Legislator Giurisprudenza & Legislazione
990/2008 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on security bond issue, ruling procedural requirements and lack of standing preclude review.

Numero d'incarto 990/2008
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a car manufacturer against a bank's judgment regarding litigation security bonds. The appellant argued the lower court ignored their substantial asset claims and the bank's existing collateral, but the court found these arguments were already considered and rejected in the original decision. Furthermore, the court ruled the appeal was inadmissible because the underlying lawsuit had been withdrawn due to the lack of the required security bond, thereby depriving the appellant of legal standing to challenge the judgment.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 169 K. Pol. D.; Art. 172 K. Pol. D.: An appeal is inadmissible if the underlying action has been withdrawn due to the failure to provide the required security bond, as the appellant lacks legal interest in the review.

Parole chiave

Generato dall'IA
litigation security bond legal standing withdrawn action procedural inadmissibility litigation costs appeal dismissal court costs

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 169 K. Pol. D.
Art. 263 K. Pol. D.
Art. 282 K. Pol. D.
Art. 599 K. Pol. D.
Art. 172 K. Pol. D.
Art. 1 and 19 K. Pol. D.

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 990 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 990/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΝΑΜΚΟ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.07.1989 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3792/1990 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 770/1991 του Εφετείου Αθηνών, παραπεμπτική στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 710/1992 του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστήριο της αναπομπής, 4445/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3074/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15.04.2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με το άρθρο 169 Κ. Πολ. Δ., το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο, που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.

Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, προκύπτει, ότι: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου, και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ.

γ' Κ. Πολ. Δ.), β) κριτήριο της υποχρεώσεως εγγυοδοσίας είναι εδώ η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής, και τούτο ισχύει, λόγου χάρη, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του διαδίκου και ήδη αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η ανωτέρω εγγυοδοσία πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη προαποδεικτικώς από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπ' όψιν του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για τη μη εκτέλεση της διατάξεως για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου διαδίκου στην εγγυοδοσία, δ) το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική της δίκης ένσταση για εγγυοδοσία, καθορίζει όχι μόνο το μέγεθος αυτής, αλλά και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει, ενώ, αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο με αίτηση εκείνου, που ζήτησε την εγγυοδοσία, ανακαλεί την αγωγή, κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο.

Η ανάκληση, μάλιστα, αυτή θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρεμβάσεως ή του ένδικου μέσου (αρθρ. 171, 172 και 162 Κ. Πολ. Δ.), ε) Το βάρος αποδείξεως των προϋποθέσεων της εν λόγω δικονομικής αναβλητικής ενστάσεως (που εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα) φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ αυτή (ένσταση) είναι βάσιμη αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 169, σε συνδυασμό με την εξαίρεση του άρθρου 170 αριθμ. 1 του Κ. Πολ. Δ., είναι συμβατή με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλά και προς το Κοινοτικό Δίκαιο, και συγκεκριμένα το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ευρ ΕΣΔΑ) ή Σύμβασης της Ρώμης (4.11.1950), σύμφωνα με την οποία "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο....", έχει δε ως σκοπό όχι μόνο τη διασφάλιση της απαιτήσεως για τα δικαστικά έξοδα, αλλά και την περιστολή της καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου έχει κρίνει, ότι δεν προσβάλλεται το θεμελιακό δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια με την διατασσόμενη εγγυοδοσία για τα δικαστικά έξοδα (Ευρ ΣΔΑ 6 παρ. 1). Πρέπει δε ιδιαίτερα να τονιστεί, ότι η, ως άνω εγγυοδοσία αφορά μόνο τα δικαστικά έξοδα συγκεκριμένου βαθμού δικαιοδοσίας και όχι τυχόν αξιώσεις αποζημιώσεως από τη διενέργεια του δικαστικού αγώνα.

Το είδος της αγωγής ως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής είναι αδιάφορο. Όπως εκτέθηκε ο ισχυρισμός για εγγυοδοσία έχει χαρακτήρα αναβλητικής ενστάσεως (263 περ. γ' Κ. Πολ. Δικ.), που προτείνεται επί ποινή απαραδέκτου κατά την πρώτη συζήτηση. Η πρώτη συζήτηση νοείται σε σχέση , με τον κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, σε περίπτωση δε αναπομπής από το Εφετείο (άρθρο 535 Κ.

Πολ. Δ.) πρώτη συζήτηση θεωρείται εκείνη που διεξάγεται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Δικαστηρίου της αναπομπής. Στην περίπτωση, που εδώ κρίνεται, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι η ενάγουσα, "με την από 10.7.1989 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε, ότι, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτής και της εναγομένης Τράπεζας εγκρίθηκε τον Αύγουστο του 1983 η χορήγηση προς αυτήν δανείου από την εναγομένη, ποσού 192.000.000 δραχμών και ότι, ενώ αναμενόταν η υπογραφή της σχετικής σύμβασης, η εναγομένη, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ματαίωσε το Νοέμβριο 1983 την κατάρτιση της σύμβασης και ότι, επίσης, ακολουθώντας παρελκυστική τακτική, αρνήθηκε, κατά κατάχρηση δικαιώματος, να μετατρέψει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας σε μακροπρόθεσμα δάνεια ή να προβεί στη μετοχοποίηση τους, κατά τους όρους της 323/1981 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και των σχετικών πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με αποτέλεσμα να υποστεί από την παράνομη αυτή συμπεριφορά της εναγομένης, που οφειλόταν στην πρόθεσή της να την βλάψει, θετικές ζημίες ποσού 18.901.240 δραχμών, αποθετικές ζημίες ποσού 10.262.623.500 δραχμών και ηθική βλάβη αποτιμώμενη σε 500.000.000 δραχμές.

Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος της από καταψηφιστικό, σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι υποχρεούται η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 29.664.417.740 δραχμών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 3792/1990 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της, και συγκεκριμένα ως προς την αξίωση της ενάγουσας προς αποζημίωση για θετικές ζημίες της ως αόριστη και ως προς τις αξιώσεις της προς αποζημίωση για τις αποθετικές ζημίες της και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη ως μη νόμιμη, όσον αφορά τη θεμελίωσή τους στις διατάξεις περί προσυμβατικής ευθύνης και περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως αόριστη όσον αφορά τη θεμελίωση του στις διατάξεις των άρθρων 919, 932 Α.Κ.

Κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η 770/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε, ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας προς αποζημίωση για τις αποθετικές της ζημίες και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, θεμελιουμένη στις διατάξεις των άρθρων 919 και 932 Α.

Κ., εξαφανίστηκε η, ως άνω, 3792/1990 πρωτόδικη απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την κατ' ουσία έρευνά της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επελήφθη της υπόθεσης κατόπιν κλήσης της ενάγουσας ως δικαστήριο της αναπομπής, εξέδωσε την 710/1992 απόφασή του, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης και υποχρεώθηκε η ενάγουσα σε παροχή εγγυοδοσίας υπέρ της εναγομένης, κατ' αποδοχή ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης σχετικής αίτησής της, για την εξασφάλιση των εξόδων της στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την κατάθεση του ποσού των 215.252.470 δραχμών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της απόφασης, αφού κρίθηκε, ότι συντρέχει προφανής κίνδυνος, ότι θα καταστεί αδύνατη η εκτέλεση της περί εξόδων διάταξης σε ενδεχόμενη καταδίκη της ενάγουσας.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 8.12.1997 κλήση της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε την ανάκληση τής, ως άνω, 710/1992 οριστικής αποφάσεως κατ' άρθρο 309 εδ. β' Κ. Πολ. Δ. και τη συζήτηση κατ' ουσία της αγωγής της κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη. Έτσι, δημιουργήθηκε στάδιο για την παραδεκτή υποβολή της αίτησης για ανάκληση της εν λόγω απόφασης.

Με την ως άνω, κλήση - αίτηση συνεκδικάστηκε και η υποβληθείσα από 10.11.1998 αίτηση της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε να αποφανθεί το Δικαστήριο, ότι ανακλήθηκε η από 10.7.1989 αγωγή, κατ' άρθρο 172 Κ. Πολ. Δ., για το λόγο ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε στην ορισθείσα προθεσμία το ποσό της ταχθείσης σε βάρος της εγγυοδοσίας.

Επ' αυτών εκδόθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 4445/1999 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την από 8.12.1997 κλήση - αίτηση της ενάγουσας, δέχθηκε την από 10.11.1998 αίτηση της εναγομένης και αποφάνθηκε, ότι ανακλήθηκε η από 10.7.1989 αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται, επειδή η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένστασή της, ότι η διάταξη του άρθρου 169 Κ.

Πολ. Δ. είναι αντισυνταγματική, αποτελούσα ανεπίτρεπτο και άσκοπο περιορισμό του συνταγματικά προστατευομένου δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και έτσι εσφαλμένως δεν ανακάλεσε την προαναφερθείσα απόφαση, που ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, υποχρέωσε αυτή στην παροχή εγγυοδοσίας υπέρ της εναγομένης, ώστε να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της αγωγής.

Όπως, όμως, εκτέθηκε ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η, ως άνω, διάταξη είναι συμβατή με το άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει, ότι καθένας έχει δικαίωμα την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Σκοπός της διάταξης είναι η διασφάλιση της απαιτήσεως για τα δικαστικά έξοδα, αλλά και η περιστολή της καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Γι' αυτό, άλλωστε, το λόγο για τη λήψη του μέτρου της εγγυοδοσίας απαιτείται αίτηση του διαδίκου και δεν είναι δυνατή αυτεπάγγελτη διάταξη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ., για παράβαση των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

II. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ. Πολ. Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα - παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.

Πολ. Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τους κάτωθι πραγματικούς ισχυρισμούς: "α) ότι η συζήτηση στο Δικαστήριο αναπομπής δεν ήταν η πρώτη, αφού λόγω της εφαρμογής και του άρθρου 171 Κ. Πολ. Δ. και της στάσης της εναγομένης ν' απαντήσει επί του νομικού και πραγματικού μέρους της αγωγής πρώτη συζήτηση πρέπει να θεωρείται η αρχική εκείνη στο Πρωτοδικείο, επί της οποίας εκδόθηκε η 3792/1990 πιο πάνω απόφαση και β) ότι η αίτηση για εγγυοδοσία του άρθρου 169, πέραν από του ότι αποτελεί ένσταση (αρθρ. 263 παρ.

γ') φέρει αναμφίβολα συνάμα και το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος ζητήματος (άρθρ.282), οπότε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 284 πρώτη συζήτηση στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να θεωρείται η γενομένη στο Εφετείο, επί της οποίας εκδόθηκε η αριθμ. 770/1991 μη οριστική απόφαση και όχι η μεταγενέστερη στο δικαστήριο της αναπομπής".

Ο λόγος αυτός, εν όψει των ανωτέρω στην προηγούμενη μείζονα σκέψη εκτεθέντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι "πρώτη" συζήτηση, για όλες τις συνέπειες, με την έννοια του άρθρου 281 Κ. Πολ. Δ., σε περίπτωση αναπομπής της υποθέσεως από το Εφετείο, όπως επί της κρινομένης υποθέσεως, θεωρείται εκείνη που διεξάγεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του δικαστηρίου της αναπομπής, όπου και υποβλήθηκε η περί ης πρόκειται αίτηση εγγυοδοσίας, κατ' άρθρο 169 Κ.

Πολ. Δ., η οποία, σημειωτέον, δεν αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα υπό την έννοια του άρθρου 282 Κ. Πολ. Δ. Περαιτέρω, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του αρ. 8 του άρθρου 599 Κ. Πολ. Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η μομφή, ότι το δίκασαν Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί υπάρξεως προφανούς κινδύνου αδυναμίας εκτελέσεως της περί εξόδων διατάξεως υπέρ της εναγομένης της εκδοθησομένης αποφάσεως επί της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς: "α) ότι η εταιρεία μας, πέρα από την αξιόλογη ακίνητη περιουσία που και σήμερα συνεχίζει να έχει, διαθέτει και το σημαντικό άϋλο αγαθό, που αφορά την αποτίμηση της βιομηχανικής τεχνολογίας - τεχνογνωσίας κατασκευής των οχημάτων ΡΟΝΥ, το οποίον αγαθό, ως περιουσιακό της στοιχείο, η παγκοσμίως γνωστή εταιρεία εκτιμητών "......" το είχε εκτιμήσει στο ποσό των 23.000.000.000 δραχμών και β) ότι για όσες απαιτήσεις είχαν και έχουν οι πιστώτριες Τράπεζες εναντίον μου, για την εξασφάλιση τους έχουν παράλληλα εγγράψει αποδεδειγμένα προσημειώσεις υποθήκης και σε όλα ανεξαιρέτως τα ατομικά ακίνητα των εγγυητών μου, η συνολική πραγματική αξία των ακινήτων τους ανέρχεται τουλάχιστον σε 10.000.000.000 δρχ., οπότε από τις παράλληλες αυτές εμπράγματες ασφάλειες, που έχουν οι Τράπεζες, πληρέστατα μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους.

Μάλιστα δε προς απόδειξη των αυτοτελών τούτων πραγματικών ισχυρισμών μου, όπως προκύπτει από τις σχετικές προτάσεις που κατέθεσα, προσεκόμισα και επικαλέσθηκα και σχετικά περί τούτων έγγραφα". Και τούτο, διότι, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, η τελευταία τους έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε.

III. Τέλος, και όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίον η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, γεγονός που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρα 1 και 19 Κ. Πολ. Δ.), αναφορικά με τον υπολογισμό του ποσού της ορισθείσας εγγυοδοσίας στο ύψος των 215.252.400 δρχ., στο οποίο περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης και για τη σύνταξη προτάσεων, ενώ αυτός (ο πληρεξούσιος δικηγόρος) αμείβεται από την τελευταία (αναιρεσίβλητη) με πάγια αντιμισθία, είναι πλέον άνευ αντικειμένου, αλλά και η αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος να τον προτείνει, διότι, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή ήδη, λόγω μη καταβολής της παραπάνω εγγυοδοσίας, έχει ήδη ανακληθεί, κατ' άρθρο 172 Κ. Πολ. Δ. Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2004 αίτηση της Ελληνικής Βιομηχανίας Αυτοκινήτων Οχημάτων ΝΑΜΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για αναίρεση της 3074/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ