Legislator Giurisprudenza & Legislazione
98/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to lack of material facts and inadmissible denial of claim.

Numero d'incarto 98/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on land ownership. The State argued the lower court failed to establish facts for adverse possession and incorrectly accepted boundary discrepancies. The court rejected these claims because the lower court provided sufficient reasoning on adverse possession and the State's arguments constituted a mere denial of the claim rather than new material facts.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559, Art. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to apply substantive law correctly or ignored material facts, whereas a mere denial of the claim or arguments based on law does not constitute a material fact.

Parole chiave

Generato dall'IA
adverse possession material facts denial of claim appeal admissibility land ownership boundary dispute Greek Civil Procedure

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 576 §2 lit. g of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 lit. b of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 98 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε. Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. Ν. Μ. του Μ., 2. Ε. Ν. Μ., χήρα Μ. Ν. Μ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Δωρόθεο Παπαρρηγόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3/2017 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Όπως προκύπτει απ' την …40/4-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικ. Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Α. Α., οι επισπεύδουσες αναιρεσίβλητες έχουν επιδώσει νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πιστό αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αναφερομένη δικάσιμο. Επομένως, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρ. 576 §2 εδ. γ ΚΠολΔ).Ι

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για την ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά τον αρ. 8 εδ. β του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχει σημασία αν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κυρίας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, την διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.

Ο ισχυρισμός, αν είναι επουσιώδης, σε εκάτερη των περιπτώσεων, δηλαδή είτε είχε ληφθεί υπόψιν παρά τον νόμο, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν έχει ληφθεί υπόψιν αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Επουσιώδης είναι ο ισχυρισμός εκείνος που δεν έχει καμία επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως.

Επουσιώδεις ισχυρισμοί είναι και οι μη νόμιμοι και ιδίως εκείνοι που προβάλλονται απαραδέκτως, οι αόριστοι, οι αλυσιτελείς και οι ισχυρισμοί που προτείνονται "εκ περισσού". Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

III. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο Ευβοίας με την προσβαλλομένη, 3/2017, απόφαση του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 (ως ορθώς εκτιμάται) αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι: "Παρέβη τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου Ν8 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1Β6 (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. 941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 Κωδ. 7,30, ν.11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12, άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16....830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του Ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15....926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", καθώς και την παράγραφο 7 του άρθρου 3 Ν. 998/1979 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 3208/2003, αλλά και τις σχετικές διατάξεις του Ν. 1539/1938, διατηρηθέντος ρητώς σε ισχύ δια του άρθρου 58 του ΕισΝΚΠολΔ.

Ειδικότερα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" από το Ελληνικό Κράτος, άλλως - σε περίπτωση που δεν ανήκουν στην κατηγορία των εγκαταλελειμμένων από τους Οθωμανούς- την αναγκαία διαδικασία των προβλεφθέντων τότε με τα ανωτέρω β.δ.

Μικτών Επιτροπών, με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιωτών που παρέμειναν στην Εύβοια με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η νήσος Εύβοια δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, όπως δέχεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ενώ ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις, όφειλε το δικάσαν Δικαστήριο να κάνει δεκτό -αφενός ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις - αφετέρου ότι νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κανείς μόνο μετά από αναγνώριση από την Μικτή Επιτροπή με απόφαση αυτής μεταγεγραμμένη, ο οποίος (νόμιμος τίτλος) και μόνο εν όψει του υφισταμένου νομικού πλαισίου θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και ότι, αντιθέτως, άλλοι τίτλοι κτήσεως δεν συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νόμιμους τίτλους, εν όψει και της μη αναγνωρίσεώς τους από τα νόμιμα όργανα και κατά τη διαδικασία τη•διαγραφόμενη στις ως άνω διατάξεις".

IV. Οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή τους, ως ακολούθως: Η επίδικη έκταση, συνολικού εμβαδού 42.936 στρεμμάτων, βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια των πρώην κοινοτήτων Π. (Α. Α.) και Δ. (Δ.) …. και σύμφωνα, με την προαναφερόμενη από 28 Φεβρουαρίου 2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου, Τ.

Α., και του τοπογράφου μηχανικού, Δ. Σ., αυτή συνορεύει βόρεια με δάση διακατεχόμενα ... και Ιεράς Μονής ..., συνιδιόκτητα ..., διακατεχόμενο Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (πρώην ΟΔΔΕΠ), ιδιωτικό ... και δημόσιο Π., ανατολικά με δάση, δημόσιο Π. και ιδιωτικά Μ…., Π…. και Δ…, νότια με δάση ιδιωτικά Π…. και Δ….

και θάλασσα ... και δυτικά με δάση διακατεχόμενα ..., Ιεράς Μονής ... και συνιδιόκτητα .... Η δε λεπτομερής οριογραμμή μεταξύ της επίδικης έκτασης και των όμορων αυτής έχει την κατωτέρω διαδρομή: από τη θάλασσα του ..., στη θέση "..." (όριο του ιδιωτικού δάσους Δ….) ακολουθεί -με βορειοδυτική κατεύθυνση- την παραλία μέχρις ότου συναντήσει το σημείο της εκβολής στη θάλασσα του ρέματος "..." (όριο διακατεχόμενου δάσους ...ς), όπου γυρνά προς βορρά και ακολουθεί το ρέμα και ανέρχεται μέχρι τη θέση "...", η οποία βρίσκεται στο μέσο περίπου της πλαγιάς του όρους Κ….., προς την πλευρά της θάλασσας στο σημείο που συναντώνται τα όρια των δασών Κ…., Ιεράς Μονής ...

και Π. - Δ.). Από το σημείο αυτό η οροθετική γραμμή ακολουθεί την πλαγιά ανεβαίνοντας προς τη θέση "..." (…), όπου μέσω της πλαγιάς κατεβαίνει σε ευθεία γραμμή και φθάνει στη θέση "Κουφάλες" και στη συνέχεια σε καθοδική ευθεία πορεία φθάνει στη θέση "Βαρελά", όπου συναντά το ρέμα "...". Από το σημείο αυτό η οροθετική γραμμή ακολουθεί το ρέμα "...", διέρχεται στην οδό Δ.-Τ.

και ανεβαίνει μέσω της πλαγιάς στη θέση "Τσιχρινά" (όριο Τ.), όπου κατέρχεται στο ρέμα "…..", το οποίο ακολουθεί μέχρι τη θέση "..."(όριο ...- Δ.). Από εκεί στρέφεται βορειοανατολικά, διέρχεται από τις θέσεις "...", "…." και "..." και φθάνει στη θέση "...", απ' όπου δια των ορίων Κ…..- Π…..., Μ….- Π. και Μ.-Π., κατέρχεται στη δημόσια οδό ..., την οποία τέμνει κάθετα καθώς και τον παράλληλα διερχόμενο αυτής ποταμό Κ…., απ' όπου δια των αγρών των κατοίκων Π., φθάνει στην κορυφογραμμή-όριο δημοσίου δάσους Π., το οποίο επίσης ακολουθεί μέχρι συνάντησης του δάσους Μ., εν συνεχεία στη θέση "..." (όριο δασών ...), όπου στρέφεται δυτικά και κατέρχεται στη θέση "..." (όριο δάσους Π…..) και στην εκεί γέφυρα της δημοσίας οδού ....

Στη συνέχεια και δυτικά ακολουθεί το ρέμα μέχρι τη θέση "..." (όριο δάσους ...), απ' όπου δια της πλαγιάς ανέρχεται κατ' ευθείαν στη θέση "..." και από εκεί στο "...", απ' όπου σε ευθεία προς τα πάνω φθάνει στη θέση "...", και από εκεί κατεβαίνει δια της πλαγιάς κατευθείαν στη θάλασσα του ..., στη θέση "..." απ' όπου και ξεκίνησε, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Την έκταση αυτή αγόρασαν μετά τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα οι Ε. Ν. και Κ. Χ. Μ. από τους παρακάτω αναφερόμενους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους. Συγκεκριμένα, μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος, ο τότε Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κάλεσε Έλληνες και ξένους να αγοράσουν Τουρκικά (οθωμανικά) κτήματα στην Αττική, στην Ανατολική Στερεά και στην Εύβοια, επειδή έπρεπε να προηγηθεί η εξαγορά των ιδιωτικών Τουρκικών κτημάτων κατά τις επιταγές του άνω πρωτοκόλλου στις παραπάνω περιοχές, που ευρίσκοντο ακόμη υπό Τουρκική κατοχή, ενόψει του ότι το Εθνικό Ταμείο δεν είχε τα απαιτούμενα κεφάλαια για να προβεί στην εξαγορά αυτή.

Μεταξύ αυτών που έσπευσαν να αγοράσουν Οθωμανικές γαίες ήταν και οι ανωτέρω, οι οποίοι αγόρασαν τα κατωτέρω δύο δασοκτήματα στην ….. Ειδικότερα, το έτος 1833 ο Ε. Ν. αγόρασε δυνάμει χοτζετίου, το δασόκτημα Α. Α. από τον Χ. Ι. Μ., ενώ το έτος 1836 (μέσα στην προθεσμία των 18 μηνών, που μπορούσε να παραταθεί, από την αποπεράτωση των εργασιών οριοθετήσεως του Ελληνικού Κράτους, η οποία προβλεπόταν από την παρ. 7 της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως για την εκποίηση των ιδιοκτησιών των ιδιωτών που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το Ελληνικό έδαφος) ο Κ.

Χ. Μ. αγόρασε, επίσης δυνάμει χοτζετίου, από τον Ε. Μ. το δασόκτημα στο Δ…... Τα χοτζέτια αυτά προσκόμισαν οι παραπάνω αγοραστές στη συσταθείσα (από τον I. Καποδίστρια το έτος 1830) μικτή επί των Οθωμανικών κτημάτων επιτροπή, έργο της οποίας ήταν η εποπτεία των επιτρεπομένων από το άνω πρωτόκολλο πωλήσεων, η οποία ενέκρινε τις ανωτέρω αγοραπωλησίες με τις υπ' αριθμόν 304/1836 και 440/1837 αποφάσεις της, αντιστοίχως.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα χοτζέτια αυτά καταστράφηκαν κατά την πυρπόληση της οικίας Μ. από τους Ιταλούς στη διάρκεια της κατοχής και συγκεκριμένα το έτος (1942.). Εν συνεχεία, το έτος 1839 ο Ε. Ν. αγόρασε από τον Κ. Χ. Μ., το δασόκτημα στο Δ…., δυνάμει του υπ' αριθμόν …87/1839 συμβολαίου του συμβολαιογράφου, Κ. Κ., το οποίο δεν μετεγράφη, δεδομένου ότι η υποχρέωση μεταγραφής των αφορωσών σύσταση, μετάθεση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων δικαιοπραξιών επεβλήθη το πρώτο με το Ν.ΤΗΖ/6-11-1856.

Αποτέλεσμα της άνω αγοράς ήταν η συνένωση των δύο δασοκτημάτων Δ. και Α. Α. σε ένα ενιαίο, όπως παραμένει έκτοτε, μετά τις κατά καιρούς επιμέρους αγοραπωλησίες διαφόρων τμημάτων του. Το έτος 1841 ο Κ. Μ. αγόρασε από τον Ε. Ν. το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ενιαίου δασοκτήματος, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...28/1841 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου (Κ.

Κ.). Το έτος 1876 ο Ε. Ν. δώρησε το μετά την άνω πώληση ανήκον σ' αυτόν 1/2 αδιαιρέτου του δασοκτήματος στον υιό του, Φ. Ν., δυνάμει του υπ' αριθμόν …7/1876 συμβολαίου του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Λονδίνο, ενώ ο τελευταίος (Φ. Ν.) αγόρασε από τους κατωτέρω κληρονόμους του Κ. Μ. το σ' αυτούς ανήκον 1/2 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...34/1887 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε.

Α.. Τα ανωτέρω δυο συμβόλαια νομίμως μεταγεγραμμένα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κ….. προσκομίζονται από τις εφεσίβλητες. Έτσι, ο Φ. Ν. με τις προαναφερόμενες δικαιοπραξίες (δωρεά και αγοραπωλησία) απέκτησε το όλο ακίνητο. Εν συνεχεία, το έτος 1919 απεβίωσε ο Φ. Ν. και με την από 15-7-1918 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την 31/11-11-1919 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννης, το επίδικο περιήλθε στα τέκνα του, Ε.

Ν. και Β. Ν., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα, που υπεισήλθαν στην κληρονομία του πατέρα τους με πρόθεση κληρονόμων, ενώ το έτος 1935 η Ε. Ν. αγόρασε, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...58/1935 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γ. Δ., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Άννης (τόμος ….5 και αριθμός ….38), από τον αδελφό της, Β.

Ν., το ανήκον σ' αυτόν ιδανικό μερίδιο (1/2 εξ αδιαιρέτου) του ακινήτου και έτσι αυτή απέκτησε το όλο επίδικο ακίνητο. Η Ε. Ν. απεβίωσε στις 8-2-1956 και με την από 23-4-1955 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμόν 3283/1956 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε την περιλαμβάνουσα το επίδικο κινητή και ακίνητη περιουσία της στην Ελλάδα στο μοναδικό της τέκνο, Φ.

Ν. Μ., και τα τέκνα αυτού (εγγόνια της) Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ. κατά το 1/3 (4/12) εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Οι ανωτέρω, δε, κληρονόμοι της Ε. Ν. απεδέχθησαν την κληρονομιά της με την υπ' αριθμόν …10/1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου, Ε. Μ., νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κ... (τόμος …9 και αριθμός …..31).

Τέλος, το έτος 1990 ο Μ. Ν. Μ. απεβίωσε στην Κύπρο χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Ε. χήρα Μ. Ν. Μ., (δεύτερη εφεσίβλητη) και τη θυγατέρα του, Μ. Μ. Ν. Μ., (πρώτη εφεσίβλητη), εφαρμοζομένων εν προκειμένω ως προς την κληρονομική αυτή διαδοχή των ισχυουσών κατά το χρόνο εκείνο διατάξεων του αγγλικού δικαίου εκ της ιθαγένειας του κληρονομούμενου κατά το χρόνο του θανάτου του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Family Provision (Intestate Succession) Order, 1987 (υπ' αριθμ. 799) ο επιζών σύζυγος που καλείται να κληρονομήσει εξ αδιαθέτου τον αποβιώσαντα μετά την 31-5-1987 σύζυγο του, λαμβάνει, αν συντρέχει με κατιόντες του αποβιώσαντος, το εξαίρετο και το ποσό των 75.000 λιρών. Το υπόλοιπο της κληρονομιάς διαιρείται σε δυο ίσα μέρη.

Το ένα το λαμβάνει ο επιζών σύζυγος με τη μορφή ισόβιας επικαρπίας και το άλλο αποτελεί εμπίστευμα εκ του νόμου υπέρ των κατιόντων του αποβιώσαντος. Στο τελευταίο αυτό προστίθεται μετά το θάνατο του επιζώντος συζύγου και το δικό του μερίδιο στο οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, είχε επικαρπία εφ όρου ζωής (σχετ.

η με αριθμό πρωτοκόλλου 481/1-2-1995 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου). Οι εφεσίβλητες, πράγματι, αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του αποβιώσαντος, Μ. Ν. Μ., με την υπ' αριθμόν ….77/6-6-1994 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου, Α. Α., νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Αγίας Άννας (τόμος ….32 και αριθμός ….76), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν ...54/14-9-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου, Ν.

Σ., επίσης νομίμως μεταγεγραμμένης στο Υποθηκοφυλακείο Αγίας Άννας (τόμος 138 και αριθμός 323), σύμφωνα με την οποία η μεν πρώτη εφεσίβλητη (τέκνο του θανόντος) κληρονομεί το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του ενός τρίτου (1/3) ήτοι το 1/6 εξ αδιαιρέτου, κατά πλήρη κυριότητα, το δε υπόλοιπο ήμισυ (1/2) του ενός τρίτου (1/3), ήτοι το 1/6 εξ αδιαιρέτου, κατά ψιλή κυριότητα, η δε δεύτερη εφεσίβλητη (σύζυγος του θανόντος) κληρονομεί κατ' επικαρπία το ήμισυ(1/2) έξ αδιαιρέτου του ενός τρίτου (1/3), ήτοι το 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου δασοκτήματος.

Όσον αφορά τους τίτλους των απωτατών, δικαιοπαρόχων των εναγουσών-εφεσιβλήτων Ε. Ν. και Κ. Χ. Μ., ήτοι τα προαναφερθέντα χοτζέτια, -τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, καταστράφηκαν κατά την πυρπόληση της οικίας Μ. από τους Ιταλούς στη διάρκεια της κατοχής- και δεν τα κατέχουν οι ενάγουσες, αυτοί (τίτλοι) δεν είναι ικανοί να προσπορίσουν στους ως άνω αγοραστές κυριότητα επί του επιδίκου, γιατί, κατά τον περί Οθωμανικών γαιών νόμο, για το έγκυρο της μεταβιβάσεως δασών, που ανήκαν στις δημόσιες γαίες, απαιτείτο η έκδοση ταπίου και μεταγραφή τούτου στο οικείο κτηματολόγιο, μη αρκούσης της συντάξεως σχετικού χοτζετίου (βλ.

τις υπ'αριθ. 1251 και 1952/1975 αποφάσεις του Σ.τ.Ε.), ενώ σε κάθε περίπτωση, για την αναγνώριση της εγκυρότητας των εν λόγω τίτλων, και επομένως για την εγκυρότητα της δι' αυτών μεταβιβάσεως του επιδίκου, έπρεπε να τηρηθεί η επιβαλλόμενη από το Β.Δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" υποχρέωση υποβολής των εκδιδομένων από τις Τουρκικές αρχές, προ της ενάρξεως του αγώνος της ανεξαρτησίας, τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση του άνω Β.Δ/τος, προς εξέταση και αναγνώριση ή απόρριψη αυτών.

Η διαδικασία αυτή δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε από τους απωτάτους δικαιοπαρόχους των εναγουσών και επομένως, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του Διατάγματος αυτού, από την παρέλευση της άνω προθεσμίας, ήτοι το έτος 1837, επίδικο δάσος θεωρήθηκε "αδιαφιλονικήτως εθνικό" (δημόσιο), ανήκον εντεύθεν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Σημειώνεται ότι, η μη τήρηση της άνω διαδικασίας, δεν αναπληρώνεται από την προσαγωγή των χοτζετίων στην παραπάνω επί των Οθωμανικών κτημάτων επιτροπή και την έκδοση από αυτή των προαναφερθεισών, θετικών για τους αγοραστές, αποφάσεων, δεδομένου ότι η επιτροπή αυτή δεν ήταν αρμόδια να προβεί σε έλεγχο των τίτλων και σε αναγνώριση δασικών εκτάσεων ως ιδιωτικών και, κατά συνέπεια, οι άνω αποφάσεις της επιτροπής δεν αποτελούν νόμιμους τίτλους ικανούς να προσπορίσουν κυριότητα επί του επιδίκου στους άνω απωτάτους δικαιοπαρόχους των εναγουσών.

Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, Ε. Ν. και Κ. Χ. Μ., αγοράζοντας τα έτη 1833 και 1836 αντίστοιχα, δυνάμει χοτζετίων τα άνω δασοκτήματα και προσκομίζοντας τα χοτζέτια αυτά στην επί των Οθωμανικών κτημάτων επιτροπή, η οποία ενέκρινε τις αγοραπωλησίες με τις προαναφερθείσες υπ' αριθμόν 304/1836 και 440/1837 αποφάσεις, έστω και αν δεν τήρησαν την από το άνω Β.Δ/μα επιβαλλόμενη υποχρέωση, έκτοτε ενέμοντο τα δασοκτήματα αυτά με καλή πίστη, ήτοι έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής των δασοκτημάτων δεν προσβάλλουν κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος άλλου επ' αυτών (ΑΠ 1284/1983 ΝοΒ 32.854, ΑΠ 505/1979 ΝοΒ 27.1572).

Την άνω νομή άσκησε ο Κ. Χ. Μ. μέχρι το έτος 1839, οπότε πώλησε το δασόκτημα στο Δ…, που είχε αγοράσει ως άνω, στον Ε. Ν., ο οποίος έκτοτε (1839), ως αποκτήσας το όλο, ενιαίο πλέον, δασόκτημα (επίδικο), ενέμετο τούτο, με καλή πίστη, μέχρι το έτος 1841, οπότε πώλησε, ως εξετέθη, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος στον Κ.

Μ. και έτσι από το έτος 1841 ενέμοντο το επίδικο με καλή πίστη (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος) οι Ε. Ν. και Κ. Μ., καταστάντες κύριοι του επιδίκου (κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό έκαστος) με έκτακτη χρησικτησία το έτος 1867 που συμπλήρωσαν τριακονταετή συνεχή νομή με καλή πίστη και διανοία κυρίου (συνυπολογιζομένης της από το έτος 1837 έως το έτος 1839 νομής του δικαιοπαρόχου του Ε.

Ν., ήτοι του Κ. Χ. Μ., νεμηθέντος το αγορασθέν από αυτόν δασόκτημα κατά το άνω διάστημα και της τοιαύτης (νομής) των δικαιοπαρόχων του Κ. Μ., ήτοι των Ε. Ν. και Κ. Χ. Μ., από το έτος 1837 έως το έτος 1841), αρχομένου του υπολογισμού της άνω τριακονταετούς νομής των ανωτέρω, Ε. Ν. και Κ. Μ. (προς κατάλυση της επί του επιδίκου κυριότητος του Δημοσίου) από το έτος 1837, οπότε αυτό (επίδικο) θεωρήθηκε, κατά τα άνω, εθνικό και απέκτησε την κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο.

Σημειώνεται ότι, από τον συνδυασμό των σχετικών διατάξεων του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία, για την οποία απαιτείται συνεχής τριακονταετής νομή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρεί και σε δημόσια κτήματα (δάση κ.λ.π., βλ.

ΑΠ 398/1999 ΕλλΔικ 40.1714), εφόσον η άνω τριακονταετής επί αυτών νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη έκτοτε κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987 ΕλλΔικ 32.1483).

Εξάλλου, για τον συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του αναγκαίου χρόνου για την κτήση της κυριότητος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται νόμιμη αιτία, ήτοι ειδική ή καθολική διαδοχή (ΑΠ 1283/1991 ΕΕΝ 1993.90, ΑΠ 497/1981 ΝοΒ 30.53).

Επομένως, εν προκειμένω, οι αναφερθέντες Ε. Ν. και Κ. Μ., συμπληρώσαντες, κατά τα άνω, τριακονταετή συνεχή νομή, με καλή πίστη, επί του επιδίκου το έτος 1867, έγιναν κύριοι αυτού (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος) με έκτακτη χρησικτησία, που ήταν δυνατή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, έστω και αν το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα (δάσος) καταλύσαντες την επ' αυτού κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Ακολούθως, ο Ε. Ν. εδώρησε το έτος 1876, με το προαναφερθέν συμβόλαιο, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στον υιό του, Φ. Ν., ο οποίος αγόρασε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος Κ. Μ., ήτοι τους Φ. Κ. Μ., Έ. Κ. Μ. και Έ. χήρα Κ. Μ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ανωτέρω, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, έκαστος των δύο πρώτων (τέκνων του αποβιώσαντος) και κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου η τρίτη σύζυγος του αποβιώσαντος), προθέσει κληρονόμων, το έτος 1887, με το προαναφερθέν συμβόλαιο, νεμηθείς δε έκτοτε το επίδικο (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, από της άνω δωρεάς και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από της άνω αγοράς) με καλή πίστη μέχρι το έτος 1919, οπότε απεβίωσε, έγινε και αυτός κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογιζομένης στη δική του ως άνω νομή, της τοιαύτης των δικαιοπαρόχων του, Ε.

Ν. και Έ. Κ. Μ., Φ. Κ. Μ. και Έ. χήρας Κ. Μ. (κληρονόμων του Κ. Μ.), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο (δωρεά και πώληση αντιστοίχως) ειδικός διάδοχος αυτών. Στη συνέχεια, το επίδικο περιήλθε, το έτος 1919, με την αναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του Φ. Ν., στα τέκνα αυτού, Ε. Ν. και Β. Ν., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, που υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ανωτέρω προθέσει κληρονόμων.

Ο εξ αυτών Β. Ν. νεμήθηκε έκτοτε (1919) με καλή πίστη το επίδικο, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, μέχρι το έτος 1935, συνυπολογιζομένης δε στη δική του νομή της (κατά το ίδιο ποσοστό) τοιαύτης του δικαιοπαρόχου πατρός του από το έτος 1876, έγινε κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως κύριος δε αυτού κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, πώλησε τούτο στην αδελφή του, Ε.

Ν., το έτος 1935 με το προαναφερθέν συμβόλαιο. Η τελευταία (Ε. Ν.), νεμηθείσα με καλή πίστη το επίδικο, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, που είχε περιέλθει σ' αυτή με την άνω διαθήκη, από το έτος 1919 μέχρι το θάνατο της (1955) , συνυπολογιζομένης της (κατά το ίδιο ποσοστό) νομής του άνω δικαιοπαρόχου πατρός της, είχε γίνει κυρία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Όσον αφορά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου νεμηθείσα τούτο η ίδια (Ε. Ν.) με καλή πίστη από της κατά τα άνω αγοράς του από τον αδελφό της, Β. Ν., (1935) μέχρι το θάνατο της (1955) και συνυπολογιζομένης της επ' αυτού νομής του άνω δικαιοπαρόχου αδελφού της από το έτος 1919 μέχρι το έτος 1935, έγινε κυρία και του ποσοστού τούτου (1/2 εξ αδιαιρέτου) του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, η Ε. Ν. έγινε κυρία του όλου επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ήταν τοιαύτη κατά τον άνω χρόνο του θανάτου της. Αποβιωσάσης της Ε. Ν. το έτος 1955, το επίδικο, με την προαναφερθείσα διαθήκη της, περιήλθε, στο τέκνο της, Φ. Ν. Μ. και τα τέκνα αυτού (εγγόνια της), Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ. (δικαιοπάροχος των εναγουσών), κατά το 1/3 (4/12) εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, οι ανωτέρω δε κληρονόμοι της Ε.

Ν. αφενός απεδέχθησαν την κληρονομιά της με την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν 410/1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου … Ε. Μ., νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κ... (τόμος 19 και αριθμός 3231) και αφετέρου ενέμοντο αυτό έκτοτε (1955) μέχρι το έτος 1984 {οπότε την διαχείριση του επιδίκου ανέλαβε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω) και έγιναν κύριοι αυτού, κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό έκαστος, με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045).

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ'αριθ. 259/2008 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή το Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή δικανική πεποίθηση για το αν η επίδικη έκταση συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, δεδομένου ότι στην υπ'αριθ 410/1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων τους οι δικαιοπάροχοι τους αποδέχθηκαν μόνο 32.000 στρέμματα και όχι 42.936 στρέμματα, ετέθη το σχετικό ζήτημα στους ως άνω πραγματογνώμονες.

Οι πραγματογνώμονες, σύμφωνα με την ως άνω από 28 Φεβρουαρίου 2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου 6/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους απεφάνθησαν ότι δεν υφίσταται η φερόμενη ως απόκλιση των 10.936 στρεμμάτων μεταξύ της υπ' αριθμόν 410/1957 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου …, Ε.

Μ., (όπου αναγράφεται ως έκταση του επιδίκου τα 32.000 στρέμματα) και της διεκδικούμενης από τις ενάγουσες έκταση (42.936 στρέμματα), στην οποία άλλωστε κατέληξαν και οι πραγματογνώμονες Ι Σ. και Μ. Α. με την 18-1-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε δυνάμει δικαστικής απόφασης με αφορμή προγενέστερη δίκη.

Και τούτο διότι όπως αναλυτικά εκτίθεται στην προαναφερόμενη από 28-2- 2014 έκθεση, από το έτος 1899 και εντεύθεν η διαχείριση του επιδίκου γινόταν με πίνακες υλοτομίας δοθέντος ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστοι χάρτες, από το έτος δε 1914 και μεταγενέστερα η διαχείριση του ιδίου δάσους γινόταν με διαχειριστικές εκθέσεις όπου πέραν των ιδίων ορίων γινόταν και επιμελέστερος υπολογισμός των προς διαχείριση τμημάτων του.

Παράλληλα, δε, και σταδιακά, καθιερώθηκε κατά τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών τίτλων η αναφορά του εμβαδού των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και αργότερα η επισύναψη και τοπογραφικών διαγραμμάτων, και για το λόγο αυτό το αναγραφόμενο στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς εμβαδόν των 32.000 στρεμμάτων είναι ενδεικτικό, καθότι δεν προέκυψε από επιμελημένη καταμέτρηση ή τοπογραφική αποτύπωση οποιασδήποτε μορφής.

Σύμφωνα με την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αξιόπιστη αποτύπωση του όλου δάσους έγινε το έτος 1976 από συνεργεία της Υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Μηχ/σεων Αττικής και Νήσων του Υπουργείου Γεωργίας, οπότε και κατ' αυτήν συντάχθηκαν εννέα πινακίδες υπό κλίμακα 1:5000 στις οποίες περιέχεται η επίδικη έκταση.

Τις πινακίδες αυτές επεξεργάστηκαν με λεπτομέρεια και μεθοδικά οι πραγματογνώμονες τοπογράφοι μηχανικοί, Ι Σ. και Μ. Α. και τις ψηφιοποίησαν για τις ανάγκες της δικής τους από 18-1-1998 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η αποτύπωση, δε, αυτή του Υπουργείου Γεωργίας έχει εξαρτηθεί από το κρατικό δίκτυο συντεταγμένων που σημαίνει ότι τα εξωτερικά όρια της επίδικης έκτασης δεν είναι δυνατό να τροποποιηθούν και μπορούν οποτεδήποτε να ελεγχθούν και να εφαρμοστούν με ακρίβεια στο έδαφος.

Το συνολικό, λοιπόν, εμβαδόν της επίδικης έκτασης, ήτοι τα 42.936 στρέμματα, προήλθε από την επεξεργασία των στοιχείων που αναγράφονται στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη, το δε τοπογραφικό διάγραμμα που εκπόνησαν οι Τ. Α. και Δ. Σ. για την επίδικη έκταση και το οποίο είναι ελέγξιμο και εφαρμόσιμο οποτεδήποτε, συμφωνεί με την εξωτερική, αλλά και εσωτερική οριογραμμή της εν λόγω έκτασης και το εμβαδόν της (42.936 στρέμματα) όπως και την προηγούμενη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη.

Η προαναφερόμενη από 28 Φεβρουαρίου 2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου, Τ. Α., και του τοπογράφου μηχανικού, Δ. Σ., είναι σαφής, ακριβής και επαρκώς αιτιολογημένη, συμφωνεί δε με την προγενέστερη πραγματογνωμοσύνη που εκπόνησαν οι πραγματογνώμονες τοπογράφοι μηχανικοί, Ι Σ. και Μ. Α., αλυσιτελώς δε το εκκαλούν αναφέρεται σε αποκλίσεις της οριογραμμής σε όμορα ιδιωτικά δάση που δεν ανήκουν σ' αυτό ούτε και παρεμβάλλεται μεταξύ του επιδίκου και των αναφερόμενων ιδιωτικών δασών δημόσια έκταση, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το επικαλούμενο από 30-4-1993 πρωτόκολλο προσωρινής οριοθέτησης - το οποίο δεν κατέστη οριστικό- δεν δύναται να ανατρέψει τα συμπεράσματα των εμπεριστατωμένων δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν.

Άλλωστε, η ταυτότητα του επιδίκου κατά θέση, όρια και έκταση δεν αμφισβητήθηκε ούτε και με τις κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενες γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών (Σ.Ι.Δ.Δ.) και του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών (Α.Σ.Ι.Δ.), ήτοι τις υπ' αριθμόν 51/7/4-3-1977 και 5/4/14-11-1983 γνωμοδοτήσεις αντίστοιχα, με τις οποίες κρίθηκε μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, το οποίο αφορούσε, όμως, σε 43.000 στρέμματα.

Συνεπώς, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που όπως προεκτέθηκε είναι εμπεριστατωμένη και επαρκώς αιτιολογημένη και περιέχει ακριβή αναφορά των ορίων του επιδίκου και επομένως τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του είναι αβάσιμα, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως ουσιαστικά αβασίμου.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου διακατοχικές πράξεις με τις οποίες ασκήθηκε η άνω νομή (κατά το από το έτος 1833 έως το έτος 1984 χρονικό διάστημα) από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, αποδεικνύεται ότι καθόλο το παραπάνω διάστημα αυτοί προέβαιναν σε συστηματική υλοτομία της στο επίδικο ξυλείας,με εργάτες (υλοτομους), τους οποίους προσελάμβαναν, η επεξεργασία, δε, μέρους της ξυλείας αυτής γινόταν στο επίδικο, σε κατασκευασμένο προς τούτο ειδικό εργαστήριο και στη συνέχεια η ξυλεία αυτή (ήτοι το μέρος της που είχε υποστεί επεξεργασία) διετίθετο σε κατοίκους των γειτονικών περιοχών, το δε υπόλοιπο της ξυλείας μεταφερόταν στη θέση "Π…", στις εκβολές του Κ...

και από εκεί με πλοία στη … (για τα Ναυπηγεία) και σε άλλα μέρη όπου πωλείτο. Επίσης, προέβαιναν σε συστηματική ρητινοσυλλογή της στο επίδικο ρητίνης, με εργάτες (ρετσινάδες) που οι ίδιοι προσελάμβαναν. Σχετικές αποθήκες συγκεντρώσεως ρητίνης υφίστανται ακόμη και αποδεικνύουν τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, στο επίδικο βρέθηκαν μεταλλεύματα (λευκόλιθος κλπ) η -εξόρυξη και εκμετάλλευση των οποίων άρχισε το έτος 1841 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγουσών και συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1889, οπότε ο τότε κύριος του επιδίκου, Φ.

Ν., με το υπ' αριθμόν …953/1889 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου , Η. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Άγιας Άννας {τόμος 3 αριθμός 508) πώλησε την σ' αυτό αναφερόμενη, κείμενη εντός του επιδίκου και περιλαμβάνουσα τα ορυχεία λευκολίθου έκταση, στην ανώνυμη εταιρία των Δημοσίων και Δημοτικών Έργων, την οποία διαδέχτηκε τελικώς το συγκρότημα ....

Τμήματα του επιδίκου δασοκτήματος οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους που έβοσκαν τα ποίμνιά τους. Για τη συστηματική, εκμετάλλευση του επιδίκου είχαν κατασκευασθεί δρόμοι, αποθήκες και οικήματα παραμονής εργατών. Τις στο επίδικο υφιστάμενες αγροτικές εκτάσεις καλλιεργούσαν οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών με εργάτες που προσελάμβαναν για το σκοπό αυτό.

Η επί του επιδίκου κυριότητα των άνω δικαιοπαρόχων των εναγουσών δεν αμφισβητήθηκε μέχρι το έτος 1975. Ειδικότερα, στο από 18-10-1840 έγγραφο του Δασονόμου Αρκτικής …., όπου γίνεται αναφορά του καθεστώτος των δασοκτημάτων στην περιοχή του δασονομείου Αρκτικής …., τα επίδικα δασοκτήματα Δ. και Α. Α. μνημονεύονται στη στήλη των ιδιωτικών δασών και όχι των εθνικών δασών.

Επίσης, η κατοχή του επιδίκου από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, Ε. Ν. και Κ. Χ. Μ., καθώς και τον Κ. Μ., αποδεικνύεται, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στις υπ' αριθμόν 55/2000 και 354/2002 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα: α) από τη με αριθμό 7.0677/1835 Διαταγή της Γραμματείας των Οικονομικών προς τον Γενικό Έφορο Χαλκίδας, με την οποία εντέλλεται αυτός να προβεί στον προσδιορισμό κατά τα όρια, στην καταμέτρηση της επιφάνειας και τον αριθμό κατ' είδος των δέντρων του δάσους Α.

Α., αγορασθέντος, ως εξετέθη, από τον Ε. Ν. και να ερευνήσει αυτός (Γενικός Έφορος Χαλκίδος) εάν ο Ε. Ν. επιθυμεί να ανταλλάξει αυτό με εθνικές γαίες ή άλλα δάση, β) από τη με αριθμό 78/1843 απόφαση της επιτροπής επί των διαφιλονικούμενων δασών στην οποία αναφέρεται ότι οι Ε. Ν. και Κ. Μ., ναι μεν δεν προσκόμισαν τίτλους ιδιοκτησίας τους, σύμφωνα με το άνω Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών", όμως διαπιστώνεται ότι αυτοί αναντιρρήτως κατέχουν το επίδικο δάσος.

Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων περιέχεται στην από 13-7-1976 έκθεση του Δ/ντού Δασών … Α. Γ. και της Προϊσταμένης του Νομικού Τμήματος της Γενικής Διεύθυνσης δασών Ε. Ζ. (άρθρο 436ΚΠολΔ ). Επιπλέον σημειωτέον είναι ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών, Ε. Ν., στην προσαγόμενη και σε νόμιμη, σε απόσπασμα, μετάφραση, από 20-9-1836 επιστολή του προς την Λ.

Β. (χήρα του Λ. Β.) αναφέρει ότι από την πώληση ξυλείας της περιόδου εκείνης ελπίζει να της αποπληρώσει το δάνειο που έλαβε από αυτήν (για την αγορά του επιδίκου). Από την επιστολή αυτή αποδεικνύεται ότι πράξεις νομής, και δη υλοτομία επί του επιδίκου δασοκτήματος, γινόταν από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγουσών από την παραπάνω χρονολογία.

Ενδεικτικό της μη αμφισβητούμενης νομής των δικαιοπαρόχων των εναγουσών είναι ότι αυτοί εκμεταλλεύονταν το επίδικο, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1899 έως το έτος 1914, βάσει ειδικών εγκρίσεων και πινάκων υλοτομίας του Υπουργείου Γεωργίας επί ιδιοκτήτου δάσους για κάθε έτος, με πρώτο τον υπ' αριθμόν 103.605/1899 πίνακα υλοτομίας ιδιοκτήτου δάσους (αναλυτικά οι εκδοθέντες συνολικά 53 πίνακες υλοτομίας αναφέρονται στην ως άνω από 28-2-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου, Τ.

Α., και του τοπογράφου μηχανικού, Δ. Σ., όπου για τα έτη 1899-1981 οι 52 πίνακες υλοτομίας αφορούν ιδιόκτητο δάσος, ενώ ο πίνακας που συνοδεύει την εν ισχύ διαχειριστική μελέτη 2010-2019 αφορά δάσος συνιδιόκτητο μετά του Δημοσίου). Το έτος 1914 συνετάγη η πρώτη διαχειριστική έκθεση από τον δασολόγο Π. Μ. με αριθμό …40/1914 και ακολούθησαν τα έτη 1917 και 1918 οι διαχειριστικές εκθέσεις του δασολόγου Ξ.

Τ. και του καθηγητού Π. Κ., αντιστοίχως. Μάλιστα, στην έκθεση προσωρινής διαχειρίσεως ιδιόκτητου Δάσους Π. -Δ. του δασολόγου Κ. Δ., για τις περιόδους 1939/1940 έως 1943/1944, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 470/2/1219/1940 Διαταγή του Υπουργού Γεωργίας αναφέρεται ότι "το περιγραφόμενο δάσος είναι ιδιόκτητο και ανήκει εις την Ε.

Ν., σύζυγο του Άγγλου Βουλευτού Μ., ως τοιούτον δε έχει αναγνωρισθεί και υπό του Ελληνικού Δημοσίου" και περαιτέρω, στην ίδια έκθεση, γίνεται αναφορά των προεκτεθέντων τίτλων ιδιοκτησίας της. Εν συνεχεία και μέχρι το έτος 1975 (όταν για πρώτη φορά άρχισε να αμφισβητείται από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ο ιδιωτικός χαρακτήρας του επιδίκου) η εκμετάλλευση αυτού γινόταν βάσει ειδικών διαχειριστικών εκθέσεων και πινάκων υλοτομίας, όπως αναλυτικώς αναφέρεται στην από 13-7-1976 ως άνω έκθεση των Α.

Γ.-Ε. Ζ. και την όμοια από 1-6-1976 του Δασάρχου ….. Καθόλο αυτό το διάστημα, με την έγκριση των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, γίνονταν εκχερσώσεις και αποψιλώσεις εκτάσεων του επίδικου, -ενώ πληρωνόταν φόρος για αυτό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. …. Εξάλλου, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας, είχαν επιτραπεί κατατμήσεις και πωλήσεις τμημάτων του όλου επιδίκου δασοκτήματος (σχετ.

το υπ' αριθμόν ….607/1971 πωλητήριο συμβόλαιο των συμβολαιογράφων, I. Κ. και I. Κ., με το οποίο πωλήθηκε από τους Φ. Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ. στην εταιρία ... έκταση 557,155 στρεμμάτων πευκοδάσους στη θέση "Παρασκευόρεμμα" της Κοινότητος Π., κατόπιν της υπ' αριθμόν …41/10/4-3-1971 αδείας του Υπουργού Γεωργίας, ως και το υπ' αριθμόν 8839/1971 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου, Β.

Τ., με το οποίο πωλήθηκε από τους ανωτέρω στο Ίδρυμα "Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος" πευκοδάσος εκτάσεως 450,33 στρεμμάτων στη θέση "...ς" κατόπιν της υπ' αριθμόν ...4/510/23-3-1971 αδείας εκποιήσεως του ιδίου Υπουργού). Ενδεικτικό της αναγνωρίσεως, εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, της επί του επιδίκου κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο Γεωργίας το έτος 1976 είχε αποφασίσει την απαλλοτρίωση του επιδίκου, το οποίο ονόμαζε ως "δασόκτημα Μ.", πλην, όμως, αυτή (απαλλοτρίωση του επιδίκου) τελικά δεν κηρύχθηκε.

Σύμφωνα, δε, και με τα συμπεράσματα της ως άνω από 28-2-2014 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του δασολόγου, Τ. Α., και του τοπογράφου μηχανικού, Δ. Σ., οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών ασκούσαν ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες όλες τις πράξεις νομής που αναφέρονται σε αυτήν επί ολόκληρης της επίδικης έκτασης από το έτος 1833 έως την έκδοση της κάτωθι αναφερομένης υπ' αριθμόν 57059/4427/14-8-1975 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία το όλο δάσος χαρακτηρίστηκε ως διακατεχόμενο, έκτοτε δε αυτοί ενεργούσαν ως διακάτοχοι εξ αδιαίρετου έως την ισχύ της υπ' αριθμόν 238522/3529/3-10-1978 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας με την οποία, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, το επίδικο επαναχαρακτηρίσθηκε ως ιδιωτικό δάσος.

Εν συνεχεία ως ιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου πλέον του δάσους ασκούσαν ανάλογες πράξεις στο επίδικο έως την 25-4-1984, οπότε και με την κάτωθι αναφερομένη υπ' αριθμόν 147208/4674/25-4-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας αυτό διαχειριζόταν ως δημόσιο και τελικά με τις υπ' αριθμόν 320/2004 και 325/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναγνωρίστηκε ότι το επίδικο δάσος ανήκει στη συγκυριότητα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστου των Φ.

Ν. Μ. και Ε. Ν. Μ. (ήτοι τα 2/3 εξ αδιαιρέτου συνολικά) επί του επιδίκου δασοκτήματος. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τις επί του επιδίκου ανωτέρω διακατοχικές πράξεις, με τις οποίες ασκήθηκε η επ' αυτού νομή κατά το αναφερθέν χρονικό διάστημα, αποδεικνύουν ότι η επί του επιδίκου νομή ασκήθηκε από τους άνω δικαιοπαρόχους των εναγουσών κατά το διάστημα τούτο με καλή πίστη, υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Όπως ήδη εξετέθη, μέχρι του έτους 1975 δεν είχε αμφισβητηθεί η κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγουσών επί του επιδίκου. Το έτος αυτό (1975) με το υπ' αριθμόν 57059/4427/14-8-1975 έγγραφο- απόφαση του Υπουργού Γεωργίας το επίδικο χαρακτηρίσθηκε ως "διακατεχόμενο", το δε Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών (Σ.Ι.Δ.Δ.), στο οποίο προσέφυγαν οι Φ.

Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ., με την υπ' αριθμόν 51/7/4-3-1977 γνωμοδότησή του, κατά παραδοχή των από 24-9-1975 και 24-5-1976 αιτήσεών τους, γνωμοδότησε ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα σε αυτούς (Φ. Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. καί Μ. Ν. Μ.) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον. Το Υπουργείο Γεωργίας, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 238522/3529/3-10-1978 απόφασή του, απεδέχθη την άνω γνωμοδότηση και αναγνώρισε ότι το επίδικο ανήκει στους ανωτέρω κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, συντάχθηκε δε σχετικά και το από 28-12-1978 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του δασοκτήματος Α.

Α.-Δ. εκ μέρους του δασολόγου του Δασαρχείου, Η. Κ., και του τεχνολόγου δασοπονίας, Ε. Κ., σύμφωνα με το οποίο οι Φ. Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ. αναγνωρίζονταν ως ιδιοκτήτες αυτού. Ακολούθως, ο Υφυπουργός Γεωργίας, δυνάμει του άρθρου 9 Ν.1341/ 1983, προσέφυγε στο Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (Α.Σ.ΙΔ.), συντάχθηκε, δε, σχετικά και το με αριθμό πρωτοκόλλου Ηβ/1652/20-6-1983 έγγραφο του Δασαρχείου … με το οποίο ανακλήθηκε το από 28-12-1978 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του δασοκτήματος Α.

Α.-Δ.. Το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (Α.Σ.Ι.Δ.), κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντων των μετεχόντων στο Συμβούλιο αυτό τριών ανωτάτων Δικαστών, γνωμοδότησε, με την υπ' αριθμόν 5/4/14-11-1983 γνωμοδότησή του, ότι η επίδικη έκταση δεν είναι ιδιωτική και δεν ανήκει κατά κυριότητα στους Φ. Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. και Μ.

Ν. Μ. και ότι η ανωτέρω δασική έκταση θα διαχειρίζεται ως δημόσια. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμόν 147208/4674/25-4-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας, επιπλέον, δε, με το υπ' αριθμόν 1431/26-4-1984 έγγραφο του Νομάρχου Ευβοίας κοινοποιήθηκε στους ανωτέρω (Νόελ Μ.) η ως άνω απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας με την παράκληση αποχής αυτών από κάθε ενέργεια ή πράξη στο επίδικο δάσος, ενώ παράλληλα δόθηκε εντολή στο Δασαρχείο … να λάβει μέτρα προστασίας αυτού και να το διαχειρίζεται στο μέλλον ως δημόσιο.

Έκτοτε, δε, όλο το επίδικο ακίνητο, λόγω της γενόμενης ως άνω αποβολής των Ν. Μ., το διαχειριζόταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του Δασαρχείου … (σχετ. η με αριθμό πρωτοκόλλου 147208/4674/25-4-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας που κοινοποιήθηκε και στο Δασαρχείο … με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1431/26-4-1984 έγγραφο του Νομάρχη ….

και η με αριθμό πρωτοκόλλου 158763/2488/27-6-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας). Ακολούθησε, δε, το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1434/27-4-1984 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας ….με το οποίο έπαυσαν να ισχύουν οι αποφάσεις προσλήψεως ιδιωτικών δασοφυλάκων στο επίδικο δασόκτημα με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει πλέον αντικείμενο (βλ.

αναλυτικά για τα προεκτεθέντα το με αριθμό πρωτοκόλλου Δ.Υ./20-4-1993 ενημερωτικό σημείωμα του Δασαρχείου …). Οι ως άνω Φ. Ν. Μ., Ε. Ν. Μ. και Μ. Ν. Μ. (άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών) αμέσως μετά την παραπάνω τελευταία γνωμοδότηση άσκησαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων την πρώτη από11-12-1983 αγωγή τους (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 382/1984 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 11400/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Από το δικόγραφο της ως άνω από 11-12-1983 αγωγής παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της δεύτερης από 6-10-1992 αγωγής τους (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 901/1992 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), όπου τρίτη και τέταρτη εκ των εναγόντων ήταν οι ενάγουσες της υπό κρίση αγωγής, Ε. χήρα Μ. Ν. Μ. και Μ. Μ. Ν. Μ., αντίστοιχα, κληρονόμοι του εν τω μεταξύ, όπως προαναφέρθηκε, αποβιώσαντος το έτος 1990 Μ.

Ν. Μ., με την οποία αιτήθηκαν την αναγνώριση της κυριότητος αυτών επί του επιδίκου ακινήτου. Ως προς τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες, η ως άνω από 6-10-1992 αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη καταρχάς με την υπ' αριθμόν 60/1993 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και τελικά με την υπ' αριθμόν 55/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ενώ ως προς τους Φ.

Ν. Μ. και Ε. Ν. Μ., η ίδια ως άνω από 6-10-1992 αγωγή με την τελευταία αυτή απόφαση (υπ' αριθμόν 55/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας) έγινε δεκτή, οπότε και αναγνωρίστηκαν αυτοί ως συγκύριοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του επίδικου δασοκτήματος (ήτοι συνολικά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου), με το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου να παραμένει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Σημειώνεται, δε. ότι το ζήτημα της κυριότητας των Φ. Ν. Μ. και Ε. Ν. Μ. κατά τα ποσοστά αυτών, ήτοι του 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστου επί του επιδίκου δασοκτήματος, έχει κριθεί αμετακλήτως υπέρ αυτών μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 354/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση) και των υπ' αριθμόν 320/2004 και 325/2004 αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

Οι ενάγουσες έπειτα από την απόρριψη της από 6-10-1992 αγωγής τους προέβησαν στην άσκηση της από 6-11-1994 αγωγής τους (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 705/1994 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας),(νομίμως επιδοθείσα (19-12-1994 και 20-12-1994), από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την από 26-2-2005 τρίτη αγωγή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την υπό κρίση αγωγή.

Τη διαχείριση του επιδίκου δασοκτήματος κατά το διάστημα από το έτος 1984 και εντεύθεν έχει αναλάβει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του Δασαρχείου …., και πλέον, μετά την έκδοση των ως άνω υπ' αριθμόν 320/2004 και 325/2004 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, συνεχίζει αυτό (το Ελληνικό Δημόσιο) να διαχειρίζεται το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, (που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσοστό των κληρονομικών μεριδίων των εναγουσών), πλην όμως αυτό δεν έχει καταλύσει με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα των εναγουσών επί του διεκδικούμενου από αυτές ποσοστού εξ αδιαιρέτου στο επίδικο.

Και αυτό διότι αν και από το έτος 1984 (οπότε και εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμόν 147208/4674/25-4-1984 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας λόγω της ως άνω υπ' αριθμόν 5/4/14-11-1983 γνωμοδότησης του Α.Σ.Ι.Δ.) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι την 28-9-2006, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα, αλλά και των είκοσι ετών, κατά το οποίο, μάλιστα, οι ενάγουσες -από το 1990 οπότε και απεβίωσε ο άμεσος δικαιοπάροχος τους, Μ.

Ν. Μ., και έκτοτε-, προς συμμόρφωση με την ως άνω γνωμοδότηση του Αναθεωρητικού Συμβουλίου ιδιοκτησίας Δασών (Α.Σ.Ι.Δ.) και με τη στηριζόμενη σε αυτήν εκδοθείσα σχετική απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας, δεν προέβησαν σε υλικές πράξεις εξουσίασης επί του επιδίκου, ωστόσο με όλες τις προαναφερθείσες αγωγές που αυτές άσκησαν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (1.

από 6-10-1992 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 901/1992 πρώτη αγωγή, 2. από 6-11-1994 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 705/1994 δεύτερη αγωγή, 3. από 26-2-2005 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 228/2005 τρίτη αγωγή και 4. από 26-9-2006 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 496/2006 τέταρτη υπό κρίση αγωγή) διέκοπταν υπέρ αυτών τη χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) με την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επιχειρούσε να θεμελιώσει ιδία κυριότητα στο επίδικο.

Επομένως βασίμως προέβαλαν οι ενάγουσες καθ' υποφορά με την υπό κρίση αγωγή, αλλά και με τη νομίμως προβαλλόμενη αντένστασή τους τον ισχυρισμό περί διακοπής της χρησικτησίας του εναγομένου, με αποτέλεσμα η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας να καθίσταται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνεπεία τα όσα επικαλείται το εκκαλούν στον τρίτο λόγο έφεσης του ήτοι ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που επίσης περιέχεται στον τρίτο λόγο έφεσης του, ότι το επίδικο περιήλθε σ' αυτό με την από 17-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3-2,4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς και την κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και τη δήμευσε, ούτε ότι κατά το χρόνο υπογραφής των άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, ούτε ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και τη δήμευσε.

Αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι τα άνω δύο δασοκτήματα από τη συνένωση των οποίων προήλθε το επίδικο ανήκαν στους άνω δύο Οθωμανούς ήτοι Χ. Ι. Μ. και Ε. Μ., οι οποίοι τα πώλησαν στους προαναφερθέντες Ε. Ν. και Κάρολο Χολτ Μπρέϊσμπριτζ. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ουδόλως προέκυψε ότι η επίδικη έκταση ήταν εγκαταλελειμμένη κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και πάντως πριν την 2-2-1830, ούτε και ότι η επίδικη έκταση ήταν αδέσποτη κατά την απελευθέρωση ώστε να περιέλθει στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου.

Ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντος που επίσης περιέχεται στον τρίτο λόγο έφεσης του ότι το επίδικο, ως δάσος, κατά την έναρξη της ισχύος του Β.Δ/τος της 17/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών" περιήλθε και ανήκε σε αυτό, είναι αβάσιμος πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προεκτέθηκε ναι μεν το επίδικο, από την παρέλευση της για την υποβολή των τίτλων στην Γραμματεία των Οικονομικών ετήσιας προθεσμίας του άνω Β.Δ/τος, θεωρήθηκε εθνικό και ανήκον κατά κυριότητα στο Δημόσιο, πλην, όμως, οι αναφερθέντες απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, νεμηθέντες αυτό, όπως αναλυτικώς εξετέθη, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, επί τριάντα συνεχή χρόνια μέχρι του έτους 1867, έγιναν από του έτους αυτού κύριοί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καταλύσαντες, δηλαδή την κατά τα άνω επί του επιδίκου κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώ στη συνέχεια το επίδικο περιήλθε στους αναφερθέντες διαδόχους τους και τελικώς στις ενάγουσες, οι οποίες απέκτησαν, αυτό κατά τα προεκτεθέντα.

Ο ισχυρισμός που επίσης περιέχεται στον τρίτο λόγο έφεσης του εκκαλούντος, ότι το επίδικο περιήλθε σ' αυτό ως λιβάδι ή βοσκότοπος, προβαλλόμενος το πρώτο στην παρούσα κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση περί ιδίας κυριότητας του εναγόμενου Δημοσίου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφού έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την επικουρική της βάση περί έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος ΒΡ δικαίου (καλόπιστη επί τριακονταετία χρησιδεσποτεία με άσκηση συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων), οι προϋποθέσεις της οποίας συνέτρεξαν στα πρόσωπα ενός εκάστου των δικαιοπαρόχων τους, με συμπλήρωση της κατά νόμον απαιτηθείσης (και ανωτέρω αναφερομένης) τριακονταετίας προ του έτους 1915.

V. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με το προειπωθέν περιεχόμενο είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί.

VII. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον διατείνεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένηαπόφασή του υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την έννοια, ότι δέχθηκε ότι οι Ε. Ν. και Κ. Μ., συμπληρώσαντες τριακονταετή συνεχή νομή, με καλή πίστη, επί του επιδίκου το έτος 1867, έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, που ήταν δυνατή, έστω και αν το επίδομα ήταν δημόσιο κτήμα (δάσος), καταλύσαντες την επ' αυτού κυριότητά του (αναιρεσείοντος).

Εν τούτοις, κατ' αυτό, μόνο γενικώς και αορίστως και δη μετά τις 11-9-1915 αναφέρονται οι διενεργηθείσες διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου,ενώ, (όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον) για τον προγενέστερο χρόνο δεν γίνεται αντίστοιχη αναφορά. Έτι περαιτέρω, (κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος) από την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης δεν προκύπτουν για το επίδικο, (δεδομένου του δασικού χαρακτήρος του) διαχειριστικές πράξεις ιδιωτών κατά το κρίσιμο διάστημα της χρησικτησίας, μη συμπληρουμένης τριακονταετίας από το έτος 1899 μέχρι 11-9-1915, που οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου.

Η δε έλλειψη των ανωτέρω στοιχείων, (όπως καταληκτικώς επικαλείται το αναιρεσείον), υποδηλώνει, ότι από την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία καθιστούν δυνατή την υπαγωγή στις εφαρμοσθείσες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του (αναιρεσείοντος), με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί ορθής ή μη εφαρμογής των πράξεων αυτών.

Παρά ταύτα, η επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει, ότι ο λόγος αυτός (2ος) αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο στο πόρισμά του αναπτύσσει με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες τις συντρέχουσες στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος δικαίου (ΒΡ) και αναλυτική διαχρονική αναφορά στις διενεργηθείσες με καλή πίστη διακατοχικές πράξεις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και κατά τα δεκτά, ως άνω, γενόμενα, τα οποία, όπως προεκτίθεται, συναρτώνται με την συνδρομή στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων των (εναγουσών) αναιρεσιβλήτων των απ' το ΒΡ δίκαιο απαιτουμένων της χρησικτησίας προϋποθέσεων.

VIII. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ' άρθρο 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δέχθηκε, ότι η φερόμενη ως απόκλιση των 10.936 στρεμμάτων, που παρατηρείται μεταξύ της …10/1967 πράξεως αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου Ε. Μ. και της αγωγικώς διεκδικηθείσης εκτάσεως, δεν υφίσταται. Εν τούτοις, και πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως είχε, (όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον), αμφισβητήσει την ταυτοποίηση του επιδίκου ακινήτου, ως προς την οποία, εάν είχε λάβει υπόψιν τον σχετικό ισχυρισμό, θα οδηγείτο το Εφετείο σε διαφορετική κρίση από αυτήν που οδηγήθηκε, με την εσφαλμένη παραδοχή, ότι σε κάθε περίπτωση αλυσιτελώς εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) γίνεται αναφορά σε αποκλίσεις της οριογραμμής σε όμορα ιδιωτικά δάση που δεν ανήκουν σε αυτό (αναιρεσείον), καθώς και ότι ούτε παρεμβάλλεται μεταξύ του επιδίκου και των αναφερομένων ιδιωτικών δασών δημόσια έκταση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, κατά το προρρηθέν περιεχόμενό του, συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι, υπό την πρόβλεψη του άρθρου 8βΚΠολΔ, αυτοτελή ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, όπως ανωτέρω αναλύεται στην οικεία νομική σκέψη.

VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 3/2017 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Ευβοίας. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ