Supreme Court dismisses appeal on breach of contract, ruling no tort liability exists for failed share sale.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a failed share sale. The appellant argued that the defendants' breach of contract caused reputational damage and constituted the crime of embezzlement. The court held that the defendants' liability stemmed solely from contractual breach, not from a separate tortious act, and thus the appeal was unfounded.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 914 of the Civil Code and 375 of the Penal Code; The court established that liability for damages arising from the failure to conclude a contract is based on contractual breach and does not constitute a separate tortious act or crime of embezzlement.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 98 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Θ. Π. του Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Νίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ων η κλήση: 1) Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία "VKY MODUS OPERANDI HOLDINGS LIMITED", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξιου Δημητρακόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Γ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 4) Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2019 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 870/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 21/2/2023 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. ....2024, ....2024 ΚΑΙ ....2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ρ. προκύπτει ότι η πρώτη, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα.
Όμως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 267/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ενώ δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτήν και, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 40.000 ευρώ νομίμως εντόκως.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΠ 1832/2022). Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (Ολ.ΑΠ 5/1996, ΑΠ 17/1994), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική και ΕΠΕ), η οποία και διατηρεί κατ` αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.
Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας κεφαλαιουχικής εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.
Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι` αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μέτοχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο στην εταιρεία όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ` άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μέτοχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή τον βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφαινόμενης σ` αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.
Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ` αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται, όμως γι` αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στον βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από τον μέτοχο αυτόν ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερόμενου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1832/2022, ΑΠ 781/2018).
Ενόψει των ανωτέρω, για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κεφαλαιουχικής εταιρείας έναντι του βασικού μετόχου ή εταίρου της δεν αρκεί απλώς η ιδιότητα του φυσικού προσώπου ως μοναδικού μετόχου ή εταίρου ή κατόχου του μεγαλύτερου μέρους των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων αυτής, αλλά ούτε και το γεγονός ότι από τη συμμετοχή του φυσικού αυτού προσώπου στην εταιρεία εξαρτάται η ύπαρξη ή η εξακολούθηση αυτής, αλλά απαιτείται η συνδρομή ιδιαίτερων και σοβαρών ή εξαιρετικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που καταδεικνύουν τις αθέμιτες επιδιώξεις του βασικού μετόχου ή εταίρου κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων ιδίως της καλής πίστης, κατά καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιχειρείται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης του μόνου μετόχου ή εταίρου κεφαλαιουχικής εταιρείας για τα χρέη αυτής, ώστε να είναι αυτό ορισμένο κατ` άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Για να υποστεί τις συνέπειες αυτές, πρέπει να συντρέχουν, να προτείνονται και να αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ότι έγινε κακή χρήση των εταιρικών τύπων, και δη της νομικής προσωπικότητας αυτών στην περίπτωση κατά την οποία η επίκληση αυτής και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ.
Αναγκαία είναι η ειδική μνεία στην αγωγή των συγκεκριμένων περιστατικών που ενδεικνύουν την εκ μέρους του εναγόμενου κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, όπως ανωτέρω εξειδικεύθηκαν (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 149/2013, 905/2010, 330/2010, 309/2009).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται βάσει του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν δηλαδή το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε ολιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 473/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων με βάση το ακόλουθο ιστορικό: <<...η πρώτη εναγόμενη κυπριακή εταιρεία ήταν κάτοχος όλων των μετοχών της υπό πώληση εταιρείας, με τη σειρά της και αυτή όμως, όπως συνηθίζεται για φορολογικούς και άλλους λόγους, ήταν συμφερόντων των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων και ένας εκ των φορέων της επιχειρηματικής τους δραστηριοποίησης.
Εξάλλου όλες οι συζητήσεις για την αναφερόμενη αγοραπωλησία έγιναν μεταξύ των εταίρων μου και των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων, οι οποίοι συμπεριφέρονταν, ενεργούσαν και διαπραγματεύονταν από κοινού ως συνιδιοκτήτες της 1ης εναγομένης, με τον 2ο εναγόμενο να έχει και την τυπική θέση του νομίμου εκπροσώπου της....η 1η εναγόμενη κυπριακή εταιρεία, η οποία και συμβλήθηκε μαζί μου, αλλά αυτή τούτη αποτελούσε και αποτελεί το νομικό "όχημα" με το οποίο δραστηριοποιούντο οι εναγόμενοι και επομένως το καταβληθέν από εμένα ποσό ενθυλάκωσαν αυτοί ατομικά, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι όλα τα ανωτέρω, δηλάδη διαβεβαιώσεις, υποσχέσεις κ.τ.λ.
μου τα παρείχαν αυτοί από κοινού και σε απόλυτη σύμπνοια και συμφωνία μεταξύ τους...>>. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν εκτίθενται κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ειδικό τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους της ενάγουσας κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης και τη σχέση απόλυτης κυριαρχικής εξάρτησής της, από οικονομικής και διοικητικής απόψεως από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων, αφού η μνεία ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ήταν συμφερόντων των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων και το νομικό όχημα με το οποίο δραστηριοποιούντο καθώς και το ότι αυτοί συμπεριφέρονταν σαν συνιδιοκτήτες της εταιρείας, οι δε διαπραγματεύσεις ως προς την επίδικη αγοραπωλησία διεξάγονταν μεταξύ των εταίρων της εναιρεσείουσας και των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων, δεν δικαιολογούν την αιτούμενη άρση του μανδύα της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης για τη στοιχειοθέτηση προσωπικής ευθύνης των λοιπών εναγομένων.
Συγκεκριμένα ενώ οι παραπάνω αναφορές είναι απολύτως θεμιτές και συμβατές με τον τύπο εταιρείας που φέρει η πρώτη εναγόμενη, αντίθετα η ενάγουσα δεν κατονομάζει πράξεις των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων, που να καταδεικνύουν βούληση καταστρατήγησης των διατάξεων του νομικού προσώπου της εταιρείας εκ μέρους τους.
Ειδικότερα, δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να καταδεικνύουν είτε την σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας, ιδίως με παράθεση των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και του συγκεκριμένου τρόπου σύγχυσης αυτών, είτε την εικονικότητα του νομικού προσώπου, είτε την έλλειψη συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης της ως νομικού προσώπου, είτε συγκεκριμένη συμπεριφορά των ως άνω φυσικών προσώπων-2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων- όταν δρουν προς τα έξω αγνοώντας την ύπαρξη της εταιρείας, που να δικαιολογούν την άρση του πέπλου για τη θεμελίωση προσωπικής τους ευθύνης και την υπεγγυότητα της ατομικής τους περιουσίας για τα χρέη του νομικού αυτού προσώπου.
Συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή η συμπεριφορά των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων δεν πληροί συνεκτιμώμενη στο σύνολό της, το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και δεν δικαιολογεί την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, ώστε να συντρέχει εις ολόκληρον ευθύνη αυτής μετά των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστη την εν λόγω αγωγή ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των εναγομένων, με τις παραδοχές ότι στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται με σαφήνεια συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία καταδεικνύουν τη βούληση καταστρατήγησης των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκ του αρ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαίωμα αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή που έχει υποστεί ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη εξαιτίας προσβολής έννομου συμφέροντος του, το οποίο προστατεύεται από κανόνες δικαίου, και όχι κάθε άλλος, στον οποίο αντανακλούν οι υλικές ή ηθικές συνέπειες του αδικήματος.
Εξάλλου, η παραβίαση ενοχικής συμβάσεως εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ' εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ και δεν γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΑΠ 1387/2021, ΑΠ 295/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται τα εξής: α) ξένο κινητό πράγμα (ολικά ή εν μέρει), ως τέτοιο δε, θεωρείται το ευρισκόμενο σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το πράγμα αυτό να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του για να ενσωματώσει στην περιουσία του το ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 186/2008, ΑΠ 816/2006, ΑΠ 623/1995, ΑΠ 1302/95, ΑΠ 125/1994 ποινικές αποφάσεις).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προς στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης σε βάρος της αδικοπραξίας εκ μέρους των εναγόμενων και την συνακόλουθη πρόκληση ηθικής βλάβης της ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του από 6.9.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού- προσυμφώνου πώλησης εταιρικών μεριδίων που συνήφθη μεταξύ της ιδίας και της πρώτης εναγομένης κυπριακής εταιρίας, συμφερόντων των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εναγομένων και εκπροσωπουμένης νόμιμα από τον δεύτερο εναγόμενο, η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε να της πωλήσει όλα τα εταιρικά μερίδια της μονοπρόσωπης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι.Μ.Α.
ΕΠΕ", της οποίας ήταν μοναδική εταίρος, υπό τους ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή όρους. Ότι το τίμημα για την πώληση των εταιρικών μεριδίων συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 205.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 40.000 ευρώ καταβλήθηκε σε μετρητά κατά την υπογραφή του προσυμφώνου ως αρραβώνας. Ότι το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης θα έπρεπε να συναφθεί μέχρι την 30.9.2011, μετά την παράδοση προς την ενάγουσα των ειδικότερα μνημονευομένων εγγράφων, προκειμένου η αγοράστρια (ενάγουσα) να διενεργήσει ελέγχους επί της νομικής κατάστασης των μεταβιβαζομένων εταιρικών μεριδίων, επί της λογιστικής και φορολογικής κατάστασης της μεταβιβαζομένης εταιρίας και επί των κατεχομένων από την εταιρία αδειών και εγκρίσεων φωτοβολταϊκών πάρκων.
Ότι οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν πλήρως τις εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, για το λόγο δε αυτό με την από 12.12.2011 εξώδικη δήλωσή της, τους γνωστοποίησε ότι υπαναχωρεί από την προσυμφωνηθείσα πώληση και ζήτησε να της επιστραφεί τα προκαταβληθέν ποσό των 40.000 ευρώ.
Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, που οδήγησε στη ματαίωση της σύμβασης, προβλήθηκε η φήμη της και η επαγγελματική της υπόληψη. Πλην όμως, μόνον η αναφορά στην αγωγή ότι οι εναγόμενοι ενεργώντας κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων δεν εκπλήρωσαν τις εκ του προσυμφώνου υποχρεώσεις τους με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η σύναψη του οριστικού συμβολαίου, δίχως να εκτίθενται και άλλα πραγματικά περιστατικά, που αυτοτελώς θεωρούμενα, δηλαδή εκτός του πλαισίου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν αδικοπραξία εκ μέρους των εναγομένων και ειδικότερα το αδίκημα της υπεξαίρεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως ότι η ένδικη αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση ηθικής βλάβης είναι μη νόμιμη, διότι η ευθύνη των εναγομένων προς αποζημίωση της ενάγουσας απορρέει αποκλειστικά και μόνο από την αθέτηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων μη θεμελιουμένης αδικοπρακτικής αευθύνης αυτών, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε.
Κατόπιν τούτων, ο λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσίβλητων, Ι.
Α., ο οποίος παρέστη κατά τα συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών λόγω της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσίβλητων, Ι. Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ