Supreme Court dismisses appeal on employer's claim of employee's objective inability to work due to new business.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeals filed by an employee and his former employer against a second-instance judgment. The court upheld the lower court's finding that the employee, after establishing his own educational technology company, objectively lacked the capacity to perform his duties for the former employer. Consequently, the court rejected the employer's claim of future misconduct and the employee's appeal arguments as unfounded.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 656, 349, 350, 352 of the Civil Code; The court established that an employee's establishment of a competing business constitutes objective inability to perform duties, validating the employer's claim of future misconduct.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 989 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 989/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α. του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RETAIL WORLD (ΡΙΤΕΪΛ ΓΟΥΟΡΛΝΤ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ", και το διακριτικό τίτλο "RETAIL WORLD Α.Ε.", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "RETAIL SHOPPING Α.Ε.Β.Ε.", όπως μετονομάσθηκε από "MULTIRAMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 2-10-2020.και Β. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RETAIL WORLD (ΡΙΤΕΪΛ ΓΟΥΟΡΛΝΤ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ", με το διακριτικό τίτλο "RETAIL WORLD Α.Ε." (ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "RETAIL SHOPPING Α.Ε.Β.Ε.", όπως μετονομάσθηκε από "MULTIRAMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 2-10-2020.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις στις 28-9-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-07-2011 αγωγή του Δ. Π. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3767/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3273/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Α. αναιρεσείων με την από 13-12-2018 αίτησή του και η Β. αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-11-2019 αίτησή της, οι οποίες συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 29ης Σεπτεμβρίου 2020 χωρίς να εκδοθούν αποφάσεις. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και τις με αριθμούς 344/2023 και 347/2023 πράξεις του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης των ως άνω αιτήσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018,ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 14 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 344/2023 και 347/2023 πράξεις του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση αντίστοιχα των από α) 13 Δεκεμβρίου 2018 με αριθμ. καταθ. 11517/946/14-12-2018 και β) 4 Νοεμβρίου 2019 με αριθ. καταθ. 10438/1008/5-11-2019 αιτήσεων αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτών στη δικάσιμο της 29ης-9-2020, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση των υποθέσεων στο παρόν Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου είχε μετάσχει η ήδη συνταξιοδοτηθείσα Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.
Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 3273/29-6-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 11 Φεβρουαρίου 2015 και με αριθ. καταθ. 854/2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 3767/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε εκδικασθεί η από 25 Ιουλίου 2011 και με αριθ.
κατάθ. 138270/4287/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, που έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας, από τα στοιχεία των φακέλλων, δεν προκύπτει επίδοση (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 25-7-2011 (αριθ. κατ. 138270/4287/2011) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MULTIRAMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", την 1η-10-2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες αποδοχές, προκειμένου να εργαστεί ως προϊστάμενος του Τομέα Εκπαιδευτικών και Επιστημονικών Οργάνων αυτής.
Ότι απασχολήθηκε έκτοτε στην εναγόμενη με την ανωτέρω ειδικότητα και με τα αναφερόμενα ειδικότερα εργασιακά καθήκοντα, μέχρι την 5η-5-2011, οπότε αυτή, προφασιζόμενη την ύπαρξη οικονομικοτεχνικών λόγων, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, ως καταχρηστική, διότι α) υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και δη έγινε από τους ειδικότερα αναφερόμενους λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό του, β)δεν ήταν αναπόφευκτη, αφού ήταν δυνατή η λήψη άλλων ηπιότερων, αλλά εξίσου πρόσφορων, μέτρων, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη, που ειδικότερα εξειδικεύονται, και γ)η εναγόμενη, κατά την επιλογή του απολυτέου, παραβιάζοντας την υποχρέωση πρόνοιας που είχε απέναντι του, δεν έλαβε υπόψη την αρχαιότητα, την απόδοση, την ηλικία και την οικογενειακή του κατάσταση, τα οποία συγκρινόμενα με τις αντίστοιχες καταστάσεις του ρητώς κατονομαζόμενου εργαζόμενου αυτής, καθιστούσαν προτιμητέα την απόλυση του τελευταίου αντί του ιδίου.
Ότι η εναγόμενη εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και ότι εκ της παραπάνω συμπεριφοράς της να τον απολύσει καταχρηστικά κατά τα ανωτέρω ο ίδιος υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 10.000 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α)να αναγνωριστεί η, για τους ανωτέρω λόγους, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, β)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 95.377,79 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του έως την 5η-5-2013, καθώς και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων ετών 2011 και 2012 και Πάσχα ετών 2012 και 2013, για αποδοχές και επιδόματα αδείας ετών 2011, 2012 και 2013, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής (αφαιρεθέντος του επιπλέον ποσού των 30.622,21 ευρώ, που έλαβε από την εναγόμενη ως αποζημίωση απόλυσης), γ)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει την αξία των ειδικών παροχών που λάμβανε σε είδος μηνιαίως και που στερήθηκε λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα τα συνολικά ποσά των 10.992 ευρώ για εταιρικό αυτοκίνητο, 4.800 ευρώ για βενζίνη και 3.600 ευρώ για κινητό τηλέφωνο, με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επιμέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και δ)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής παρέστη στο Δικαστήριο στη θέση της ως άνω εναγόμενης η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "RETAIL WORLD ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ", ως οιονεί καθολική διάδοχός της, λόγω διάσπασης της εναγόμενης και απορρόφησης του σχετικού τμήματός της, δυνάμει της με αριθμό ...-2013 πράξης διάσπασης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Μ., που εγκρίθηκε με τη με αριθμό ...-2013 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ... και δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...-2013 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ). Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 3767/2014 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 96.377,79 ευρώ (για μισθούς υπερημερίας 95.377,79 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 1.000 ευρώ) νομιμοτόκως κατά τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν διακρίσεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αιτήματος καταβολής της αξίας των ειδικών παροχών σε είδος.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, άσκησε την από 11-2-2015 (αριθ. καταθ. 854/2015) έφεση, με λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3273/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η υπόθεση, και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ειδικότερα αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος και υποχρεώθηκε η εκκαλούσα να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.377,79 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις, γενομένης δε δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της αίτησης επαναφοράς που υπέβαλε η εκκαλούσα, υποχρεώθηκε ο ενάγων να επιστρέψει σ' αυτήν το ποσό των 20.173 ευρώ, που αυτός έλαβε σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, νομιμοτόκως από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε κατά την αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Η αρχικώς εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "MULTIRAMA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετονομάσθηκε σε "RETAIL SHOPPING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω διάσπασής της και απορρόφησης του σχετικού τμήματός της (δυνάμει της με αριθμό ...-2013 πράξης διάσπασης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Μ., που εγκρίθηκε με τη με αριθμό ...-2013 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ... και δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...-2013 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), η ήδη εκκαλούσα εταιρία, δραστηριοποιούνταν στον κλάδο της εμπορίας προϊόντων πληροφορικής και ψηφιακής τεχνολογίας και της παροχής σχετικών εξειδικευμένων υπηρεσιών, διατηρώντας ευρύ δίκτυο καταστημάτων σε πανελλαδικό επίπεδο.
Προκειμένου η εν λόγω εταιρία να επιτύχει την επιχειρηματική της ανάπτυξη στον κλάδο της χρήσης νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση και την εμπορική της διείσδυση στον χώρο του εκπαιδευτικού εξοπλισμού και λογισμικού, των επιστημονικών οργάνων, ως και των πωλήσεων και προμηθειών σε φορείς και υπηρεσίες του δημοσίου τομέα μέσω της συμμετοχής της σε δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, συνέστησε το Τμήμα Εκπαιδευτικών και Επιστημονικών Οργάνων με τον διακριτικό τίτλο "Multirama Lab", την δε 01-10-2003, προσέλαβε τον ενάγοντα, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου ο τελευταίος με την ιδιότητα του Προϊσταμένου τομέα Εκπαιδευτικών και Επιστημονικών Οργάνων να διευθύνει το εν λόγω τμήμα.
Στα καθήκοντα αυτού περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και η πρόκληση, οργάνωση και ολοκλήρωση πωλήσεων πόσης φύσεως εκπαιδευτικού εξοπλισμού και λογισμικού της αρχικώς εναγομένης, καθώς και επιστημονικών οργάνων προς τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, βάσει διαγωνισμών για την προμήθεια αντίστοιχων ειδών που προκηρύσσουν οι παραπάνω οργανισμοί [....].
Ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος (ΤΕΙ) ηλεκτρολόγος μηχανικός με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία στα επιστημονικά εκπαιδευτικά όργανα και στους δημόσιους διαγωνισμούς, από την πρόσληψή του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αρχικώς εναγομένη, εκτελώντας τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν με συνέπεια και υψηλό αίσθημα ευθύνης, επιτυγχάνοντας την άρτια οργάνωση και ανάπτυξη του τμήματος, όπου υπηρετούσε, καθώς και την επιτυχή επιχειρηματική επέκταση της αρχικώς εναγομένης στον χώρο της χρήσης νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση.
Ως Διευθυντής του τμήματος εκπροσωπούσε την αρχικώς εναγομένη σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονταν από φορείς του Ελληνικού Δημοσίου και υπέγραφε για λογαριασμό της τις σχετικές συμβάσεις, υπαγόταν δε ιεραρχικά λόγω της επιτελικής του θέσης απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας, στον οποίο και μόνο είχε υποχρέωση να αναφέρεται.
Στις 30-09-2009, με ηλεκτρονικό μήνυμα, ο διευθύνων σύμβουλος της αρχικώς εναγομένης Κ. Τ. επέβαλε στον ενάγοντα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθώς ζήτησε από τον τελευταίο να μην αναφέρεται πλέον για θέματα της αρμοδιότητάς του στον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας, όπως προηγουμένως, αλλά σε ομοιόβαθμό του υπάλληλο, διευθυντή έτερου τμήματος αυτής (αρχικώς εναγομένης) και συγκεκριμένα στον, μόλις τον Ιούνιο του έτους 2009 προσληφθέντα, Φ.
Δ., Διευθυντή του τμήματος Εταιρικών Πελατών ("Β2Β ή business to business"), το οποίο είχε ως αντικείμενο την πώληση προϊόντων και υπηρεσιών τεχνολογίας προς επιχειρήσεις [....]. Ο Φ. Δ., με τη γνώση και συναίνεση του ως άνω Διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, άρχισε έκτοτε μία προσπάθεια αποδιοργάνωσης του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων και ενίσχυσης του δικού του τμήματος.
Ειδικότερα, το μήνα Μάϊο του έτους 2010 και ενώ το τμήμα που διηύθυνε ο ενάγων προετοιμαζόταν εντατικά προκειμένου να συμμετάσχει σε δύο πιλοτικά έργα του Υπουργείου Παιδείας για την προμήθεια εκπαιδευτικού εξοπλισμού νέας τεχνολογίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στα πλαίσια του προγράμματος "Ψηφιακή Τάξη", ο Φ.
Δ. ζήτησε από τον ενάγοντα να απολύσει τον έναν από τους μόλις δύο υπαλλήλους, που στελέχωναν το τμήμα (το οποίο ο τελευταίος διηύθυνε) "Multirama Lab", γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αποδυναμωνόταν σε σημαντικό βαθμό το εν λόγω τμήμα και θα διακινδυνευόταν η από το τμήμα αυτό επιτυχής εκτέλεση ήδη εκκρεμών συμβάσεων και η συμμετοχή της αρχικώς εναγομένης σε επικείμενους δημόσιους διαγωνισμούς, όπως και στα ως άνω πιλοτικά έργα του Υπουργείου Παιδείας.
Λόγω της εύλογης αντίδρασης του ενάγοντος, ο Φ. Δ. υπαναχώρησε μεν από την αρχική αξίωσή του περί απόλυσης υπαλλήλου, πλην όμως ζήτησε από τον ενάγοντα να υποβάλει την παραίτησή του, σε περίπτωση που δεν επετύγχανε να κατακυρωθεί υπέρ της ενάγουσας (ορθώς εναγομένης). μεγάλο μέρος των συμβάσεων αυτών. Επίσης, το μήνα Ιούλιο του έτους 2010, ο Φ.
Δ. ζήτησε από τον ενάγοντα να μην αλληλογραφεί με πελάτες της εταιρίας χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και σύμφωνη γνώμη του, ενώ τον μήνα Φεβρουάριο απαίτησε από τους υπαλλήλους που στελέχωναν το τμήμα που διηύθυνε ο ενάγων να ζητούν τη δική του έγκριση για τα έξοδα που εγγράφονταν στο κέντρο κόστους του τμήματός του.
Επιπλέον, το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 επιχείρησε να σφετεριστεί υπέρ του δικού του τμήματος τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων, ζητώντας από τον Οικονομικό Διευθυντή της αρχικώς εναγομένης να πιστωθεί στο κανάλι πωλήσεων του δικού του τμήματος η τιμολόγηση σύμβασης της εταιρίας με τη ΔΕΗ, ύψους 450.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η κατακύρωση υπέρ της αρχικώς εναγομένης είχε επιτευχθεί αποκλειστικά χάρη στη συμμετοχή και καθοριστική συμβολή του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων, όπως ρητά κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης Γ.
Τ., υπάλληλος του εν λόγω τμήματος της αρχικώς εναγομένης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [....]. Επίσης ο Φ. Δ. επιχείρησε να ιδιοποιηθεί, χάριν του δικού του τμήματος, σημαντικό μέρος του αντικειμένου στο οποίο δραστηριοποιούνταν το τμήμα που διηύθυνε ο ενάγων. Προς τούτο το μήνα Αύγουστο του έτους 2010 προσέλαβε στο τμήμα του τον υπάλληλο Κ.
Χ. και ακολούθως σε αντικατάσταση αυτού τον μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους τον υπάλληλο Ν. Μ., στους οποίους ανέθεσε την πρόκληση και οργάνωση πωλήσεων σε Δημόσιους Οργανισμούς, δηλαδή (ένα) αντικείμενο, που ανήκε στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του τμήματος, που διηύθυνε ο ενάγων. Όταν όμως ο ενάγων ζήτησε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2011 την ενίσχυση του δικού του τμήματος με υπάλληλο τεχνικής ειδικότητας προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμετοχή του τμήματός του σε προκηρυχθέντες διαγωνισμούς του Υπουργείου Παιδείας, ο Φ.
Δ. εμπόδισε την πρόσληψη προσωπικού. Για τις παραπάνω ενέργειες του Φ. Δ., που προσέβαλαν την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος, ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα στον διευθύνοντα σύμβουλο της αρχικώς εναγομένης, αποστέλλοντας στον τελευταίο σειρά υπηρεσιακών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στα οποία όμως αυτός δεν απάντησε, ούτε εξεδήλωσε κάποια αντίδρασή του, καλύπτοντας τις εν λόγω ενέργειες του υφισταμένου του Φ.
Δ. Στις 05 Μαίου 2011 η αρχικώς εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος οφείλεται αφενός μεν στην ως άνω αντίδραση του απέναντι στον υποβιβασμό και στην επαγγελματική του περιθωριοποίηση, ως και στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφετέρου δε στην προσπάθεια του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της αρχικώς εναγομένης να ευνοηθεί και αναβαθμιστεί έτερος υπάλληλος και συγκεκριμένα ο Φ.
Δ., ο οποίος απολάμβανε την πλήρη υποστήριξη του, και με τον οποίο, άλλωστε, συνδεόταν και φιλικά. Η απόλυση δηλαδή του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική, καθώς υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως άκυρη.
Αντιθέτως, ο (αρνητικός) ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η απόλυση του ενάγοντος οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι το τμήμα που διηύθυνε ο ενάγων ήταν ζημιογόνο, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί σε πρώτη φάση η ενσωμάτωσή του στο τμήμα των εταιρικών πελατών και σε δεύτερη φάση η κατάργησή του και εντεύθεν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος πλέον στερούνταν αντικειμένου εργασίας, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι οι πωλήσεις του εν λόγω τμήματος κατά το έτος 2008 ανήλθαν στο ύψος των 2.382.000 ευρώ και τα καθαρά κέρδη προ φόρων στο ποσό των 109.000 ευρώ [....], λόγω δε της κερδοφορίας του τμήματος και κατά το προηγούμενο έτος 2007 η αρχικώς εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τον μήνα Ιούλιο 2008 πρόσθετη μισθολογική παροχή ("bonus") 30.421 ευρώ [...].
Επίσης, μετά την απόλυση του ενάγοντος, η αρχικώς εναγομένη συνέχισε να καταρτίζει συμβάσεις με δημόσιους φορείς και να λαμβάνει μέρος σε δημόσιους διαγωνισμούς, Ειδικότερα, α) στις 23-05-2011 υπέγραψε σύμβαση προμήθειας και εγκατάστασης ηλεκτρονικού και οπτικοακουστικού υλικού εξοπλισμού με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, β) το μήνα Ιούνιο του έτους 2011 συμμετείχε σε πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, γ) Στις 04-07-2011 συνήψε σύμβαση προμήθεια φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών με το Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Καλαμάτας, δ) στις 11-07-2011 κατακυρώθηκε σύμβαση υπέρ της αρχικώς εναγομένης από το Δήμο Αγίας Παρασκευής προμήθειας αναλώσιμων υλικών, ε) στις 07-09-2011 κατακυρώθηκε σύμβαση υπέρ της αρχικώς εναγομένης για την προμήθεια 500 scanner και στ) στις 14-11- 2011 ανατέθηκε στην αρχικώς εναγομένη η προμήθεια μηχανογραφικού εξοπλισμού από το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
Επίσης, ο μάρτυρας απόδειξης, που εργαζόταν στο ίδιο τμήμα με τον ενάγοντα και έχει άμεση αντίληψη, κατέθεσε με σαφήνεια ότι και μετά την απόλυση του ενάγοντος, το τμήμα συνέχισε τη λειτουργία του ακριβώς στο ίδιο αντικείμενο, όπως και προηγουμένως. Επιπλέον, η αρχικώς εναγομένη, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα περί κατάργησης του τμήματος του ενάγοντος και απόλυσης για τον λόγο αυτό του τελευταίου, δεν προέβη σε απόλυση κατά το χρόνο εκείνο του υπόλοιπου προσωπικού που στελέχωνε το τμήμα του ενάγοντος, ούτε σε αναδιοργάνωση των καθηκόντων τους, όπως θα έπραττε στην περίπτωση αυτή, της κατάργησης δηλαδή του εν λόγω τμήματος.
Αντιθέτως, προσέλαβε αμέσως μετά την απόλυση του ενάγοντος ως υψηλόβαθμο στέλεχος τον Α. Α. με αποδοχές σχεδόν εφάμιλλες εκείνων του ενάγοντος (3.000 ευρώ έναντι 4.000 ευρώ, που λάμβανε ο ενάγων) για να "ενδυναμώσει την ανάπτυξη των πωλήσεων στο Δημόσιο τομέα", όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο υπηρεσιακό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της αρχικώς εναγομένης, που εστάλη στους υπαλλήλους και νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, γεγονός στο οποίο δεν θα προέβαινε αν όντως οικονομοτεχνικοί λόγοι επέτασσαν την απόσυρση της αρχικώς εναγόμενης από τους διαγωνισμούς του δημοσίου και της εντεύθεν κατάργησης του σχετικού τμήματος.
Η πρόσληψη του υπαλλήλου αυτού έγινε προφανώς προς αντικατάσταση του ενάγοντος, αφού προσλήφθηκε (με μικρότερο μισθολογικό κόστος) για να ασχοληθεί με αντικείμενο το οποίο ανήκε στην αρμοδιότητα του τελευταίου, όπως η συμμετοχή της αρχικώς εναγομένης σε επικείμενους δημόσιους διαγωνισμούς ("πωλήσεων στο Δημόσιο τομέα").
Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι πραγματικά συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση οικονομικοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι επέτασσαν την ενοποίηση του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων και του τμήματος που διηύθυνε ο Φ. Δ., η επίδραση των λόγων αυτών δεν επηρέασαν τις θέσεις εργασίας, δηλαδή ότι εξαιτίας τους εξέλειπε πλέον η ανάγκη απασχόλησης του ενάγοντος.
Σε κάθε δε περίπτωση οι επιχειρησιακές ανάγκες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, όπως με την, μέσω της χρήσης της αποκαλούμενης τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, απασχόληση του ενάγοντος στο νέο διευρυμένο τμήμα ακόμη και με περικοπή των αποδοχών του στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, αντί της πρόσληψης νέου υψηλόβαθμου υπαλλήλου προς αντικατάστασή του, ο οποίος λάμβανε τις ως άνω μηνιαίες αποδοχές, πρόταση η οποία ουδέποτε έγινε στον ενάγοντα.
Συνεπώς, και υπό την εκδοχή αυτή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, αφού δεν αποτελούσε το πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων σκοπών της αρχικώς εναγομένης, καθώς υπήρχε η δυνατότητα να αποφευχθεί μέσω της λήψης άλλων ηπιότερων μέτρων.
Λόγω της άκυρης απόλυσης του ενάγοντος και της εφεξής άρνησης της αρχικώς εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, η τελευταία περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο.
Υποχρεούται, δηλαδή, η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές του, δηλαδή το μισθό του, και ό,τι άλλο αυτός θα εισέπραττε (επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας) ως εάν η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικό, εωσότου καταγγείλει και νόμιμα τη σύμβαση ή επέλθει άλλο γεγονός, το οποίο να αίρει την υπερημερία του εργοδότη για το μέλλον.
Μετά την πάροδο εξαμήνου από την εν λόγω απόλυση του ενάγοντος, αυτός ίδρυσε δική του ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Δ. Σ. Π." και τον διακριτικό τίτλο "SETApps", με αντικείμενο την προώθηση Εφαρμογών-Λύσεων-Προϊόντων Υπηρεσιών Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας, όπου απασχολείται, όπως και ο ίδιος ομολογεί στη 73 σελίδα των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και δραστηριοποιείται από τις αρχές του 2012, όπως ομολογεί και η εναγομένη στη 27 σελίδα των προτάσεών της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς έχει έκτοτε ο ενάγων αντικειμενική αδυναμία πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας του προς την εναγομένη και αίρεται ως εκ τούτου η υπερημερία της τελευταίας για το μέλλον, δεκτής καθισταμένης και ως κατ' ουσίαν βάσιμου της πρωτοδίκως προταθείσης σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, η οποία σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 656, 349, 350 και 352 ΑΚ.
Ενόψει του ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανέρχονταν στο ποσό των 4.000 ευρώ, αυτός δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: α) ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 06-05-2011 μέχρι 06-01-2012, το ποσό των 32.000 ευρώ (4.000 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 8 μήνες), β) ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2011, το ποσό των 4.000 ευρώ, γ) ως αποδοχές αδείας έτους 2011, το ποσό 4.000 ευρώ δ) ως επίδομα αδείας έτους 2011, το ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι συνολικώς ποσό 42.000 ευρώ, από το οποίο ο ενάγων αφαιρεί το ποσό των 30.622,21 ευρώ, τα οποία έλαβε ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης στις 16-05-2011 και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο ποσού 11.377,79 ευρώ.
Περαιτέρω, εκ της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η οποία έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος της αρχικώς εναγομένης, υπαγορευόμενη από, τα προαναφερόμενα, ταπεινά ελατήρια, και επομένως ακύρως, ήτοι παρανόμως και υπαιτίως, ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόστασή του, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του και επομένως υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας (καταχρηστικής καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως) και της προσβολής της προσωπικότητάς του, του μεγέθους και της έντασης της προσβολής αυτής, του βαθμού της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της αρχικώς εναγομένης, της κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ [.....].
Η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε, όμοια με τα ως άνω, όσον αφορά, την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και την αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι κατά το μέρος όμως κατά το οποίο έκρινε διαφορετικό από τα ως άνω, όσον αφορά το ύψος των αξιώσεων του ενάγοντος από την υπερημερία της εναγομένης (ενόψει του χρόνου της υπερημερίας) έσφαλε στην εφαρμογή των ως άνω σχετικών διατάξεων και την εκτίμηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της εφέσεως ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή, στο σύνολό της [ήτοι πέραν των κεφαλαίων στα οποία αναφέρεται ο ανωτέρω γενόμενος δεκτός λόγος της εφέσεως (μισθούς υπερημερίας μετά επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων αδείας και αποδοχών αδείας, για το διάστημα 06-05-2011 μέχρι 06-01-2012), επιπροσθέτως και ως προς τα κεφάλαια ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι έφεσης] για την ενότητα του τίτλου [.....] και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή,[......] και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 05-05-2012 (ορθώς 5.5.2011) καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης (ενσωματωμένης στην παρούσα απόφαση, για το ενιαίο του τίτλου, και της σχετικής αναγνωριστικής περί ακυρότητας της καταγγελίας διάταξης της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την οποία ο σχετικός λόγος εφέσεως απορρίφθηκε) και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα αμέσως ως άνω ποσά, τα οποία συμποσούνται στο ποσό των 12.377,79 ευρώ (11.377,79 € για μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό από τον νόμο + 1.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενσωματωμένου στην παρούσα απόφαση, για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, και του κονδυλίου αυτού, που έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση και ως προς το οποίο ο σχετικός λόγος εφέσεως απορρίφθηκε) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Α)Επί της από 4-11-2019 με αριθ.καταθ.10438/1008/5-11-2019 αίτησης αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης, εμπάθειας ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1584/2018) ή στο νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή προκειμένου να ικανοποιηθούν τέτοια αισθήματα προσώπου με το οποίο συνδέεται στενά (ΑΠ 1474/2022).
Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017).
Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1474/2022 ΑΠ 485/2019, ΑΠ 606/2017). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 485/2019).
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 31/2013).
Η επίκληση, δε, από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 366/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.ΑΠ 3/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1797/2022, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α (πρώτος λόγος) και 19 (πρώτος και δεύτερος λόγοι) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού και δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς, ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δέχτηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης οφείλεται σε εκδικητικότητα και εμπάθεια της αρχικώς εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα και όχι σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως ισχυρίστηκε η εναγόμενη, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό, με συνέπεια, την, εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής, οφειλή μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο.
Σύμφωνα, με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι έχουν συμβεί τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που επικαλείτο ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος-εργαζόμενος για να θεμελιώσει την εκ μέρους της αρχικώς εναγόμενης-εργοδότριας καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της να καταγγείλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από λόγους εκδικητικότητας και εμπάθειας, στη συνέχεια έκρινε ότι τα γεγονότα αυτά υπάγονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης.
Με τη κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως αυτή αναπτύσσεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, αλλά αντιθέτως, ερμήνευσε σωστά και εφάρμοσε ορθά τις εν λόγω διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, βάσει των ίδιων ως άνω παραδοχών, το Μονομελές Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κατάφασης του ισχυρισμού του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αρχικώς εναγόμενης-εργοδότριας να καταγγείλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας από λόγους εκδικητικότητας και εμπάθειας στο πρόσωπο του ενάγοντος και της απόρριψης του αρνητικού ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι η αρχικώς εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα την 1η-10-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της ειδικότητας και της εμπειρίας του, προκειμένου να οργανώσει και να διευθύνει ειδικό τμήμα που δημιούργησε, ώστε να αναπτυχθεί επιχειρηματικά στον κλάδο της χρήσης νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση και να επιτύχει την εμπορική της διείσδυση στον χώρο του εκπαιδευτικού εξοπλισμού και λογισμικού, των επιστημονικών οργάνων κα να συμμετέχει σε δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, προς προώθηση και πώληση των προϊόντων της σε φορείς και υπηρεσίες του δημοσίου τομέα.
Ότι ο ενάγων, από την πρόσληψή του , εκτελώντας τα καθήκοντά του στον τομέα αυτό με συνέπεια και υψηλό αίσθημα ευθύνης ολοκλήρωσε την άρτια οργάνωση και ανάπτυξη του τμήματος που διηύθυνε και επιτυχώς επεξέτεινε την επιχειρηματική δραστηριότητα της αρχικώς εναγόμενης στον χώρο της χρήσης νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση και με τη διευθυντική του ιδιότητα εκπροσωπούσε την εναγόμενη σε προκηρυσσόμενους διαγωνισμούς από φορείς του Ελληνικού Δημοσίου, υπογράφοντας για λογαριασμό της τις σχετικές συμβάσεις, υπαγόταν δε ιεραρχικά και αναφερόταν απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της αρχικώς εταιρίας Κ.
Τ. Ότι η ενέργεια της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από την αρχικώς εναγόμενη έλαβε χώρα μετά την αντίδραση και τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος προς τον ανωτέρω Διευθύνοντα σύμβουλο έναντι του υποβιβασμού και της επαγγελματικής του περιθωριοποίησης καθώς και της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, που προέκυπταν από τα αναλυτικά στις παραδοχές εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στα οποία περιγράφονται ενέργειες σε βάρος του, από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, όπως η εντολή του στον ενάγοντα να αναφέρεται από 30-9-2009, στο Φ.
Δ. ομοιόβαθμό του Διευθυντή, ενώ έως τότε είχε αρμονική συνεργασία με τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο και αναφερόταν μόνο σε αυτόν και η έλλειψη απάντησης του τελευταίου στις μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων διαμαρτυρίες του ενάγοντος καθώς και οι ενέργειες από τον υποστηριζόμενο από τον Κ. Τ. Διευθυντή του τμήματος εταιρικών πελατών Φ.
Δ., που ήταν σε γνώση του Διευθύνοντος συμβούλου, όπως η προσπάθεια απόλυσης υπαλλήλου του ενάγοντος σε κρίσιμο στάδιο προετοιμασίας του τμήματος για συμμετοχή σε πιλοτικά έργα του Υπουργείου Παιδείας, άλλως η απαίτηση παραίτησης του ενάγοντος σε περίπτωση μη επιτυχούς συμμετοχής σε αυτά, η απαίτηση έγκρισης της επαγγελματικής αλληλογραφίας του ενάγοντος, ο έλεγχος και η έγκριση των εξόδων του τμήματος του τελευταίου, η αξίωση απόλυσης υπαλλήλου και άρνηση πρόσληψης υπαλλήλου στο τμήμα αυτό, η οικειοποίηση αντικειμένου δραστηριότητας, καθώς και οικονομικών επιτευγμάτων του τμήματος αυτού, προς όφελος του τμήματος του Φ.
Δ. Κατέληξε δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η γενόμενη στις 5 Μαίου 2011 από την αρχικώς εναγόμενη καταγγελία της ένδικης σύμβασης οφείλεται αφενός μεν στην αντίδραση του ενάγοντος απέναντι στον υποβιβασμό και στην επαγγελματική του περιθωριοποίηση, ως και στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφ' ετέρου δε στην προσπάθεια του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της αρχικώς εναγόμενης να ευνοηθεί και αναβαθμιστεί έτερος υπάλληλος και συγκεκριμένα ο Φ.
Δ., ο οποίος απολάμβανε την πλήρη υποστήριξη του, και με τον οποίο, συνδεόταν και φιλικά και ότι η απόλυση του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστική, καθώς υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως άκυρη.
Ακόμη το Μονομελές Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αρνητικό ισχυρισμό της εναγόμενης, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και ειδικότερα ότι το τμήμα που διηύθυνε ο ενάγων ήταν ζημιογόνο και αυτός στερείτο αντικειμένου και αποφασίστηκε ενσωμάτωσή του στο τμήμα των εταιρικών πελατών και θα ακολουθούσε η κατάργησή του.
Και τούτο διότι δέχθηκε ότι λόγω της υψηλής κερδοφορίας του τμήματος του ενάγοντος κατά τα έτος 2007 η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα τον μήνα Ιούλιο 2008 πρόσθετη μισθολογική παροχή ("bonus") 30.421 ευρώ και ότι το τμήμα αυτό είχε επίσης υψηλά κέρδη και κατά το έτος 2008, ότι μετά την απόλυση του ενάγοντος, το τμήμα συνέχισε να λειτουργεί και να καταρτίζει συμβάσεις με δημόσιους φορείς και να λαμβάνει μέρος σε δημόσιους διαγωνισμούς, αναφέρονται δε αναλυτικά οι συμβάσεις και ότι προσέλαβε αμέσως μετά την απόλυση του ενάγοντος ως υψηλόβαθμο στέλεχος τον Α.
Α. με αποδοχές σχεδόν εφάμιλλες εκείνων του ενάγοντος (3.000 ευρώ έναντι 4.000 ευρώ, που λάμβανε ο ενάγων) για να ενδυναμώσει την ανάπτυξη των πωλήσεων στο Δημόσιο τομέα και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης. Οι εκ μέρους του εργαζόμενου αντιδράσεις και διαμαρτυρίες προς το Διευθύνοντα σύμβουλο της αρχικώς εναγόμενης για τις σε βάρος του αναλυτικά περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραπάνω ενέργειες του υποστηριζόμενου και προωθούμενου από αυτόν Φ.
Δ., με τις οποίες επερχόταν συρρίκνωση του αντικειμένου του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων, το οποίο αυτός είχε οργανώσει και αναπτύξει, επιτυχώς προς όφελος της αρχικώς εναγόμενης, αλλά και υποβάθμιση των μέχρι τότε καθηκόντων του ενάγοντος. είναι ουσιώδεις για να δημιουργήσουν από μόνες τους εμπάθεια και διάθεση εκδίκησης στο Διευθύνοντα σύμβουλο, ώστε να προβεί στην καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, για την οποία δεν συνέτρεξαν οι επικαλούμενοι από την εναγόμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι, αφού το τμήμα που οργάνωσε ο ενάγων δεν ήταν ζημιογόνο ώστε να καταργηθεί, αλλά συνέχισε και μετά την απόλυση του τελευταίου την επιτυχή λειτουργία του και ο ενάγων αντικαταστάθηκε από άλλο υπάλληλο με κατά 1.000 ευρώ μικρότερες αποδοχές.
Οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκείς και σαφείς και ως προς την κατάφαση της καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από λόγους εκδικητικότητας και εμπάθειας και ως προς το ότι δεν οφειλόταν αυτή σε οικονομοτεχνικούς λόγους, Επομένως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα τα ως άνω περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, που εφαρμόσθηκαν.
Ενόψει αυτού, το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την επάρκεια και τη σαφήνεια των αιτιολογιών της σχετικά με την παραδοχές της ακυρότητας της καταγγελίας που υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και της συνεπεία αυτής επιδίκασης μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Ως αβάσιμος ομοίως πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την επάρκεια και τη σαφήνεια των αιτιολογιών της σχετικά με την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφείλετο σε οικονομοτεχνικούς λόγους.
Επιπλέον, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) καθό μέρος οι διαλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις ότι, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στην κρίση του περί καταχρηστικότητας της απόλυσης του ενάγοντος καθόοσν τα αναφερόμενα περιστατικά δεν αποτελούν βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του αλλά η καταγγελία οφείλεται στην αναδιοργάνωση των τμημάτων πωλήσεων (οικονομοτεχνικοί λόγοι), διότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 383/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το απορριπτικό διατακτικό της στηρίχθηκε σε επάλληλες αυτοτελείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη προσβληθείσα με τους προηγηθέντες πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και στην αιτιολογία ότι ακόμη και υπό την εκδοχή ότι πραγματικά συνέτρεξαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι επέτασσαν την ενοποίηση του τμήματος που διηύθυνε ο ενάγων και του τμήματος που διηύθυνε ο Φ.
Δ., η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, αφού δεν αποτελούσε το πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων σκοπών της εναγόμενης, καθώς υπήρχε η δυνατότητα να αποφευχθεί μέσω της λήψης άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η χρήση της τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η απασχόληση του ενάγοντος στο νέο διευρυμένο τμήμα ακόμη και με περικοπή των αποδοχών του στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, αντί της πρόσληψης νέου υψηλόβαθμου υπαλλήλου προς αντικατάστασή του, με τις ως άνω αποδοχές.
Με την απόρριψη των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττεται ανεπιτυχώς η επάλληλη (κύρια) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής εκ λόγων εκδικητικότητας και εμπάθειας, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη οι αναφερόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις εκ των αριθμών ,1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος και με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος ήταν καταχρηστική λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, ως προς τη μη εφαρμογή του ηπιότερου μέτρου, είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, διότι αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επιδρούν στο διατακτικό της το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την μη πληττόμενη επιτυχώς προαναφερόμενη αιτιολογία.
Ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει ως απαράδεκτος ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος.
Απορριπτέος δε ως απαράδεκτος τυγχάνει και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος όσον αφορά τις διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αντιφατικές παραδοχές ήτοι την παραδοχή ότι το τμήμα του ενάγοντος συνέχισε να λειτουργεί μετά την απόλυσή του και την παραδοχή ότι ο ενάγων θα μπορούσε να εργασθεί σε νέο διευρυμένο τμήμα με περικοπή αποδοχών, καθόσον οι δύο αυτές παραδοχές δεν συνυπάρχουν στην ίδια αιτιολογία, αλλά η πρώτη περιέχεται στην πρώτη επάλληλη αιτιολογία και η δεύτερη παραδοχή στη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία και στηρίζονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου η ένδικη από 4-11-2019 (αριθ.καταθ.10438/1008/5-11-2019) αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
Β) Επί της από 13-12-2018 με αριθμ. καταθ. 11517/946/14-12-2018 αίτησης αναίρεσης. Η σύμβαση εργασίας αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη στενή ανταλλακτική σχέση μεταξύ μισθού και παροχής εργασίας, ώστε να μην καταβάλλεται μισθός αν δεν παρέχεται εργασία. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό εισάγει, εκτός των άλλων, και η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".
Προκειμένου ο εργοδότης να καταστεί υπερήμερος, πρέπει η εργασία του μισθωτού, την οποία δεν αποδέχεται, να προσφέρεται κατά τρόπο πραγματικό και προσήκοντα, δηλαδή αυτοπροσώπως και στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο (άρθρο 349 ΑΚ). Μεγάλη πρακτική σημασία αποκτά η διάταξη αυτή στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.
Όταν η καταγγελία είναι άκυρη, επειδή ο εργοδότης, συγχρόνως με την καταγγελία, παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, περιέρχεται, για όσο διάστημα ο εργοδότης δεν τον απασχολεί, σε υπερημερία και οφείλει συνεπώς για το διάστημα αυτό μισθούς υπερημερίας. Στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης, δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής.
Και τούτο γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 350 ΑΚ, δεν απαιτείται πραγματική προσφορά. Ο εργοδότης, αν θέλει να διακόψει την υπερημερία του, οφείλει να προσκαλέσει τον εργαζόμενο να επαναλάβει την εργασία του ή να καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση.
Δεν προκύπτει, όμως, υπερημερία του εργοδότη και στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης αν ο εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να προφέρει την εργασία του τη χρονική στιγμή κατά την οποία οφείλει να το πράξει, όπως αν, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, προκύψει και αδυναμία παροχής εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου.
Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από το άρθρο 352 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων ο δανειστής δεν γίνεται υπερήμερος, αν ο οφειλέτης δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την παροχή κατά τον χρόνο της προσφοράς ή της πράξης που έπρεπε να επιχειρήσει ο δανειστής" (ΑΠ 1295/2021, ΑΠ 1642/2017, ΑΠ 1735/1987).
Τοιαύτη περίπτωση συνιστά και η δραστηριοποίηση του μισθωτού με την ίδρυση και λειτουργία ατομικής επιχείρησης κατά μόνιμο τρόπο, ιδίως εάν αυτή έχει το ίδιο αντικείμενο εργασιών (ανταγωνιστικό) με εκείνο της επιχείρησης, στην οποία εργαζόταν ο μισθωτός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθότι με τον τρόπο αυτό υποδηλώνεται εμμέσως πλην σαφώς η βούληση αυτού να μην παράσχει την εργασία του στον προηγούμενο εργοδότη του, αλλά να δραστηριοποιηθεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας (σχετ.
ΑΠ 1735/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 352 ΑΚ και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι δεν δικαιούτο στην καταβολή μισθών υπερημερίας από την εναγόμενη, λόγω της άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, για το χρονικό διάστημα έξι μήνες μετά την απόλυσή του και εφεξής, διότι τότε ίδρυσε την ατομική του επιχείρηση και βρισκόταν ως εκ τούτου σε πραγματική αδυναμία παροχής των υπηρεσιών του στην εναγόμενη, κατά τον χρόνο αυτό της υπερημερίας και συνεπώς άρθηκε η υπερημερία της τελευταίας για το μέλλον.
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, ως προς το ζήτημα αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι λόγω της άκυρης απόλυσης του ενάγοντος και της εφεξής άρνησης της αρχικώς εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, η τελευταία περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο.
Ότι υποχρεούται, η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές του, δηλαδή το μισθό του, και ό,τι άλλο αυτός θα εισέπραττε (επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας) ως εάν η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, εωσότου καταγγείλει και νόμιμα τη σύμβαση ή επέλθει άλλο γεγονός, το οποίο να αίρει την υπερημερία του εργοδότη για το μέλλον. 'Ότι μετά την πάροδο εξαμήνου από την εν λόγω απόλυση του ενάγοντος, αυτός ίδρυσε δική του ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Δ.
Σ. Π." και τον διακριτικό τίτλο "SETApps", με αντικείμενο την προώθηση Εφαρμογών-Λύσεων-Προϊόντων Υπηρεσιών Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας, όπου απασχολείται, όπως και ο ίδιος ομολογεί στη 73 σελίδα των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και δραστηριοποιείται από τις αρχές του 2012, όπως ομολογεί και η εναγομένη στη 27 σελίδα των προτάσεών της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς έχει έκτοτε ο ενάγων αντικειμενική αδυναμία πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας του προς την εναγομένη και αίρεται ως εκ τούτου η υπερημερία της τελευταίας για το μέλλον, δεκτής καθισταμένης και ως κατ' ουσίαν βάσιμου της πρωτοδίκως προταθείσης σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, η οποία σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 656, 349, 350 και 352 ΑΚ.
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 352 ΑΚ και με συνοπτικές αλλά επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, μετά την ίδρυση της ατομικής του εταιρείας που είχε ως αντικείμενο την προώθηση Εφαρμογών - Λύσεων - Προϊόντων Υπηρεσιών Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας, ήταν ίδιο δηλαδή με αυτό του τμήματος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, που αυτός διηύθυνε, πριν την απόλυσή του, είχε εκ του λόγου αυτού αντικειμενική αδυναμία να παρέχει έκτοτε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη (υπό την προφανή έννοια ότι με τον τρόπο αυτό εμμέσως εκδήλωσε τη βούληση του να μην παρέσχει την εργασία του στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και να δραστηριοποιηθεί ο ίδιος με τη δημιουργία ατομικής επιχείρησης) και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και απορριπτέοι ως αβάσιμοι τυγχάνουν οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι.
Καθό μέρος δε με τους ίδιους λόγους, υπό την επίφαση συνδρομής των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η από 13-12-2018 με αριθμ. καταθ. 11517/946/14-12-2018 αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α)την από 13-12-2018 με αριθμ. καταθ. 11517/946/14-12-2018 αίτηση του Δ. Π. και β) την από 4-11-2019 (αριθ. καταθ. 10438/1008/5-11-2019) αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "RETAIL SHOPPING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3273/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ