Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments lack independent existence under Article 559 of Civil Procedure Code.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and supplementary arguments against the Third Instance Court of Corfu's decision. The appellant argued the lower court ignored claims regarding the respondent's lack of legal interest and abuse of process, but the court held these were not independent grounds for review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must possess independent existence and cannot merely reinforce substantive claims already made in the lower proceedings.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 98 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., και διατηρεί υποκατάστημα στο Νησάκι Κέρκυρας, με Α.Φ.Μ. ... , όπως εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΝΚ AUSTRIA LEASING ARGO IMMOBILIEN LEASING GMBH", η οποία εδρεύει στη Βιέννη της Αυστρίας, οδός ... , με Α.Φ.Μ. ... , όπως εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1367/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2022 αίτηση και τους από 21-12-2023 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5.9.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 20/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Οι από 21.12.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22.12.2023 και επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (16.10.2024), κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της (βλ.
την υπ' αριθ. ...2023 έκθεση επίδοσης με θυροκόλληση, την από 22.12.2023 απόδειξη παράδοσης απλού αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου στον Προϊστάμενο του Α.Τ. Εξαρχείων και την από 27.12.2023 βεβαίωση - απόδειξη παράδοσης έγγραφης ειδοποίησης σε συστημένη επιστολή στον υπάλληλο των ΕΛ.ΤΑ Κ. Φ. του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Π.
Ν.), ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτοί. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το νόμο 1665/1986 ("Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης") καθιερώθηκε στην Ελλάδα η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης" (Leasing). Με τη σύμβαση αυτή, για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια εταιρεία υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου (μετά την τροποποίηση με το Ν. 2367/1995) ή και των δύο μαζί, που προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλομένου, παρέχοντας συγχρόνως στον τελευταίο το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο (άρθρο 1 εδ.
α'). Με τη χρηματοδοτική μίσθωση ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει την χρήση αγαθών έναντι μισθώματος, το οποίο θα πορίζεται από τα κέρδη που θα του αποφέρει η χρησιμοποίηση των αγαθών. Η εν λόγω σύμβαση βασίζεται στη διαπίστωση ότι για τον επενδυτή επιχειρηματία ή επαγγελματία δεν έχει σημασία τόσο η κυριότητα του αντικειμένου, όσο η δυνατότητα ακώλυτης χρήσης αυτού, που εξασφαλίζεται στον μισθωτή με το σύνολο των όρων της μίσθωσης.
Η χρηματοδοτική μίσθωση λήγει: α) με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, εφόσον ο μισθωτής δεν άσκησε το δικαίωμά του για ανανέωση της μίσθωσης, β) αν ο μισθωτής αγοράσει το πράγμα, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα προαίρεσης που του έχει παραχωρηθεί κατά τη συνομολόγηση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, γ) αν πτωχεύσει ο μισθωτής και δ) με την καταγγελία της σύμβασης.
Συγκεκριμένα, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της, αν ο μισθωτής αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κυρίως αν περιέλθει σε υπερημερία ως προς την πληρωμή του μισθώματος. Με την καταγγελία λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από τον μισθωτή, είτε με διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ), είτε με την αγωγή αποβολής από τη νομή κατ' άρθρα 984, 987 και 998 ΑΚ (αντιποίηση της νομής) ή την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατ' άρθρα 733-734 ΚΠολΔ.
Μπορεί δε στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης να τεθεί όρος ότι, σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την πληρωμή του μισθώματος, γίνονται απαιτητές όλες οι υπόλοιπες δόσεις του μισθώματος μέχρι το τέλος της συμφωνημένης διάρκειας της μίσθωσης (ΑΠ 1320/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015). Εκτός από την κλασική μορφή της χρηματοδοτικής μίσθωσης, είναι διαδεδομένος και ένας άλλος τύπος αυτής (και συγκεκριμένα η μορφή με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ το financial leasing τη δεκαετία του 1930), κατ' εξοχήν εφαρμοζόμενος στα ακίνητα, γνωστός με τον όρο "sale and lease back", ή "αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση".
Στη μορφή αυτή, μία επιχείρηση, η οποία έχει ήδη ένα πάγιο στοιχείο στην κυριότητά της, το πωλεί στην εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, διατηρώντας το στην κατοχή και χρήση της ως μισθώτρια, χρηματοδοτούμενη έτσι με το τίμημα που της καταβάλλεται, και επανακτά την κυριότητα στο τέλος της ανέκκλητης περιόδου (ήτοι της περιόδου κατά την οποία κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, αν δεν συντρέχει νόμιμος λόγος), αφού θα έχει εξοφλήσει όλα τα μισθώματα που αντιστοιχούν στο καταβεβλημένο τίμημα, με τους τόκους, τα έξοδα και το σχετικό κέρδος της εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Έτσι, στη μορφή αυτή του leasing, η χρηματοδότηση δεν γίνεται για την απόκτηση του πράγματος, αλλά μέσα από το ίδιο το πράγμα, ως εκ των υστέρων χρηματοδότηση (a posteriori), με ρευστοποίηση μιας ήδη πραγματοποιημένης επένδυσης, όπου η συναλλαγή διενεργείται χωρίς καμία παρεμβολή τρίτου προμηθευτή του πράγματος, ανάμεσα μόνο στην εταιρεία leasing και τον πελάτη της, τον οποίο επίσης χρηματοδοτεί.
Είναι δε αξιοσημείωτη η ομοιότητα του θεσμού της χρηματοδοτικής μίσθωσης και της καταπιστευτικής μεταβίβασης της κυριότητας με σκοπό την εξασφάλιση απαίτησης (της fiducia cum creditore contracta του ρωμαϊκού δικαίου), αφού υπάρχει το κοινό χαρακτηριστικό της περιέλευσης στο δανειστή της κυριότητας πράγματος, με την οποία εξασφαλίζεται η απαίτησή του, ενώ ο μισθωτής διατηρεί την κατοχή του πράγματος, βάσει κάποιας συμφωνούμενης έννομης σχέσης, ιδιαίτερα μίσθωσης.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υπάρχει αληθινή βούληση και από τα δύο μέρη για σύναψη της εξασφαλιστικής δικαιοπραξίας, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για χαρακτηρισμό της ως εικονικής. Η απόκτηση της κυριότητας και η εκμίσθωση του πράγματος συνδέονται μεταξύ τους άρρηκτα, τόσο χρονικά όσο και τελολογικά, υπό την έννοια ότι η πρώτη γίνεται για να επακολουθήσει η δεύτερη.
Η εταιρεία leasing αποκτά το πράγμα, με τον όρο ότι ο μέχρι τότε ιδιοκτήτης του θα μπορεί να το κατέχει και να το εκμεταλλεύεται, τούτο δε επιτυγχάνεται μέσω της συνακόλουθης (συνήθως άμεσης) εκμίσθωσής του σ' αυτόν, στην πράξη δε οι συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης και χρηματοδοτικής μίσθωσης καταρτίζονται ταυτοχρόνως με δύο διαφορετικά συμβόλαια, τα οποία μεταγράφονται με τέτοια σειρά, έτσι ώστε η εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης πρώτα να αποκτήσει την κυριότητα και νομή του πράγματος και να καταβάλει το τίμημα και στη συνέχεια να εκμισθώσει το πράγμα έναντι ορισμένου μισθώματος. (ΑΠ 127/2025, ΑΠ 584/2024).
Στο άρθρο 14 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης (22-07-2004) ν. 2076/1992, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3148/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 2000/12/ΕΚ, "σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων", ορίζονται τα εξής: "Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει και λειτουργεί σε άλλο Κράτος - Μέλος και είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική πολλών πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδα ορισμένες ή όλες τις δραστηριότητες του καταλόγου του άρθρου 24 (αρ.
β' έως ιβ'), είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα, είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 11 και 13 παρ. 3-5 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ 1β, 19, 20 και 22 παρ. 2-5, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και πληρούνται σωρευτικά οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
α. Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, ως πιστωτικά ιδρύματα, στο Κράτος - Μέλος, στο δίκαιο του οποίου υπάγεται το χρηματοδοτικό ίδρυμα, β. Οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται ήδη από αυτό στο ίδιο Κράτος - Μέλος της έδρας του χρηματοδοτικού ιδρύματος, γ. Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών της θυγατρικής, δ.
Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του Κράτους - Μέλους καταγωγής, δηλώνουν ρητά στην Τράπεζα της Ελλάδος, ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η θυγατρική τους, ε. Η θυγατρική υπάγεται, ειδικότερα για τις δραστηριότητες του άρθρου αυτού, στο καθεστώς της εποπτείας ή καθεμιάς από τις μητρικές επιχειρήσεις, με βάση την κοινοτική νομοθεσία, που καλύπτει τουλάχιστον τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και τον αντίστοιχο περιορισμό των συμμετοχών, σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος. 2.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνεται από τα μητρικά πιστωτικά ιδρύματα, με επιβεβαίωση των εποπτικών αρχών τους, για τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων της παρ. 1 ή για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις αυτές, καθώς και για το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και τον ενοποιημένο συντελεστή φερεγγυότητος του πιστωτικού ιδρύματος που είναι μητρική ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μητρικές του επιχειρήσεις, με βάση τη διαδικασία των άρθρων 11 και 13 παρ. 3.
Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η δυνατότητα συνέχισης και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία. 3. Για την ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 11, 13 παρ. 3-5, 18 παρ. 1β', 19, 20 και 22 παρ. 2 έως 5 υπό τον όρο "πιστωτικό ίδρυμα" νοείται το "χρηματοδοτικό ίδρυμα" του παρόντος άρθρου και υπό τον όρο "άδεια λειτουργίας" νοείται "το καταστατικό".
Εξάλλου, με την παράγραφο 10 του άρθρου 14 ν. 3148/2003, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 2076/1992 ως εξής: "1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε και λειτουργεί στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο Κράτος - Μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 24, στις οποίες αφορούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες ή τη δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1γ του ίδιου νόμου, τέτοια δραστηριότητα είναι και η κατάρτιση χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1665/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων, "1. Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να συνάπτουν ως εκμισθωτές μόνο ανώνυμες εταιρίες με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια εργασιών του άρθρου 1 αυτού του νόμου. Για τη σύσταση των εταιριών αυτών απαιτείται και ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.
Όμοια άδεια απαιτείται επίσης α) για τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρίας σε ανώνυμη εταιρία, με αποκλειστικό σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, και β) για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα αλλοδαπών εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης... 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία και έλεγχο στις εταιρίες του άρθρου αυτού και μπορεί να ζητεί από αυτές οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία.
Σε περιπτώσεις παράβασης των διατάξεων αυτού του νόμου η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει όλα τα προβλεπόμενα για τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες μέτρα". Συνακόλουθα, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης μίσθωσης (2004), χρηματοδοτική μίσθωση μπορούσαν να καταρτίσουν μόνο οι ειδικώς ρυθμιζόμενες στο νόμο εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατόπιν ειδικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό την εποπτεία της (άρθρο 2 του ν. 1665/1986) και, ερμηνευτικώς, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 2 παρ.6 , 24 παρ. 1 στοιχ.
γ' , 14 και 13 παρ. 3-1 του ν. 2076/1992, πιστωτικά ιδρύματα με έδρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και χρηματοδοτικά ιδρύματα - θυγατρικές πιστωτικών ιδρυμάτων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε με εγκατάσταση, είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις (άρθρο 14 παρ. 1) και διαδικασίες (άρθρο 13 παρ. 3-1).
Διευκρινιστικά, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, που ενσωματώθηκε με τον ανωτέρω νόμο (2076/1992), "Πιστωτικά" είναι τα ιδρύματα που έχουν ως δραστηριότητα την αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και τη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, χρηματοδοτικό ίδρυμα είναι η επιχείρηση που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναγράφονται στα σημεία 2 έως 12 του καταλόγου του παραρτήματος I (μεταξύ των οποίων είναι και η κατάρτιση συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης), ενώ ελεύθερη παροχή υπηρεσιών είναι μία δραστηριότητα που έχει προσωρινό χαρακτήρα.
Επίσης, "Κράτος - Μέλος καταγωγής" είναι το Κράτος Μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας και "Κράτος - Μέλος υποδοχής", το Κράτος Μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει και λειτουργεί σε άλλο κράτος μέλος, έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.
Από τη διατύπωση των διατάξεων σχετικά με την κοινοποίηση, από την πλευρά του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου που συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσής του, του ενδιαφέροντός του να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, ώστε οι αρχές αυτές να διαβιβάσουν στη συνέχεια την εν λόγω κοινοποίηση στις αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής, προκύπτει ότι, η κοινοποίηση αυτή δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν έχει δηλαδή συστατικό χαρακτήρα, αλλά δηλωτικό.
Τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός, ότι οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, αναφέρονται στο άρθρο 19 της Οδηγίας 2000/12 κατά τρόπο περιοριστικό και συγκεκριμένο, καθώς στη συγκεκριμένη διάταξη απαριθμούνται πέντε (5) προϋποθέσεις, οι οποίες, κατά την ως άνω εγχώρια διάταξη, απαιτείται να πληρούνται σωρευτικώς, ήτοι "α.
η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται η θυγατρική, β. οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι στο ίδιο κράτος μέλος, γ. η μητρική επιχείρηση ή μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών της θυγατρικής, δ.
η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι η διαχείριση της θυγατρικής ασκείται με σύνεση και, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, δηλώνουν ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η θυγατρική, ε. η θυγατρική περιλαμβάνεται πράγματι, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική της επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές της επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 56, ιδίως για τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στο άρθρο 51", ενώ η γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής του κράτους υποδοχής αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, χωρίς να αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση.
Εξάλλου, η άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων δεν εξαρτάται από οιασδήποτε μορφής άδεια από το κράτος υποδοχής (εν προκειμένω την Ελλάδα), η δε κατά τα ως άνω προβλεπόμενη γνωστοποίηση της πρόθεσης για προσφορά υπηρεσιών χρησιμεύει για την επαλήθευση των ουσιαστικών αυτών προϋποθέσεων, χωρίς να συνιστά αυτή καθεαυτή προϋπόθεση για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος.
Και τούτο διότι, εάν βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει την εν λόγω γνωστοποίηση στις ουσιαστικές (και όχι στις διαδικαστικές) προϋποθέσεις, για την έγκυρη προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ασφαλώς και θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε με τις λοιπές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη σχετική διάταξη.
Επομένως η παράλειψη της γνωστοποίησης από ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε ένα κράτος-μέλος της πρόθεσής του να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε άλλο κράτος-μέλος δεν επιδρά επί της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητάς του να ασκεί δραστηριότητα στο κράτος-μέλος υποδοχής, εν προκειμένω στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου δεν συνεπάγεται την ακυρότητα των συμβάσεων που συνάπτει στο πλαίσιο άσκησης της δραστηριότητάς του αυτής.
Ούτε οι διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν.2076/1992, αλλά ούτε και η Οδηγία 2000/12 περιέχουν κανενός είδους αστικής φύσεως κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών τους, αλλά αντίθετα η Οδηγία 2000/12/ΕΚ προβλέπει μόνο κυρώσεις και μέτρα διοικητικής φύσεως (άρθρο 22 Οδηγίας 2000/12), τα οποία αντιστοιχούν στον δημόσιο χαρακτήρα των κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται και μπορεί να συνίστανται στην απαγόρευση διενέργειας νέων πράξεων στο μέλλον.
Ειδικότερα, στο άρθρο 22 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ προβλέπεται ότι σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων του κράτους μέλους υποδοχής που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της Οδηγίας αυτής, το κράτος υποδοχής μπορεί να καλέσει το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική του συμπεριφορά και αν αυτό δεν το πράξει, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα εξαναγκασμού.
Μόνο δε εάν τα μέτρα αυτά δεν έχουν αποτέλεσμα ή εάν το κράτος-μέλος καταγωγής δεν λάβει μέτρα εξαναγκασμού, μπορεί η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει τις αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, να λάβει η ίδια τα ενδεικνυόμενα μέτρα, που μπορεί να συνίστανται και σε απαγόρευση της περαιτέρω παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο, ενώ ουδεμία πρόβλεψη υπάρχει περί ανατροπής του κύρους των διενεργηθεισών πράξεων.
Επομένως, ούτε από το σύστημα της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, αλλά ούτε και από τον αντίστοιχο εθνικό κανόνα προβλέπεται ως κύρωση της παράλειψης της γνωστοποίησης της πρόθεσης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα η ακυρότητα των συμβάσεων που συνάπτει το πιστωτικό ίδρυμα και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί εάν η συνέπεια αυτή (ακυρότητα) θα μπορούσε να προκύψει από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 174 ΑΚ.
Ειδικότερα, με βάση το γεγονός ότι από τις διατάξεις αυτές, που εντάσσονται στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας, δεν συνάγεται γενικός κανόνας ως προς τις συνέπειες της παραβίασής τους στο πεδίο ισχύος των δικαιοπραξιών, πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός του κανόνα που παραβιάστηκε. Πράγματι, κρίνεται ότι ο κανόνας αυτός φέρει προεχόντως χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, καθώς αποσκοπεί στη ρύθμιση της αγοράς υπό την έννοια της διευκόλυνσης της άσκησης εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς παράλληλα να προκύπτει ότι υπάρχει και σκοπός προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων, ώστε ενδεχομένως η παραβίασή του να μπορεί να συνδεθεί με ακυρότητα της συναπτόμενης δικαιοπραξίας.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η υποχρέωση (γνωστοποίησης) που προκύπτει από τον προαναφερόμενο κανόνα δικαίου, αφορά μόνο στις εξωτερικές περιστάσεις της δικαιοπραξίας και όχι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της ίδιας της δικαιοπραξίας, ενώ, επίσης, η επιταγή αφορά μόνο στο ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, περιστάσεις που δεν συνηγορούν υπέρ της ακυρότητας της δικαιοπραξίας από πλευράς αστικού δικαίου. Η ανωτέρω θέση περί της εγκυρότητας των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ενισχύεται περαιτέρω και εκ του ότι στα πλαίσια έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κατάγνωση ακυρότητας με βάση το άρθρο 174 ΑΚ, έχει κριθεί ότι η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν.2076/1992 (με τον οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος) παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών, δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε η έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων και συνεπώς ότι δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του κύρους της δικαιοπραξίας η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 584/2024, ΑΠ 1378/2012, ΑΠ 1761/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, τρίτο, κατά το οικείο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης και όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 1665/1986, 14 παρ. 1 περ.
γ, δ', παρ. 2 περ. α', 13 παρ. 1, 3 ν. 2076/1992 και 174 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η παράλειψη από την αναιρεσίβλητη να γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή της Αυστρίας, ως κράτος μέλος - καταγωγής, την πρόθεσή της να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα στον τομέα της παροχής, διασυνοριακώς, υπηρεσιών χρηματοδοτικών μισθώσεων και η συνακόλουθη παράλειψη κοινοποίησης της γνωστοποίησης από την παραπάνω αρμόδια αρχή στις ελληνικές αρχές και, ειδικότερα, στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνοδευόμενη η κοινοποίηση με πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής της Αυστρίας ότι έλαβε χώρα επαλήθευση των απαιτούμενων από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεων (η μητρική επιχείρηση έχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος της έδρας της αναιρεσίβλητης, δραστηριότητα χρηματοδοτικών μισθώσεων από την αναιρεσίβλητη στην Αυστρία, κατοχή τουλάχιστον του 90% των δικαιωμάτων ψήφου από τη μητρική επιχείρηση, δήλωση της μητρικής επιχείρησης, μετά από συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών, ότι ευθύνεται εις ολόκληρον με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη και υπαγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την ανωτέρω δραστηριότητα, στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική επιχείρηση), δεν επάγεται ακυρότητα της από την αναιρεσίβλητη καταρτισθείσας σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήτοι δεν επιδρά στη δικαιοπρακτική ικανότητα της αναιρεσίβλητης εταιρείας να καταρτίσει τη σύμβαση, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, δεν διέθετε ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα για τη σύναψη της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και δεν συνέτρεχαν σ' αυτήν οι σωρευτικά προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις προς τούτο και ότι, ένεκα τούτου, είναι άκυρη η μεικτή (ενιαία) σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφού η ίδια δεν θα είχε επιχειρήσει την πώληση των ακινήτων της χωρίς το άκυρο μέρος της σύμβασης, ήτοι της εκμίσθωσής τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στο τομέα του τουρισμού και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, στα αντικείμενα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της περιλαμβάνεται η εκμετάλλευση ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος, συνολικής επιφάνειας 17.433,00 τμ, το οποίο λειτουργεί με το διακριτικό τίτλο "Sunshine Corfu Hotel & Spa" και παλαιότερα υπό το διακριτικό τίτλο "Magic Life Corfu Classic", το οποίο περιγράφεται κατωτέρω.
Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Bank Austria Leasing ARGO Immobilien Leasing GmBH", με έδρα στη Βιέννη Αυστρίας, έχει σκοπό τη διενέργεια πράξεων χρηματοδοτικής μίσθωσης κινητών και ακινήτων οικονομικών αγαθών και πάγιων στοιχείων, καθώς και η αγορά και η εκμίσθωση κινητών και ακινήτων οικονομικών αγαθών και πάγιων στοιχείων" (παραγρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού), επίσης δε "δικαιούται να προβαίνει σε όλες τις συναλλαγές (εργασίες) να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι απαραίτητα ή χρήσιμα για την επίτευξη του σκοπού της εταιρείας, εξαιρούμενων των τραπεζικών εργασιών.
Η εταιρεία δύναται να ιδρύει υποκαταστήματα στη Γερμανία και στο εξωτερικό, δραστηριότητά της επεκτείνεται στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή... (παραγρ. 6)". Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Unicredit Bank Austria AG" (πρώην Bank Austria Creditanstalt AG), η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα που κατέχει άδεια λειτουργίας στην Αυστρία και βρίσκεται εντός των πινάκων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εταιρία παρέχουσα υπηρεσίες στην Ελλάδα, κατέχει ποσοστό 99,80% (10% μέσω της BA-CA Markets & Investment Beteiligung Ges.M.B.H) της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "Unicredit Leasing (Austria) GmBH", που κατέχει ποσοστό 99,80% της WOM Grundstucksverwaltungs - Gesellschabt m.b.H, η οποία κατέχει το 99,40% της εναγομένης αλλοδαπής εταιρίας (εταιρία περιορισμένης ευθύνης), με την επωνυμία "Bank Austria Leasing ARGO Immobilien Leasing GmBH".
Ακολούθως, το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, "Unicredit Bank Austria AG", έχει δηλώσει ότι διασφαλίζει τις δεσμεύσεις ως άνω εναγομένης χρηματοδοτικής θυγατρικής της, με την επωνυμία "Bank Austria Leasing ARGO Immobilien Leasing GmBH". Συνακόλουθα, η τελευταία είναι εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, θυγατρική επιχείρηση ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος που εδρεύει και αυτή (Αυστρία), ασκεί δραστηριότητες χρηματοδοτικής μίσθωσης στο τελευταίο κράτος μέλος (Αυστρία), έχουσα τη δυνατότητα να ασκήσει διασυνοριακή δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Η δε μητρική εταιρία, στην εποπτεία της οποίας υπάγεται, κατέχει τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων της θυγατρικής, και δήλωσε ρητώς τη διασφάλιση των δεσμεύσεων της τελευταίας, μπορεί δε να ασκεί δραστηριότητα που περιγράφεται στο στοιχείο (γ) του καταλόγου των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που διενεργούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 24 του ν. 2076/1992), ήτοι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, χωρίς να χρειάζεται άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, για την εγκατάσταση υποκαταστήματος ή την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστική κυρία: 1) ενός ελαιοκτήματος, έκτασης χιλίων πεντακοσίων είκοσι τριών και είκοσι (1.523,20) τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας "ΝΗΣΑΚΙΟΥ" Κέρκυρας, στη θέση "Σκλάβικο" και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα A Β Γ Δ Ε Ζ Α, στο από μηνός Απριλίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Κ. και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης του νότια, δυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΝ Α.Ε." και ανατολικά με ιδιοκτησία της Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ INCOTEL", 2) ενός ακινήτου, έκτασης δέκα πέντε χιλιάδων διακοσίων ογδόντα (15.280,00) τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας "ΝΗΣΑΚΙΟΥ" Κέρκυρας, στη θέση "Σκλάβικο" και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α Β Γ Δ Ε Ζ ' Ζ Η Θ Ι ' Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Α, στο προσαρτώμενο στο υπ' αριθμ. .../86 συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού Λ.
Π.... 3) ενός ακινήτου, έκτασης τριάντα χιλιάδων (30.000,00) τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας "ΝΗΣΑΚΙΟΥ" Κέρκυρας, στη θέση "Σκλάβικο" και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΘ1Θ2Θ3ΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΩΑ'Β'Γ'Α, στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Τ. , που προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ...-1986 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ. Π. - Κ. ... Επί των ανωτέρω ακινήτων έχει ανεγερθεί, με βάση την υπ' αριθμ. ... και υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-1972 άδεια, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Κέρκυρας, ξενοδοχειακό συγκρότημα με την επωνυμία "ΗΛΙΟΣ" και παλαιότερα "ΑΚΤΗ ΠΟΣΕΙΔΩΝ", αποτελούμενο α) από το κυρίως ξενοδοχείο, εξ οκτώ (8) ορόφων επιφανείας (δωματίων, αποθηκών και κοινοχρήστων χώρων) μέτρων τετραγωνικών δέκα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα (15.840,00) και β) από συγκρότημα μονόροφων και διωρόφων οικίσκων, συνολικής επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών χιλίων πεντακοσίων ενενήντα τριών (1.593,00).
Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθμ. ....2004 και ....2004 συμβολαίων, της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Χ.-Ν. , καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτων, της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Όρους Κέρκυρας, στον τόμο 684 και με αύξοντα αριθμό 36551, η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα των προπεριγραφέντων ακινήτων στην εναγομένη, έναντι συνολικού τιμήματος ποσού 9.500.000 €.
Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2004 συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης, η εναγομένη εκμίσθωσε στην ενάγουσα τα ίδια ως άνω ακίνητα, με το επ' αυτών ξενοδοχειακό συγκρότημα, και, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν, ότι η μίσθωση θα έχει διάρκεια εκατόν ογδόντα (180) μηνών, με έναρξη την παράδοση και αποδοχή του ακινήτου, η οποία συμφωνήθηκε ότι θα λάβει χώρα την 30-07-2004, ότι το συνολικό κόστος επένδυσης ανέρχεται στο ποσό των 9.500.000 €, που περιλαμβάνει το τίμημα της αγοράς, ότι το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 72.833,50 €, που υπολογίζεται με ετήσιο επιτόκιο επί του ποσού αυτού 4,59%, ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται με βάση το εξαμηνιαίο EURIBOR, που θα καθορίζει η Εθνική Τράπεζα της Αυστρίας, ότι η μισθώτρια αναλαμβάνει να καταβάλει τις δαπάνες λειτουργίας, συντήρησης και επισκευών των ξενοδοχείων, τους φόρους κλπ., ότι η εκμισθώτρια έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, σε περίπτωση που η μισθώτρια παραβεί τις υποχρεώσεις σχετικά με τις πληρωμές ή άλλες ουσιώδεις υποχρεώσεις και δεν εξαλείψει την παράβαση εντός 30 ημερών από την όχληση της και ότι κατά τη λήξη της περιόδου της μίσθωσης, εφόσον η μισθώτρια έχει τηρήσει τις έως τότε υποχρεώσεις της, η εκμισθώτρια θα προσφέρει και η μισθώτρια θα έχει δικαίωμα (επιλογή) να ζητήσει την αγορά των ακινήτων, με τίμημα ενός (1,00) ευρώ, πλέον φόρων και εξόδων.
Εν συνεχεία, δυνάμει των από 21-07-2004, 14-01-2008 και 1-09-2010 τροποποιητικών συμβάσεων, αναπροσαρμόστηκε το ύψος του μηνιαίου μισθώματος και αυξήθηκε το συνολικό κόστος επένδυσης, κατά τα ποσά των 2.000.000 € και των 1.500.000 €, ανερχόμενο τελικά στο ποσό των 13.000.000 €. Οι παραπάνω συμβάσεις, όπως προκύπτει από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αποτελούν μέρη μιας ενιαίας σύμβασης, η οποία φέρει το χαρακτήρα της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη (ανωτέρω υπό III), όπου η πώληση του αντικειμένου της μίσθωσης και εν προκειμένω των ακινήτων που προαναφέρθηκαν με το εντός αυτών ξενοδοχειακό συγκρότημα, συνήφθη με σκοπό η μεν ενάγουσα να εισπράξει το τίμημα, ως μορφή χρηματοδότησης, η δε εναγομένη να αποκτήσει, ως μέσο εξασφάλισης των απαιτήσεων της για την επιστροφή του κεφαλαίου και των τόκων, την κυριότητα του πράγματος, την οποία η ενάγουσα θα μπορούσε να επαναποκτήσει με τη λήξη της περιόδου της χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, η εναγομένη κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, όπως συνομολογεί η ενάγουσα, η δε τελευταία ανέλαβε την κατοχή και χρήση των ως άνω ακίνητων, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει σύμφωνα με τους σκοπούς της σύμβασης μίσθωσης, συνταχθέντος του από 7-8-2004 πρωτοκόλλου αποδοχής.
Περαιτέρω, παρόλο που κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης (22-7-2004), είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 14 του ν.2076/1992 (όπως συνέχισε να ισχύει μετά το άρθρο 14 του ν. 3148/2003 που ενσωμάτωσε την υπ' αριθμ. 2000/12/ΕΚ Οδηγία), οπότε η εναγόμενη, χρηματοδοτικό ίδρυμα, που συμβλήθηκε με την ιδιότητά της ως θυγατρική εταιρεία αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος, με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, η οποία δεν έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά επιθυμεί να ασκήσει στο έδαφός της, με τη μορφή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 24 στοιχ.
γ' του ν. 2076/1992), έπρεπε να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, ήτοι στην Τράπεζα της Αυστρίας, τις προϋποθέσεις ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αρχές θα κοινοποιούσαν τη γνωστοποίηση, μαζί με σχετικό πιστοποιητικό, στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, ήτοι εν προκειμένω στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Όπως αποδείχθηκε, και συνομολογεί η ίδια (η εναγομένη), δεν προέβη στην ενέργεια αυτή, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, αλλά πολύ αργότερα, ήτοι το έτος 2018, οπότε και χωρίς καμία περαιτέρω διαδικασία, περιλήφθηκε στον πίνακα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που γνωστοποίησαν ενδιαφέρον για παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση (βλ.
τον από Ιουλίου 2019 πίνακα της Τράπεζας της Ελλάδος). Για την πληρότητα των περιστάσεων που συνοδεύουν την ερευνώμενη υπόθεση και χωρίς να καλύπτεται η παραπάνω παράλειψη της εναγομένης, πρέπει πάντως να σημειωθεί, ότι το αυστριακό πιστωτικό ίδρυμα "Unicredit Bank Austria", το οποίο όπως προαναφέρθηκε, κατέχει έμμεσα το 99,40 % της εναγόμενης, κατέχει άδεια διενέργειας τραπεζικών εργασιών και περιλαμβάνεται στους πίνακες της Τ.τ.Ε.
ως τραπεζική εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα. Από την πλευρά της, η ενάγουσα θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή της εναγομένης, να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της ως ανωτέρω, έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, δοθέντος ότι καταρτίστηκε από εκμισθωτή που δε διέθετε ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα να συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1Α του ν. 1665/1986.
Με το σκεπτικό δε, ότι η ακυρότητα αυτή συνεπάγεται την ακυρότητα και της σύμβασης πώλησης των ακινήτων της, ως μέρος της δικαιοπραξίας που δεν θα είχε επιχειρηθεί εάν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της προηγούμενης σύμβασης (ΑΚ 181), καταλήγει, ότι η κυριότητα των ακινήτων ουδέποτε μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, αφού τα έννομα αποτελέσματα της εμπράγματης δικαιοπραξίας δεν επήλθαν.
Πλην, όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον, όπως εκτίθεται στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, η σχετική έλλειψη δεν οδηγεί στην άνευ ετέρου ακυρότητα της συμβάσεως, στις περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, στις οποίες οι εταιρίες leasing και τα πιστωτικά ιδρύματα ενήργησαν παραβαίνοντας το νόμο και τους σκοπούς του, αλλά η εκμισθώτρια θα υπόκειται στις διοικητικές κυρώσεις, που μπορεί να επιβάλει εκάστοτε η Τράπεζα της Ελλάδος.
Πέραν, όμως, τούτου επί του ζητήματος αυτού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από τη διατύπωση των διατάξεων σχετικά με την κοινοποίηση, από την πλευρά του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου, που συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσής του, του ενδιαφέροντός του να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, ώστε οι αρχές αυτές να διαβιβάσουν στη συνέχεια την εν λόγω κοινοποίηση στις αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής, προκύπτει ότι, η κοινοποίηση αυτή δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν έχει δηλαδή συστατικό χαρακτήρα, αλλά δηλωτικό.
Τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός, ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, αναφέρονται στο άρθρο 19 της Οδηγίας 2000/12 κατά τρόπο περιοριστικό και συγκεκριμένο, καθώς στη συγκεκριμένη διάταξη απαριθμούνται πέντε (5) προϋποθέσεις, οι οποίες, κατά την ως άνω εγχώρια διάταξη, απαιτείται να πληρούνται σωρευτικώς, ήτοι "α.
η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται η θυγατρική, β. οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι στο ίδιο κράτος μέλος, γ. η μητρική επιχείρηση ή μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών της θυγατρικής, δ.
η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι η διαχείριση της θυγατρικής ασκείται με σύνεση και, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, δηλώνουν ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η θυγατρική, ε. η θυγατρική περιλαμβάνεται πράγματι, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική της επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές της επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 56, ιδίως για τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στο άρθρο 51", ενώ η γνωστοποίηση της αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, την παράλειψη της οποίας επικαλείται η ενάγουσα για τη θεμελίωση του αγωγικού της ισχυρισμού, αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, χωρίς να αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση.
Εξάλλου, η άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων δεν εξαρτάται από οιασδήποτε μορφής άδεια, από το κράτος υποδοχής (εν προκειμένω την Ελλάδα), η δε κατά τα ως άνω προβλεπόμενη γνωστοποίηση της πρόθεσης για προσφορά υπηρεσιών, χρησιμεύει για την επαλήθευση των ουσιαστικών αυτών προϋποθέσεων, χωρίς να συνιστά αυτή καθεαυτή προϋπόθεση για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος.
Και τούτο διότι, εάν βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει την εν λόγω γνωστοποίηση στις ουσιαστικές (και όχι στις διαδικαστικές) προϋποθέσεις, για την έγκυρη προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ασφαλώς και θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε με τις λοιπές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη σχετική διάταξη.
Επομένως, η παράλειψη της εν λόγω γνωστοποίησης, δεν επιδρά επί της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγομένης, να συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης στην Ελλάδα, και η επίδικη σύμβαση καταρτίσθηκε εγκύρως. Επισημαίνεται, ότι σε όμοια περίπτωση, που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την ένδικη, και συγκεκριμένα στο Ν. 4364/2016, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2009/138 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης, αναφέρεται ρητώς ότι, "Όποιος ασκεί ασφάλιση ή αντασφάλιση ή μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου (η οποία καθορίζει ποιες επιχειρήσεις μπορούν να ασκούν κατ' επάγγελμα εργασίες ασφάλισης ή αντασφάλισης) τιμωρείται,....., οι δε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις είναι άκυρες".
Παρατηρείται, επίσης, ότι και στην ίδια την Οδηγία, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τον προαναφερόμενο νόμο, ο ενωσιακός νομοθέτης χρησιμοποιεί διαφορετική διατύπωση ("οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6, μόνον όταν έχουν πάρει άδεια για τον κλάδο 18 του μέρους Α..."), η οποία είναι επιτακτική ("μόνον όταν"), σε αντίθεση με τη διατύπωση στην Οδηγία 48/2006 ("γνωστοποιεί"... "κοινοποιεί").
Η θέση αυτή του δικαστηρίου, περί μη ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς, μεταξύ των δραστηριοτήτων της οποίας περιλαμβάνεται, ως δραστηριότητα που μπορεί να ασκείται ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών της ΕΚ, και η χρηματοδοτική μίσθωση (παράρτημα I Οδηγίας), στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48, με τις οποίες θεσπίζονται κυρώσεις για τις παραβάσεις των κανόνων της (άρθρα 30 επόμ.), θεσπίζεται η δυνατότητα του κράτους υποδοχής να καλέσει το πιστωτικό ίδρυμα ή το θυγατρικό του χρηματοδοτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική του συμπεριφορά και, αν αυτό δεν το πράξει, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εξαναγκασμού προς συμμόρφωση.
Μόνο δε εάν παρά τα ληφθέντα μέτρα το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει τις παραβιάσεις, ή εάν παραλειφθεί η λήψη μέτρων, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής λαμβάνει η ίδια τα ενδεικνυόμενα μέτρα, τα οποία μπορούν να συνίστανται και σε απαγόρευση της περαιτέρω παροχής υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους υποδοχής.
Τα αυτά προβλέπονται και από τη διάταξη του άρθρου 65 του Ν. 3601/2007, στο τελευταίο εδάφιο του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να απαγορεύσει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί "νέες" πράξεις στην Ελλάδα, χωρίς πάντως να προβλέπεται ανατροπή ή τρώση του κύρους των διενεργηθεισών ("παλαιών") πράξεων.
Επομένως, ούτε από το σύστημα της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω Οδηγίας (άρθρο 22, καθώς και των επακολουθησάντων 2006/48 και 2013/36), ούτε και από τον αντίστοιχο εθνικό κανόνα, προβλέπεται ως κύρωση η ακυρότητα των συμβάσεων που τυχόν συνήψε το πιστωτικό ίδρυμα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να ερευνηθεί εάν αυτή η συνέπεια (ακύρωση) θα μπορούσε να προκύψει από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων με αυτή του άρθρου 174 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη. Ειδικότερα, με βάση το γεγονός ότι, από τις διατάξεις αυτές, που εντάσσονται στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας, δεν συνάγεται γενικός κανόνας ως προς τις συνέπειες της παραβίασής τους στο πεδίο ισχύος των δικαιοπραξιών, πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός του κανόνα που παραβιάστηκε: Πράγματι, κρίνεται ότι ο κανόνας αυτός φέρει προεχόντως χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, καθώς αποσκοπεί στη ρύθμιση της αγοράς, υπό την έννοια της διευκόλυνσης της άσκησης εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς παράλληλα να προκύπτει ότι υπάρχει και σκοπός προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων, ώστε ενδεχομένως, η παραβίασή του να μπορεί να συνδεθεί με ακυρότητα της συναπτόμενης δικαιοπραξίας.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, η υποχρέωση (γνωστοποίησης) που προκύπτει από τον προαναφερόμενο κανόνα δικαίου, αφορά μόνο στις εξωτερικές περιστάσεις της δικαιοπραξίας και όχι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενώ επίσης, η επιταγή αφορά μόνο στο ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, περιστάσεις που δεν συνηγορούν υπέρ της, από πλευράς αστικού δικαίου, ακυρότητας της δικαιοπραξίας.
Επισημαίνεται περαιτέρω, ότι και υπό την οπτική της στάθμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, η εκδοχή της ακυρότητας της (ενιαίας, κατά τα προαναφερόμενα) σύμβασης της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πέραν του γεγονότος ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, δεν συνάδει με το σκοπό των διατάξεων που παραβιάστηκαν, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μισθωτή, εν προκειμένω της ενάγουσας.
Και τούτο διότι η τελευταία, σε περίπτωση κατάφασης της ακυρότητας, θα είχε δικαίωμα να ανακτήσει το πράγμα το οποίο μεταβίβασε, ταυτοχρόνως, όμως, θα ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το σύνολο του τιμήματος της πώλησης, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να αναιρείται ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο επιλέχθηκε η συγκεκριμένη μορφή σύμβασης, ήτοι η εξασφάλιση ρευστότητας.
Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί, ότι η θέση του δικαστηρίου, περί της εγκυρότητας των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ενισχύεται περαιτέρω εάν ληφθεί υπόψη η νομολογία, τόσο η εθνική όσο και η ευρωπαϊκή, που έχει διαμορφωθεί επί εντελώς ανάλογου ζητήματος. Ειδικότερα, ο ΑΠ στην υπ' αριθμό 1378/2012 απόφασή του (ΤΝΠ Νόμος), αναλύοντας τις προϋποθέσεις για την κατάγνωση της ακυρότητας με βάση το άρθρο 174 ΑΚ, έκρινε ότι δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή, επί του κύρους της δικαιοπραξίας, η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση, και κατέληξε ότι η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 2076/1992 (με τον οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 89/846/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος), για παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών, δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε η έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος (ήτοι πολύ σοβαρότερη ουσιαστική παράβαση από την ένδικη), επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων.
Όμοια υπήρξε η κρίση του Αρείου Πάγου και στις αποφάσεις 1761/2009 (ΧρΙΔ 2010.565) και 464/2009 (ΕΕμπΔ 2010.100), περί της μη ακυρότητας των συμβάσεων. Κατά ανάλογο τρόπο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο του Kassel στη Γερμανία, με την 6Α 1040/08 της 20-5-2009 απόφασή του [Wertpapier Mitteilungen (νομικό περιοδικό περί Αξιογράφων και Τραπεζικού Δικαίου), 2009.1889], έκρινε ότι η παράβαση του άρθρου 32 παρ. 1 του Νόμου για τα Πιστωτικά Ιδρύματα (KWG), με την έννοια της σύναψης τραπεζικών συμβάσεων, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της εποπτικής αρχής, δεν οδηγεί σε ακυρότητα της υποκείμενης αστικής σύμβασης, κατά το άρθρο 134 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB), αποδίδοντας στις διατάξεις του Εποπτικού Νόμου το χαρακτήρα διατάξεων δημοσίου δικαίου, ενώ επίσης το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο με την απόφαση III ZR 238/03 της 21-4-2005 [BGH Neu Juristische Woche (Εβδομαδιαία Νομική Επιθεώρηση) 2005.2703], καθώς και το Εφετείο της Καρλσρούης (1U 34/06, WM 2007.350), έκριναν ότι η παράβαση της ίδιας ως άνω διάταξης, ήτοι η διενέργεια τραπεζικών εργασιών χωρίς την προβλεπόμενη αδειοδότηση, δεν οδηγεί σε ακυρότητα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί.
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί, κατόπιν των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών των διαδίκων, αναφορικά με τη θέση του Α. Γ. επί του χαρακτήρα της ακυρότητας ως απόλυτης ή σχετικής [στο έργο του "Νέες Μορφές Συμβάσεων (6η έκδοση-2015), σελ. 49-50], ότι η εκεί διαπίστωση και κατάφαση της ακυρότητας, αφορά στην περίπτωση κατά την οποία συνάπτονται κατ' επάγγελμα συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, από εκμισθώτρια εταιρεία που δεν έχει τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού, ή από φυσικό πρόσωπο, και όχι λόγω τυχόν μη αναγγελίας της πρόθεσης χρηματοδοτικού ιδρύματος να ασκήσει τέτοια δραστηριότητα σε κράτος διαφορετικό από το κράτος όπου έχει την έδρα του, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση. Τα ανωτέρω δε εκτίθενται από το συγγραφέα, υπό την εύλογη αιτιολογία, ότι η επιλογή του νομοθέτη για τη συγκεκριμένη μορφή οικονομικής δραστηριότητας, είναι να μην ανατεθεί σε φυσικό πρόσωπο, ή σε νομικό πρόσωπο με οποιαδήποτε μορφή, αλλά οι επιχειρήσεις που θα την αναλάβουν, πρέπει να έχουν μέγεθος που να ανταποκρίνεται στο χρηματοδοτικό τους σκοπό, παρέχοντας εχέγγυα ασφάλειας με την κεφαλαιακή τους διάρθρωση, να υπόκεινται δε στην εποπτεία και τον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με όσα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται ότι η ένδικη μεταξύ των διαδίκων (ενιαία) σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι έγκυρη, είχε δε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους όρους της, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, την έγκυρη μετάσταση της κυριότητας των προαναφερομένων ακινήτων στην εναγομένη.
Συνακόλουθα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες δικαιοπραξίες πάσχουν από ακυρότητα, με συνέπεια η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων να έχει μεταβιβαστεί εγκύρως στην εναγομένη, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την περαιτέρω σημείωση ότι οι λόγοι έφεσης της ενάγουσας, οι οποίοι αφορούν στην προβολή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ (κατ' αποδοχή της οποίας απορρίφθηκε πρωτοδίκως η αγωγή), έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, καθώς προϋποθέτουν την προβολή σχετικής ένστασης από την εναγομένη, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε διαγνωσθεί ακυρότητα των δικαιοπραξιών.".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, μετά από παραδοχή της (επικουρικώς) προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον η απόρριψη της αγωγής για τον παραπάνω λόγο διαφοροποιεί την εμβέλεια του δεδικασμένου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία έβαλε κατά της εκκαλούμενης, κατά το μέρος που έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα εγκυρότητας της επίδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και εντεύθεν της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας των αναφερομένων ακινήτων και, στη συνέχεια, εκμίσθωσης αυτών, λόγω παράλειψης της αναιρεσίβλητης, ως ενωσιακού χρηματοδοτικού ιδρύματος, να τηρήσει τη διαδικασία γνωστοποίησης - κοινοποίησης της πρόθεσης αυτής να παρέχει διασυνοριακώς υπηρεσίες (αντίστροφης) χρηματοδοτικής μίσθωσης στην ημεδαπή, χωρίς εγκατάσταση και άδεια της ΤτΕ, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 1665/1986, 14 παρ. 1 περ.
γ, δ', παρ. 2 περ. α', 13 παρ. 1, 3 ν. 2076/1992 , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 174 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης (22.7.2004), οπότε ίσχυε το άρθρο 14 ν. 2076/1992, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3148/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 2000/12/ΕΚ, συμβλήθηκε με την ιδιότητά της ως θυγατρική ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, ελέγχοντος πλέον του 90% των δικαιωμάτων ψήφων μέσω διαδοχικών θυγατρικών εταιρειών, έχοντας έδρα σε άλλο κράτος μέλος, και ασκούσε, σε ενωσιακό κράτος, κατά το καταστατικό της και το αυστριακό δίκαιο, δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, με τη μορφή της ελεύθερης παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών, χωρίς εγκατάσταση στην ημεδαπή και χωρίς άδεια της ΤτΕ, ωστόσο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, η παράλειψη από την αναιρεσίβλητη να γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή της Αυστρίας, ως κράτος μέλος-καταγωγής, την πρόθεσή της να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα στον τομέα της παροχής, διασυνοριακώς, υπηρεσιών χρηματοδοτικών μισθώσεων και η συνακόλουθη παράλειψη κοινοποίησης της γνωστοποίησης από την παραπάνω αρμόδια αρχή στις ελληνικές αρχές και, ειδικότερα, στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνοδευόμενη η κοινοποίηση με πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής της Αυστρίας ότι έλαβε χώρα επαλήθευση των απαιτούμενων από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεων (η μητρική επιχείρηση έχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος της έδρας της αναιρεσίβλητης, δραστηριότητα χρηματοδοτικών μισθώσεων από την αναιρεσίβλητη στην Αυστρία, κατοχή τουλάχιστον του 90% των δικαιωμάτων ψήφου από τη μητρική επιχείρηση, δήλωση της μητρικής επιχείρησης, μετά από συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών, ότι ευθύνεται εις ολόκληρον με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη και υπαγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την ανωτέρω δραστηριότητα στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική επιχείρηση), δεν επάγεται ακυρότητα της από την αναιρεσίβλητη καταρτισθείσας σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήτοι δεν επιδρά στη δικαιοπρακτική ικανότητα της αναιρεσίβλητης εταιρείας να συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης στην Ελλάδα και η επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης καταρτίσθηκε εγκύρως και ως εκ τούτου, εγκύρως καταρτίστηκε και η σύμβαση πώλησης - μεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων στην αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 1665/1986, 14 παρ. 1 περ.
γ, δ', παρ. 2 περ. α', 13 παρ. 1, 3 ν. 2076/1992 και περί της μη συνδρομής των διατάξεων του άρθρου 174 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, και τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τον προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την αναιρεσίβλητη Πίνακα Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως διαμορφώθηκε μετά τις 16.7.2018 και το σχετικό ΣΤ1 από 16.3.2018 έγγραφο, από τα οποία προκύπτει ότι το αυστριακό πιστωτικό ίδρυμα προέβη στην απαιτούμενη εγγυητική δήλωση για την αναιρεσίβλητη με καθυστέρηση 14 ετών από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης στις 22.7.2004, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, θα έκρινε ότι η εγγυητική δήλωση της φερόμενης ως μητρικής εταιρείας της αναιρεσίβλητης είναι όψιμη και αλυσιτελής να θεραπεύσει την έλλειψη της δήλωσης, με συνέπεια την ακυρότητα, τόσο της επίδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, όσο και της συνακόλουθης σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων της.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", αλλά και από τη ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης του από Ιουλίου 2019 Πίνακα Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Τράπεζας της Ελλάδας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, πλην, όμως, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης δεν στηρίχθηκε στην εκ των υστέρων (2018) θεραπεία της νομιμοποίησης λειτουργίας της αναιρεσίβλητης στην ημεδαπή, ως χρηματοδοτικό ίδρυμα παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών, όπως η αναιρεσείουσα ανακριβώς επικαλείται, αλλά στη μη επέλευση ακυρότητας της καταρτισθείσας από αυτή σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, λόγω παραλείψεων, οι οποίες (παραλείψεις) επάγονται διοικητικά μέτρα.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, δεν διέθετε ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 1665/1986 για τη σύναψη σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και δεν συνέτρεχαν σ' αυτήν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 14 Ν. 2076/1992 προϋποθέσεις προς τούτο, ούτε είχε προβεί, ως θυγατρική εταιρεία αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος, στην προβλεπόμενη στο νόμο γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, όπως το περιεχόμενό της προεκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η παράλειψη της εν λόγω γνωστοποίησης δεν επιδρά επί της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητας της αναιρεσίβλητης να συνάπτει συμβάσεις αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης στην Ελλάδα και η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε εγκύρως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, και αυτό συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, και θεωρείται ότι αυτός έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του.
Το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαράδεκτου (ΑΠ 131/2023, ΑΠ208/2015).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι το λόγο από τον αρ. 14, εφαρμογή του οποίου ανακύπτει, μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 584/2024, ΑΠ 131/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ, κρίνεται, όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης.
Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι` αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ).
Κατ` εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού. Ειδικότερα, η αιτιολογία καθ` εαυτή δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του διαδίκου και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί λόγω νομικής ή ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, ήτοι λόγω μη γένεσης του δικαιώματος, ενώ απορρίφθηκε κατόπιν προβληθείσας, επικουρικώς, ένστασης του νικήσαντος διαδίκου, όπως καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του, και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι` αυτόν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση (ΑΠ 584/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 848/2017, ΑΠ 920/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 1497/2023). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης της έφεσης και αντέφεσης (ΑΠ 504/2024, ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 948/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, ενώ είχε προβάλλει στο Εφετείο την ένσταση περί απαραδέκτου της έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων της αναιρεσίβλητης, διότι δεν εκτίθενται στα δικόγραφα αυτών τα στοιχεία που θεμελιώνουν και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων και δεν συνέτρεχε στην αναιρεσίβλητη έννομο συμφέρον για την άσκησή τους, διότι είχε νικήσει στον πρώτο βαθμό, γενομένης δεκτής με την πρωτοβάθμια απόφαση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, το Εφετείο εσφαλμένως και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ, 2 παρ. 1 του Ν. 1665/1986, 174 ΑΚ, 14 παρ. 1, 2 του ν. 2076/1992, σε συνδυασμό με άρθρα 516 παρ. 2 και 532 ΚΠολΔ, παρέλειψε να κηρύξει ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος την ασκηθείσα έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο πράγματα (ισχυρισμούς), προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης, που δεν είχαν προταθεί από εκείνη και δεν διέλαβε καμία προς τούτο αιτιολογία.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της εκκαλούμενης με αριθ. 1367/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι η από 05-04-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού κρίθηκε ως άκυρη η ένδικη σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η (επικουρικώς) προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Με την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεσή της, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αγωγής καθ' ολοκληρίαν, επικαλούμενη την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, που δημιουργήθηκε από την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης και το δυσμενές σε βάρος της δεδικασμένο, από την απόλυτη ακυρότητα της παραπάνω σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και συνεπώς, περιέχει όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον της ως διαδίκου, κατά της οποίας έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της αντιδίκου της.
Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της νικήσασας αναιρεσίβλητης- εναγομένης, λόγω ύπαρξης εννόμου συμφέροντος, που δημιουργήθηκε από την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης και το δυσμενές σε βάρος της δεδικασμένο, από την απόλυτη ακυρότητα της παραπάνω σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, και αφού έκρινε ότι η παραπάνω σύμβαση είναι έγκυρη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της έφεσης, ορθά τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 1665/1986 και 14 παρ. 1, 2 του ν. 2076/1992 ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις διατάξεις του άρθρου 174 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθώς δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον να ανατρέψει το δυσμενές σε βάρος της δεδικασμένο, καθόσον, κατά την αναιρεσίβλητη, η αγωγή έδει να απορριφθεί λόγω μη γένεσης του αγωγικού δικαιώματος, ενώ είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατόπιν της προβληθείσας, επικουρικώς, ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών της, και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ως διάδικος που βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι` αυτήν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτής την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης στην άσκηση της έφεσής της και των πρόσθετων αυτής λόγων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα διατείνεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες λόγους της έφεσής της, που αφορούσαν στην εσφαλμένη παραδοχή από την εκκαλουμένη της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και αλυσιτελής, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως άνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι έγινε δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι της αναιρεσίβλητης και η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω εγκυρότητας της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση της έφεσης της αναιρεσείουσας και των λόγων αυτής, που έβαλαν κατά της, με την εκκαλουμένη απόφαση, δεκτής γενομένης, επικουρικώς προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Με τους πέμπτο και έκτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και ειδικότερα, έλαβε υπόψη και διέλαβε, με επάλληλη και ανεπαρκή αιτιολογία, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή, εκθέτοντας ότι, σε περίπτωση κατάφασης της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, η αναιρεσείουσα θα δικαιούταν μεν να ανακτήσει τα ακίνητα, τα οποία μεταβίβασε λόγω πώλησης, ταυτόχρονα όμως θα υποχρεούταν να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το σύνολο του εισπραχθέντος τιμήματος, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα να αναιρείται ο πρωταρχικός σκοπός της εξασφάλισης της ρευστότητας, για τον οποίο επιλέχθηκε από την αναιρεσείουσα η συγκεκριμένη μορφή σύμβασης, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή με την επάλληλη και ελλιπή αιτιολογία της έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Οι λόγοι αυτοί, ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι. Και τούτο, διότι δεν αποτελεί πράγμα, με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η επιχειρηματολογία του δικαστηρίου που δεν συγκροτεί την ελάσσονα πρόταση του τελικού νομικού συλλογισμού και αναφέρεται μόνο ιστορικώς ή διηγηματικώς ή πλεοναστικώς, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και ανεξάρτητα από το εσφαλμένο ή μη της ερμηνείας.
Σε κάθε δε περίπτωση, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αποκλειστικά και μόνο λόγω εγκυρότητας της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και χωρίς την επικαλούμενη και φερόμενη από την αναιρεσείουσα ως επάλληλη αιτιολογία, η οποία εκφέρθηκε πλεοναστικώς και δεν επιστηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης.
Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της που επάγεται την παραδοχή της αγωγής της, περί καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, καθώς αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να αντιδικεί στην ένδικη αγωγή και να αρνείται την αναγνώριση της κυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα.
Και τούτο, διότι ο λόγος, για τον οποίο μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη η κυριότητα των ακινήτων της, ήταν η εξασφάλιση της επιστροφής του ποσού που της είχε καταβάλει στο πλαίσιο της καταρτισθείσας σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, μαζί με τους τόκους, τα έξοδα και τις λοιπές συναφείς απαιτήσεις της και όχι η απόκτηση από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας των ακινήτων, εκμεταλλευόμενη δε η αναιρεσίβλητη τη δυσμενή για την αναιρεσείουσα οικονομική συγκυρία και την οικονομική της αδυναμία, επιδιώκει, για μία απαίτησή της που δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000.000 ευρώ, να αποκτήσει ακίνητα αξίας μεγαλύτερης των 25.000.000 ευρώ.
Άλλως, αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό της περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για τη διεξαγωγή της δίκης, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και τον απέρριψε σιωπηρά, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι "πράγματα" υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν απλώς σε επίρρωση των αγωγικών της ισχυρισμών και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, παρέλκει η εξέταση του επικουρικά υποβληθέντος αιτήματος της αναιρεσίβλητης περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 5.9.2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 21.12.2023 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ` αριθ. 20/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Απορρίπτει την από 5.9.2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 21.12.2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ