήθηκε, όμως, όχι για έλλειψη κυριότητας των τελευταίων, αλλά διότι δεν έκαναν καλή χρήση του διαμερίσματος, ως συνιδιοκτήτες, με σκοπό την ανεκτή συμβίωση τους με τον ενάγοντα.

Στο από 5-8-1998 εξώδικο του αναφέρει, ότι, όταν οι εναγόμενοι των επισκέφθηκαν για πρώτη φορά, πριν την αγορά του διαμερίσματος, τους επέστησε την προσοχή για την παλαιότητα και τις φθορές του και όχι για το ότι οι δικαιοπάροχοι τους δεν είχαν δικαίωμα κυριότητας. Στο ίδιο εξώδικο, αλλά και στα από 29-10-99, 16-13-99 και 14-9-2000 εξώδικα που τους απέστειλε μεταγενέστερα, τους αποδίδει την ιδιότητα των συνιδιοκτητών της οικοδομής.

Έτσι, ο ενάγων όχι μόνο αδράνησε για έντεκα (11), περίπου, χρόνια να ασκήσει την ένδικη αγωγή του, στις 3-1-2001, από την κατάρτιση του συμβολαίου γονικής παροχής στις 3-9-1990, αλλά με την πιο πάνω εξακολουθητική συμπεριφορά του αναγνώρισε, με ρητές πράξεις, τους εναγομένους ως ιδιοκτήτες του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου που αυτοί αγόρασαν.

Με τον τρόπο αυτό, δημιούργησε στους εναγομένους την πεποίθηση, ότι οι τίτλοι κτήσης του διαμερίσματος αυτού δεν ενέχουν ελάττωμα, ότι ο ενάγων τους θεωρεί νόμιμους ιδιοκτήτες του, και δεν επρόκειτο να εγείρει αξιώσεις. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε την αγωγή του μετά τη διένεξή του με τους εναγόμενους, για την ανέγερση προσθήκης Β' ορόφου απ' αυτόν, με την με αριθμό .../2000 οικοδομική άδεια και τη διακοπή των εργασιών κατόπιν της από 12-9-2000 καταγγελίας των εναγομένων για επικινδυνότητα της οικοδομής από τους σεισμούς της 7-9-1999.

Ακόμη και αν η διένεξη αυτή δεν αποτέλεσε την αφορμή για την άσκηση της αγωγής, είναι γεγονός χρονικά επακόλουθο της διένεξης τους. Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του ένδικου δικαιώματος για αναγνώριση της ακυρότητας των επιδίκων δικαιοπραξιών υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενάγοντα, διότι η συμπεριφορά του είναι αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη του μέσου συνετού ανθρώπου καθώς και στην συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα, αλλά και στον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του ενάγοντα, ως μέλους του κοινωνικού συνόλου.

Η πιο πάνω υπέρβαση είναι προφανής, δηλαδή έκδηλη, διότι, σε σχέση με το όφελος του ενάγοντα προξενείται άδικη κατάσταση σε βάρος των εναγομένων, δηλαδή απώλεια της ιδιοκτησίας που αγόρασαν και για την οποία κατέβαλαν τίμημα, ενώ ο ενάγων μπορούσε να τους αποτρέψει από την αγορά του με ενημέρωση κατά την προαναφερόμενη συνάντηση τους πριν την αγορά, η οποία συνάντηση και συνομιλία τους έγινε όπως ο ίδιος δέχεται με το από 5-8-1998 εξώδικο του.

Επομένως, η ένσταση των εναγομένων είναι βάσιμη και στην ουσία της". Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η εν λόγω διάταξη και άρα καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε την ειρημένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτή των πραγματικών του διαπιστώσεων και ο προκείμενος περί του αντιθέτου λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, που κατ' εκτίμηση υπάγεται μόνο στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στέρησε, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την απόφασή του από νόμιμης βάσης και κατέληξε σε ασαφές πόρισμα, αφού: α) ερεύνησε και δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., χωρίς προηγουμένως να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και χωρίς να δεχθεί την ακυρότητα της μεταβίβασης προς τους αναιρεσίβλητους και β) δέχθηκε ενδοιαστικώς ότι ο αναιρεσείων έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των δύο δικαιοπραξιών, χωρίς να δέχεται θετικώς ότι υπόκειται ακύρωση των συμβολαίων μεταβιβάσεως της κυριότητας προς τους εναγομένους (αναιρεσιβλήτους).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατ' αποδοχή του λόγου έφεσης για την παρά τον νόμο απόρριψη της αγωγής ως αόριστης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή κατά το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της δικαιοπραξίας που περιβλήθηκε τον τύπο του με αριθμό .../1997 συμβολαίου, με το οποίο οι εναγόμενοι- αναιρεσίβλητοι αγόρασαν από τους ειδικούς διαδόχους του υιού του ενάγοντος το επίδικο ακίνητο, με την, μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης, αιτιολογία ότι η σύμβαση μεταβίβασης ξένου ακινήτου σε άλλον είναι έγκυρη, όμως ο αγοραστής δεν αποκτά κυριότητα, με επάλληλη δε αιτιολογία ότι αν το εν λόγω αίτημα ήθελε εκτιμηθεί ως αναγνωριστικό μη κτήσης από τους αναιρεσιβλήτους κυριότητας στο ακίνητο, είναι απαράδεκτο, διότι η αγωγή δεν ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων, δέχθηκε ως νόμω βάσιμη την από το άρθρο 281 Α.Κ.

ένσταση των εναγομένων, ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση και, αφού δέχθηκε ότι οι δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν με τα συμβόλαια .../1990 και .../1992, με το πρώτο από τα οποία ο ενάγων μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, το επίδικο ακίνητο στον υιό του και με το δεύτερο ο υιός του μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ίδιο ακίνητο στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων, είναι άκυρες, διότι ο υιός του ενάγοντος κατά την κατάρτιση των δικαιοπραξιών εστερείτο της χρήσεως του λογικού, στη συνέχεια κατ' αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της από το άρθρο 281 του Α.Κ.

ένστασης των εναγομένων, δέχθηκε ότι το δικαίωμα του ενάγοντος, να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας των τελευταίων δύο δικαιοπραξιών (όχι και της πώλησης προς τους εναγομένους, ως προς την οποία απέρριψε κατά τα ανωτέρω ως νόμω αβάσιμη την αγωγή), ασκείται καταχρηστικά και για τον λόγο αυτόν απέρριψε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αρκούντως σαφείς και χωρίς αντίφαση ή ενδοιασμό αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το αντίστοιχο δε αποδεικτικό του πόρισμα έχει διατυπωθεί με σαφήνεια.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 του Α.Κ. και δέχθηκε ότι εφόσον έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι ο αναιρεσείων δεν διατηρεί ουσιαστικό δικαίωμα να πλήξει τους τίτλους κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων, λόγω της ευδοκίμησης της προβληθείσης από αυτούς ένστασης του 281 Α.Κ., δεν έχει κατά λογική και νομική συνέπεια τέτοιο δικαίωμα να πλήξει για τον ίδιο λόγο ακυρότητας τους τίτλους των εναγομένων.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη ως άνω αιτιολογία περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος. Kατά το άρθρο 25 του Συντάγματος : Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (παρ. 1).

Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη (παρ. 2). Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται (παρ. 3). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Δεν ελέγχεται, όμως, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν (Ολ.Α.Π. 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας δέχθηκε ως βάσιμη την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7254/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ