Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for one appellant and rejects appeal on merits for others regarding unpaid wages.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal for appellant No. 45 solely on procedural grounds due to lack of legal representation. For the remaining appellants, the court rejected the appeal on the merits, upholding the lower court's finding that the employer's inaction during the bank restructuring period did not constitute a tacit agreement to continue previous wage levels. The court ruled that the employer's failure to act was not a valid expression of intent to maintain salaries, thereby dismissing the claim for unpaid wages.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal on procedural grounds if the appellant lacks a lawyer, while on the merits, an employer's inaction during a transition period does not constitute a tacit agreement to maintain previous wage levels absent a clear expression of intent.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 988 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 988/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Α. του Α., κατοίκου ... 2. Γ. Α. του Ι., κατοίκου ... 3. Γ. Α. του Κ., κατοίκου ... - ... 4. Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ... 5. Α. Γ. του Ε., κατοίκου ... 6. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7. Ι. Γ. του Α., κατοίκου ... 8. Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... 9. Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ... 10. Ζ. Δ. του Σ., κατοίκου ... - ... 11. Ι. Δ. του Δ., κατοίκου ... 2. Α. Δ. του Α., κατοίκου ... - ... 13.
Ι. Ζ. του Χ., κατοίκου ... 14. Κ. Θ. του Π., κατοίκου ... 15. Σ. Ι. του Α., κατοίκου ... 16. Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... ... 17.Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... 18. Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... -..., 19. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... 20. Θ. Κ. του Λ., κατοίκου ... - ... 21. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 22. Ι. Λ. του Ε., κατοίκου ... 23. Χ. Λ. του Σ., κατοίκου ... 24. Η. Μ. του Ε., κατοίκου ... 25.
Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... 26. Ζ. Μ. του Δ., κατοίκου ... 27. Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... 28. Ν. Μ. του Κ., κατοίκου .... 29. Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ... - ... 30. Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ... - ... 31. Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ... 32. Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ... 33. Δ. Π. του Ν., κατοίκου .... 34. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..... 35. Ε. Π. του Π., κατοίκου ... 36. Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..... 37.
Σ. Π. του Ε., κατοίκου ...., 38. Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 39. Δ. Σ. του Β., κατοίκου ... 40. Θ. Σ. του Α., κατοίκου ... 41. Θ. Σ. του Π., κατοίκου ... 42. Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... ... 43. Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... - ... 44. Δ. Τ. του Δ., κατοίκου .... 45. Ι. Τ. του Α., κατοίκου …. 46. Π. Τ. του Ν., κατοίκου ... 47. Π. Χ. του Π., κατοίκου ....., 48. Χ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 49.
Δ. Ψ. του Φ., κατοίκου .... 50. Ν. Π. του Χ., κατοίκου ... και 51. Ε. Κ. του Η., κατοίκου .... Ο 45ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή και Κωνσταντίνο Κουρτίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.ΠοΛ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ.Κ.Ε. …… ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μαγδαληνή Πρασσά και Κωνσταντίνο Γκρόζο. Η πρώτη εκ των οποίων κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 1/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο.
Αν δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους (ΑΠ 720/2017).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ως εκπροσωπών τον εν λόγω διάδικο αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται προσηκόντως και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος, που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτούς, αν οι αναιρεσείοντες δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομοδίκους τους (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 401/2021, 1295/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 21.4.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 21/2022) αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσείοντες, εκπροσωπούμενοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Δημ. Υφαντή, η οποία έδωσε την παραγγελία προς επίδοση αυτής, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7817/3.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...
Α. -Σ. Σ. Τ.. Η ως άνω δικηγόρος με την από 13.11.2023 κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωσή της ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δήλωσε ότι εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσείοντες πλην του 45ου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από (άλλο) πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά.
Δεν αποδεικνύεται όμως ότι ο εν λόγω αναιρεσείων είχε παράσχει στη δικηγόρο αυτή οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα και συνεπώς δεν υπήρχε νόμιμη επίσπευση της συζήτησης από μέρους του, ενώ περαιτέρω δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευσή του για τη συζήτηση της αναίρεσης είτε κατά την αρχική δικάσιμο της 14.3.2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για τη σημερινή είτε για τη σημερινή δικάσιμο, με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς διαδίκους.
Επομένως, εφόσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας, πρέπει αφ' ενός μεν να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον 45ο αναιρεσείοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, και τέλος, να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Με την από 21.4.2022 και με αριθμό κατάθεσης 21/21.4.2022 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 154/21.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η από 30.1.2019 και με αριθμό κατάθ.6/7.2.2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων (51 εκ του συνόλου 57) κατά της υπ' αριθμ. 1/2019 οριστικής και κατά της υπ' αριθμ. 25/2017 εν μέρει οριστικής (κατά το οριστικό μέρος της) αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και α) απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς όλους τους εκκαλούντες-ενάγοντες πλην των 1ου, 3ου, 8ου, 9ου, 12ου, 15ου, 18ου, 21ου, 45ου, 48ου, 53ου, 54ου, 55ου και 56ου, και β) μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Α) έγινε δεκτή η από 25.10.2014 και με αριθμ. κατάθ. Μ.Ειδ.289/7.11.2014 αγωγή όσον αφορά τους δωδέκατο (12ο) και δέκατο πέμπτο (15ο) των εναγόντων ως προς το αίτημα αυτών που αφορά την εκ περιτροπής εργασία και Β) απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς κατά το αίτημα αυτών που αφορά την επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής λόγω απασχόλησής τους κατά την 28.10.2014, λόγω εξόφλησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 25.10.2014 και με αριθμό κατάθ. 289/7.11.2014 αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι ενάγοντες - εκκαλούντες [και ήδη αναιρεσείοντες, 51 εκ του συνόλου 57] εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία [αναιρεσίβλητη] και απασχολήθηκαν σε αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό τις εκεί αναφερόμενες ειδικότητες έκαστος.
Ότι η εναγομένη είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε ως ….. μέχρι τον Αύγουστο έτους 2013 οπότε, λόγω της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία είχε περιέλθει, μεταβιβάστηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "…...". Ότι την 4.9.2013 η νέα διοίκηση της εναγομένης κάλεσε τους εκπροσώπους των σωματείων των εργαζομένων σε συνάντηση για την κατάρτιση νέας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης.
Ότι μετά από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2013 οι συζητήσεις διακόπηκαν από υπαιτιότητα της εναγόμενης, η οποία αποσκοπούσε όχι στην σύναψη επιχειρησιακής ΣΣΕ, αλλά στην κατάρτιση ατομικών συμβάσεων εργασίας. Ότι όλα τα χρόνια λειτουργίας της επιχείρησης αμείβονταν με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΣΣΕ ΑΣΟ) που καταρτιζόταν μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΕΓΟ.
Ότι στα μέσα του έτους 2012 μειώθηκαν οι μισθοί τους κατά ποσοστό 20 % βάσει του Ν. 4024/2011 (άρθρο 31), ενόψει του ότι εφόσον η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ήλεγχε τότε την πλειοψηφία των μετοχών της εναγομένης, αυτή θεωρήθηκε ότι υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τα λοιπά η επιχείρηση συνέχιζε να εφαρμόζει την ΣΣΕ ΑΣΟ και τις ρυθμίσεις και όρους εργασίας και αμοιβής τους που προέρχονταν από αποφάσεις προηγούμενων Διοικητικών Συμβουλίων της.
Ότι η τελευταία ισχύουσα ΣΣΕ ΑΣΟ που εφάρμοζε η εναγομένη ήταν η από 16.12.2010 (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργασίας 56/17.12.2010), διετούς διάρκειας, η οποία, πέραν του ότι συμβατικά στα πλαίσια ελευθερίας των συμβάσεων και δια της αδιάλειπτης εφαρμογής της είχε καταστεί μέρος των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, κηρύχθηκε ως γενικώς υποχρεωτική από 4.1.2011 δυνάμει της Υ.Α. 11346/692/2011 (ΦΕΚ Β' 1449/17.6.2011).
Ότι μετά την Π.Υ.Σ. 6/2012, η εν λόγω ΣΣΕ ΑΣΟ καταγγέλθηκε από την ΠΑΣΕΓΕΣ τον Μάιο του έτους 2012 και ότι η νόμιμη μετενέργειά της έληξε μετά την πάροδο τριμήνου, στις 14.5.2012. Ότι παρά ταύτα η εναγομένη και μετά την πάροδο του τριμήνου της μετενέργειάς της δεν έπαψε να εφαρμόζει στις ατομικές τους σχέσεις εργασίας την εν λόγω ΣΣΕ των ΑΣΟ του 2010, οι όροι της οποίας κατέστησαν μέρος των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η μονομερής τροποποίησή τους.
Ότι η συμβατική δέσμευση της εναγομένης προκύπτει και από την μη περικοπή των καταβαλλόμενων επιδομάτων, τα οποία εξακολούθησε να τους καταβάλλει μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2014. Ότι μέχρι τον ίδιο μήνα επίσης εξακολουθούσαν να καταβάλλονται και επιδόματα που είχαν χορηγηθεί με αποφάσεις παλαιότερων ΔΣ της εναγομένης και χωρίς επιφύλαξη ανάκλησης, με συνέπεια, από την συνεχή και αδιάλειπτη καταβολή τους χωρίς επιφύλαξη από την εναγομένη και με διάθεση δέσμευσης από μέρους της να έχει δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια και να είναι αδύνατη η μονομερής διακοπή της καταβολής τους.
Ότι την 3.2.2014 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης τους πρότειναν να μειωθούν συναινετικά οι μισθοί τους σε επίπεδο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους. Ότι η εναγόμενη στις 17.2.2014 ανάρτησε ανακοίνωση-πρόσκληση, που απέστειλε στα σωματεία των εργαζομένων με εξώδικο, καλώντας σε διαβούλευση για εκ περιτροπής εργασία στις 24.2.2014.
Ότι η διαβούλευση ξεκίνησε κατά την ημερομηνία αυτή, χωρίς η εναγομένη να τους χορηγήσει πλήρη στοιχεία περί της οικονομικής πορείας της, και ότι εν συνεχεία αναβλήθηκε για την 25.2.2014 και ώρα 15.00 μ.μ., πλην όμως το πρωί της εν λόγω ημέρας κλήθηκαν οι εργαζόμενοι που δεν είχαν υπογράψει ατομική σύμβαση εργασίας και τους ανακοινώθηκε ότι θα ενταχθούν σε πρόγραμμα εκ περιτροπής εργασίας για χρονικό διάστημα δύο μηνών, κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο έτους 2014.
Ότι κατά την ημερομηνία αυτή (25.2.2014) τους δόθηκαν έτοιμοι πίνακες με τους εργαζόμενους που θα συμμετείχαν στην εκ περιτροπής εργασία και ότι όλοι ήταν από αυτούς που δεν υπέγραψαν ατομική σύμβαση εργασίας. Ότι όλοι ο ενάγοντες τέθηκαν σε εκ περιτροπής εργασία κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες έκαστος, για τους ανωτέρω δύο μήνες, την οποία ρητώς δήλωσαν ότι αρνούνται την 26.2.2014.
Ότι η εφαρμογή του μέτρου αυτού είναι άκυρη και καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή από την εναγομένη των εργασιακών τους σχέσεων, διότι καμία αναγκαιότητα δεν υπήρχε για την λήψη του, αλλά η εναγομένη προέβη στην επιβολή του σε αυτούς αποκλειστικώς και μόνον από λόγους έχθρας και εκδικητικότητας λόγω της άρνησής τους να υπογράψουν ατομική σύμβαση εργασίας, ενώ επιπλέον για τους αναφερόμενους έντεκα εξ αυτών, που είχαν προηγουμένως τεθεί σε διαθεσιμότητα από την εναγομένη, ίσχυε η υπ' αριθμ. 464/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
που είχε πιθανολογήσει ότι η διαθεσιμότητά τους ήταν παράνομη και υποχρέωνε την εναγομένη να τους επαναπασχολεί προσωρινά. Ότι μη αποδεχόμενη η εναγομένη την προσηκόντως προσφερομένη από μέρους τους εργασία κατά τις ημέρες που ορίστηκε για έκαστο αυτών ότι δεν θα εργαστεί λόγω της εφαρμογής του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, κατέστη υπερήμερη εργοδότρια και τους οφείλει αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας.
Ότι τον Ιούνιο του 2014, οπότε και επρόκειτο να τους καταβληθεί ο μισθός του μηνός Μαρτίου ιδίου έτους που είχε καθυστερήσει, πληροφορήθηκαν ότι η εναγομένη μείωσε μονομερώς τις αποδοχές τους. Ότι η μείωση αυτή είναι παράνομη και καταχρηστική, διότι η εναγομένη ουδέποτε εφάρμοσε το ν. 4026/2012, αλλά μέχρι και τον μήνα Φεβρουάριο του 2014 εφάρμοζε τους όρους των ΣΣΕ της ΟΣΕΓΟ που είχαν ενσωματωθεί και αποτελούσαν περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας ενός εκάστου εξ αυτών, προέβη δε σε μονομερή μείωση των μισθών τους από λόγους έχθρας και εκδικητικότητας διότι δεν δέχονταν να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις εργασίας.
Ότι η ανωτέρω τελευταία ισχύουσα ΣΣΕ, ΑΣΟ εξακολούθησε να ισχύει ως προς τους κανονιστικούς της όρους πλασματικά και, επειδή δεν επακολούθησε άλλη ΣΣΕ, οι ρυθμίσεις της ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας τους ως κοινοί ενοχικοί όροι, μη εφαρμοζόμενης της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012, αφού οι όροι της ΣΣΕ της ΟΣΕΓΟ είχαν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους.
Ότι επικουρικά οι διατάξεις της εν λόγω ΠΥΣ είναι αντισυνταγματικές, αφού αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και έτι επικουρικότερα είναι αντισυνταγματικές λόγω αντίθεσής τους στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος. Ότι έναντι των αναφερόμενων έντεκα από αυτούς η εναγομένη με την απόφασή της για εκ περιτροπής εργασία τους παραβίασε το διατακτικό της προρρηθείσας υπ' αριθμ.
απόφασης 464/2013, με συνέπεια έκαστος αυτών να δικαιούται για κάθε ημέρα παραβίασης το ποσό των 200 ευρώ κατά τα οριζόμενα στην ίδια απόφαση. Επίσης ότι η εναγομένη τους υποχρέωσε να εργαστούν εντός του έτους 2014 κατά τις ημέρες εορτασμού της Ζωοδόχου Πηγής (25.4.2014), του Αγίου Πνεύματος (9.6.2014) και της 28ης Οκτωβρίου 1940 (28.10.2014), κατά τις οποίες το εργοστάσιο παρέμενε κλειστό καθόλα τα έτη λειτουργίας της επιχείρησης από της ιδρύσεώς της, με συνέπεια, ως αμειβόμενοι με μισθό, να δικαιούνται να λάβουν το 1/25 επιπλέον του μισθού τους για κάθε μια από τις ανωτέρω τρεις ημέρες κατά στις οποίες όλοι εργάστηκαν, εφόσον ήταν μη εργάσιμες ενώ ο μισθός τους αντιστοιχεί στις εργάσιμες ημέρες, δεδομένου ότι προέβαλαν αντιρρήσεις για τη μη καταβολή του 1/25 του μισθού τους για εκάστη ημέρα εξ αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ως εκτενέστερα εκτίθεται στην αγωγή, ζήτησαν 1) να αναγνωριστεί και να κηρυχθεί ως άκυρη η μονομερής επιβολή σε αυτούς εκ περιτροπής εργασίας, 2) να αναγνωριστεί ότι οι αποδοχές τους προσδιορίζονται βάσει των καταβαλλομένων μικτών τους αποδοχών όπως αυτές καταβάλλονταν έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2014, οι οποίες ανέρχονταν στα αναφερόμενα για ένα έκαστο αυτών ποσά, αναλυόμενα σε βασικό μισθό και τα εκεί αναφερόμενα επιδόματα, 3) να αναγνωριστεί ότι οι αποδοχές τους προσδιορίζονταν βάσει της ΣΣΕ Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, η τελευταία των οποίων έληξε στις 14.5.2012, αφού η καταγγελία αυτής είχε λάβει χώρα στις 14.2.2012, η οποία ΣΣΕ μετά την καταγγελία της στις 15.2.2012 και την πάροδο της τρίμηνης περιόδου μετενέργειας και την χωρίς επιφύλαξη ανάκλησης (από πλευράς της επιχείρησης) καθώς και τη συνέχιση καταβολής των ίδιων αποδοχών κατέστη μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, καθώς και βάσει των παροχών που λάμβαναν με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, ενώ η μονομερής μείωση των αποδοχών τους που επέβαλε η εναγομένη από τον μήνα Μάρτιο έτους 2014 και εντεύθεν είναι άκυρη, καταχρηστική και προφανώς αντίθετη στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και εν γένει ως προφανώς αντίθετη στα όρια του 281 ΑΚ, 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις διαφορές αποδοχών για το Δώρο Πάσχα 2014 και τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2014, οι οποίες υφίστανται μεταξύ αφενός των μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο 2014 καταβαλλομένων και από μέρους τους δικαιουμένων αποδοχών και αφετέρου αυτών που τους καταβλήθηκαν μειωμένες λόγω της κατά τα άνω μονομερώς επιβληθείσας από την εναγομένη άκυρης μείωσης των μισθών τους και της επιβολής του ακύρου μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, συνεπεία του οποίου εργάστηκαν και πληρώθηκαν για λιγότερες ημέρες, νομιμότοκα από την επομένη που έκαστο επί μέρους ποσό ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κατά τα αναλυτικώς παρατιθέμενα στον σχετικό πίνακα που περιλαμβάνεται στην αγωγή με τα ειδικότερα για ένα έκαστο των εναγόντων ποσά, 5) επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις διαφορές αποδοχών για δώρο Πάσχα και μισθούς Μαρτίου και Απριλίου 2014 χωρίς να υπολογίζονται οι οφειλόμενες, λόγω του δυσμενούς μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, αποδοχές υπερημερίας, νομιμότοκα από της επομένης που έκαστο επί μέρους ποσό ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στον οικείο πίνακα που περιλαμβάνεται στην αγωγή με τα σχετικά ποσά για ένα έκαστο των εναγόντων, 6) να κηρυχθεί άκυρη η απόφαση της εναγομένης για την εκ περιτροπής εργασία τους για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 2014, 7) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη παραβίασε για τους 17°, 20°, 21°, 23°, 25°, 27°, 33°, 38°, 42°, 44° και 53° το διατακτικό της υπ' αριθμ. 464/2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
κατά τις αναφερόμενες για ένα έκαστο εξ αυτών ημέρες και να υποχρεωθεί για το λόγο αυτό να τους καταβάλλει ως χρηματική ποινή τα αντίστοιχα ποσά που ορίζονται στο διατακτικό της άνω αποφάσεως, 8) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει ως αμοιβή τους για την εργασία τους κατά τις παραπάνω τρεις αργίες εντός του έτους 2014 τα αναφερόμενα για ένα έκαστο αυτών ποσά, και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική τους δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε αρχικώς την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 25/2017, εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση εκκρεμοδικίας ως προς τον, ήδη αποβιώσαντα, τέταρτο ενάγοντα Κ. Γ. του Β., έκρινε νόμιμη την αγωγή, πλην των επικουρικών της βάσεων περί της αντισυνταγματικότητας της ΠΥΣ 6/2012, επί των, οποίων ερείδονται επικουρικώς τα υπό τους αριθμούς 2, 3, 4 και 5 αιτήματα και τις οποίες απέρριψε ως μη νόμιμες.
Περαιτέρω απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή στο σύνολό της ως προς τους 3°, 5°, 8°, 12°, 13°, 15°, 24°, 30°, 40°, 42° και 57° των εναγόντων με το να δεχθεί ότι ως προς αυτούς δεν εφαρμόσθηκε η αποφασισθείσα εκ περιτροπής εργασία. Ως προς όλους τους ενάγοντες απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά τα ανωτέρω υπό τους αριθμούς 2, 3, 4 (κατά το μέρος του που αφορά διαφορές αποδοχών οι οποίες προέκυψαν εξαιτίας της μονομερούς μείωσής τους από την εναγομένη) κύρια και υπό τον αριθμό 5 επικουρικό αιτήματά της, με το να κρίνει ότι η εναγομένη νομίμως προέβη σε μείωση αποδοχών κατ' εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012 από τον Μάρτιο του 2014, και περαιτέρω δέχθηκε αυτή και ως ουσία βάσιμη κατά το αίτημά της περί αναγνώρισης της ακυρότητας του επιβληθέντος στους 1ο, 2ο, 4ο, 6ο, 7ο, 9ο, 10ο, 11ο, 14ο, 16ο - 23ο, 25ο - 29ο, 31ο - 39ο , 41ο, 43ο - 56ο από τους ενάγοντες μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας και, επιπλέον ως προς τους 17°, 20°, 21°, 23°, 25°, 27°, 33°, 38°, 44° και 53° των εναγόντων, και κατά το αίτημά της περί παραβίασης του διατακτικού της υπ' αριθμ. 464/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εκ των ανωτέρω δέκα εναγόντων το ποσό των 200 ευρώ ως χρηματική ποινή λόγω της παραβίασης της ανωτέρω απόφασης. Κατά τα λοιπά και καθόσον αφορά το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για όσους ενάγοντες έγινε δεκτή η άκυρη επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του ύψους των εν λόγω οφειλόμενων αποδοχών.
Μετά δε την διενέργεια αυτής και την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής αντιμωλία των διαδίκων, εξεδόθη η, εκκαλουμένη επίσης, υπ' αριθμ. 1/2019 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση ως προς τους 3ο, 5ο, 8ο, 12ο, 13ο, 15ο, 24ο, 30ο, 40ο, 42ο και 57ο των καλούντων - εναγόντων, ως προς τους οποίους η πρωτοβάθμια δίκη είχε περατωθεί οριστικά ως προς όλες τις βάσεις και τα αιτήματα , με την με αριθμ. 25/2017 απόφαση, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο από τους 1°, 2°, 4°, 6°, 7°, 9°, 10°, 11°, 14°, 16°- 23°, 25°- 29°, 31°- 39°, 41° και 43°- 56° των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα ποσά για την παραπάνω αιτία, νομιμότοκα από την ημέρα που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους των εναγόντων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 154/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία ως προς όλους εκκαλούντες - ενάγοντες πλην των 1ου, 3ου, 8ου, 9ου, 12ου, 15ου, 18ου, 21ου, 45ου, 48ου, 53ου, 54ου, 55ου και 56ου εκκαλούντων, [κατά τα κεφάλαια που αφορούν την εκ περιτροπής εργασία των 12ου και 15ου εξ αυτών και την απασχόληση των ανωτέρω εκκαλούντων (πλην του 15ου) την 28 Οκτωβρίου 2014], ως προς τους οποίους μετά από εξαφάνιση της με αριθμό 25/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
α) δέχθηκε την από 25.10.2014 αγωγή ως προς τους 12ο και 15ο, όσον αφορά το αίτημα αυτών με την επιβληθείσα σε αυτούς εκ περιτροπής εργασία, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα του επιβληθέντος από την αναιρεσίβλητη συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά και β) απέρριψε την αγωγή ως προς τους 1ο, 3ο, 8ο, 9ο, 12ο, 18ο, 21ο, 45ο, 48ο, 53ο, 54ο, 55ο και 56ο ενάγοντες κατά το αίτημα αυτών για επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής λόγω απασχόλησής τους κατά την 28.10.2014, λόγω παραδοχής ένστασης εξόφλησης και όχι λόγω αβασίμου της ένδικης αξίωσης, ως πρωτοδίκως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυαν πριν την ΠΥΣ 6/2012, συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ. 16 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας, (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν μόνο τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, από την ημερομηνία δε έκδοσης της απόφασης του Υπουργού ή από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (εφ' όσον υπάρχει αίτηση) εκ μέρους της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων ή των εργοδοτών για την κήρυξη ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής, η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΟλΑΠ 4/2024, 2/2002).
Για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής ή υποβολής της σχετικής αίτησης κατά τα προαναφερθέντα. Σημειώνεται ότι η εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης είχε ανασταλεί μέχρι το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, με το άρθρο 37 ν.4024/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο Πέμπτο παρ.2 του ν. 4475/2017.
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28.2.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής ΠΥΣ), η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 ''Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας'' και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΣΤΕ 2307/2014) ορίσθηκε ότι ''Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν''.
Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 ορίζονταν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 ότι ''Οι ΣΣΕ συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε ΣΣΕ που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος''.
Στην παρ. 4 ότι ''Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8''. Και στην παρ. 5 ότι ''Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας''.
Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28.02.2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της ΣΣΕ στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.
Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, ενώ για τις συμβάσεις που δεν είχαν συμπληρώσει διετία προβλέφθηκε η λήξη αυτών τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος τους, ακόμη και αν η προβλεπόμενη διάρκεια τους ήταν μικρότερη, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας ΣΣΕ.
Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990). Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της ΣΣΕ αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, ισχύοντες ως ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί είτε επί το ευνοϊκότερο είτε επί το δυσμενέστερο με νέα συλλογική σύμβαση εργασίας ή με νεότερη ατομική συμφωνία (Ολ ΑΠ 4/2024).
Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν ήταν δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της ΣΣΕ που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορούσε να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι η ιδιότητα του εργοδότη και του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τη συλλογική σύμβαση, ή η κατά τα διάρκεια της ισχύος της σσε ή της δα κήρυξη αυτής ως γενικά υποχρεωτικής (Ολ ΑΠ 4/2024).
Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίσθηκε από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας ΣΣΕ κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα ΣΣΕ.
Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η ΣΣΕ, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. τις οποίες ο εργοδότης μπορεί να παύσει να καταβάλλει μονομερώς.
Δηλαδή, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της ΣΣΕ εντοπίζεται στο βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα ΣΣΕ (ΑΠ 397/2023, 641/2021, 174/2019, 1335/2018).
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. τυγχάνουν εφαρμογής τόσο για συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις που αφορούν εργαζομένους απασχολούμενους σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ήταν αρχικά η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, όσο και σε εργαζομένους απασχολούμενους σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, εφόσον η Π.Υ.Σ.
δεν προβαίνει σε καμία σχετικά διαφοροποίηση. Τ' ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 9 του Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία κλπ" (ΦΕΚ Α 226), που ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας που καθορίζει αποδοχές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο κατά περίπτωση όριο που ορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους, διότι με την διάταξη αυτή δεν καταργείται η ισχύς των επί μέρους όρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες στον πρώτο αναιρετικό λόγο, αλλά απλά το σύνολο των προβλεπομένων στη συλλογική ρύθμιση αποδοχών (βασικός μισθός και επιδόματα) δεν μπορεί να υπερβαίνει το από το νόμο αυτό τασσόμενο ανώτατο όριο και κατά συνέπεια οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας διατηρούνται κατά τα λοιπά σε ισχύ.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.
Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας (ΑΠ 621/2022, 1109/2017, 228/2014, 277/2009, 1017/2006).
Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν με διάταξη νόμου, όπως είναι εκείνη του εδαφίου γ της παρ. 4 του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. 6/28.2.2012, περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής κατά το στάδιο της μετενέργειας της νεότερης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, ως προς τις προβλεπόμενες από αυτήν παροχές και για το διάστημα μέχρι την κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή ατομικής σύμβασης με διαφορετικούς όρους μεταξύ των μερών.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 395/2020, 830/2019, 603/2017, 13/2015, 1681/2010).
Η επιχειρησιακή, συνεπώς συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελείς, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησή τους.
Στην περίπτωση αυτή από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση των εν λόγω παροχών. Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 973/2019, 48/2015, 1277/2010, 91/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 6/2019,1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού διέλαβε παραδοχές ότι άπαντες οι αναιρεσείοντες συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία από την ίδρυσή της το έτος 1975 δραστηριοποιείται ως συνεταιριστική εταιρεία στο χώρο παραγωγής, διάθεσης και εμπορίας τσιγάρων και προϊόντων καπνού στην ελληνική και διεθνή αγορά, με ειδικότερη αναφορά στο χρόνο πρόσληψης και την ειδικότητα εκάστου των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, και μετά από εκτίμηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: "....Καθόσον αφορά τις αποδοχές των εναγόντων [ήδη αναιρεσειόντων] στον έχοντα συμβατική ισχύ, Εσωτερικό κανονισμό του Προσωπικού, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης [ ήδη αναιρεσίβλητης] και του σωματείου των εργαζομένων της την 3.3.1993 και κυρώθηκε με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 202/9.3.1994 απόφαση της Επιθεώρησης Εργασίας, στο άρθρο 11 που αφορά την κατάταξη προσωπικού αναφέρεται ότι το προσωπικό κατατάσσεται ανάλογα με την ειδικότητά του στην εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και ότι οι ειδικότητες που δεν συμπεριλαμβάνονται στην Συλλογική Σύμβαση της ΟΣΕΓΟ θα αμείβονται με το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο ειδικότητας που προβλέπεται από την παραπάνω σύμβαση, και στα άρθρα 14-16 αναφέρεται ότι στο προσωπικό παρέχονται τα επιδόματα αντίστοιχα οικογενειακών βαρών, πολυετίας και ανθυγιεινής εργασίας σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ της ΟΣΕΓΟ.
Σύμφωνα εξάλλου με όμοιο όρο σε όλες τις έγγραφες συμβάσεις εργασίας όσων από τους ενάγοντες προσκομίζονται, ως αποδοχές τους συμφωνήθηκαν οι προβλεπόμενες από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της ΟΣΕΓΟ, ήτοι από τις ισχύουσες για τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (ΑΣΟ) συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ) και της Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων (ΟΣΕΓΟ.
Όπως όμως η εναγομένη δεν αρνείται ειδικότερα, συνεπώς κρίνεται ότι συνομολογεί, και δεδομένων και των προαναφερομένων αναφορών του Κανονισμού εργασίας στην παραπάνω συλλογική ρύθμιση αποδεικνύεται ότι αυτή εφαρμοζόταν σε όλες τις ένδικες εργασιακές σχέσεις και οι ρυθμίσεις της εφαρμόζονταν για τις αποδοχές απάντων των εναγόντων.
Η τελευταία τέτοια εφαρμοζόμενη στις επίδικες σχέσεις εργασίας συλλογική ρύθμιση ήταν η από 16.12.2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, διετούς διάρκειας, από 1.1.2010 έως 31.12.2011, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4.1.2011 με την Υ.Α. 11346/692/2011 (ΦΕΚ Β' 1449/17.6.2011).
Η εν λόγω ΣΣΕ καταγγέλθηκε από την ΠΑΣΕΓΕΣ την 9.2.2012, ήτοι προ της δημοσίευσης στις 14.2.2012 του ν. 4046/2012, και συνεπώς κατά το άρθρο 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/2012 η νόμιμη μετενέργειά της έληξε στις 14.5.2012. Κατά το έτος 2011 βασικός μέτοχος της εναγομένης κατέστη η "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ" με ποσοστό 44,5%, το οποίο στις 6.12.2011 είχε ήδη ανέλθει στο 50,36%.
Με την μεταβολή αυτή η εναγομένη υπήχθη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον την πλειοψηφία των μετοχών της ανωτέρω βασικής μετόχου της ΑΤΕ εξακολουθούσε να κατέχει το Δημόσιο, με συνέπεια, όπως και οι ενάγοντες δέχονται με την αγωγή τους, κατ' εφαρμογήν των προβλεπομένων στο άρθρο 31 ν. 4024/2011, στα μέσα του έτους 2012 να τους επιβληθεί μείωση κατά 20% στις αποδοχές τους, όπως αυτές μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί βάσει της ανωτέρω συλλογικής ρύθμισης και των ατομικών περιστάσεων εκάστου ενάγοντος.
Και μετά τις μειώσεις αυτές όμως που ίσχυαν για τους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις σχέσεις εργασίας των εναγόντων εξακολούθησαν να εφαρμόζονται οι όροι της προαναφερομένης ΣΣΕ των ΑΣΟ. [....]. Η εναγομένη [αναιρεσίβλητη] από τον μήνα Μάρτιο έτους 2014 προσάρμοσε μονομερώς τις αποδοχές των εναγόντων [αναιρεσειόντων] στα προβλεπόμενα από το ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012, και συγκεκριμένα, όπως και οι ενάγοντες δέχονται με την αγωγή τους, όπου παραθέτουν αναλυτικούς πίνακες με τα ποσά που ελάμβαναν πριν και μετά την προσαρμογή αυτή, από τις έως τότε καταβαλλόμενες αποδοχές τους διατήρησε τον βασικό μισθό και τα τέσσερα επιδόματα, ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης και βαρέων επαγγελμάτων, στο ύψος που έως τότε καταβάλλονταν, και κατήργησε τα λοιπά προβλεπόμενα από την άνω επιδόματα καταγγελθείσα ΣΣΕ, που έκαστος ενάγων τυχόν ελάμβανε ανάλογα με τις ατομικές του περιστάσεις.
Οι ενάγοντες με την αγωγή τους και κατ' ορθή εκτίμηση των οικείων ισχυρισμών τους, επικαλέστηκαν ότι η μείωση αυτή ήταν παράνομη διότι προσέκρουε σε επιχειρησιακή συνήθεια που είχε διαμορφωθεί επί τη βάσει της συνεχιζόμενης ανεπιφύλακτης καταβολής από την εναγομένη των αποδοχών τους, ως προβλέπονταν από την παραπάνω ΣΣΕ των ΑΣΟ και τους καταβάλλονταν, και μετά την 14.5.2012, ότε έληξε η μετενέργειά της, καταβολή που οι ίδιοι αποδέχονταν, με συνέπεια οι αποδοχές αυτές να έχουν καταστεί πλέον σιωπηρώς μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, μη επιδεχόμενο μονομερούς μεταβολής από την εναγομένη.
Ο ισχυρισμός τους αυτός ωστόσο δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Και τούτο διότι, κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα, λόγω της θέσης υπό εκκαθάριση της βασικής μετόχου της εναγομένης ΑΤΕ η διοίκηση της εταιρίας παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής επί μακρό χρονικό διάστημα, αδράνεια που, όπως επιβεβαιώνει και η συνεχιζόμενη πτωτική πορεία της επιχείρησης και η πλήρης απουσία οιασδήποτε ενέργειας προς την κατεύθυνση αναστροφής της πορείας αυτής, είχε ξεκινήσει προτού ακόμη τεθεί υπό εκκαθάριση το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα και εξικνούνταν μέχρι την συντέλεση της μεταβίβασης της πλειοψηφίας των μετοχών της στην προαναφερομένη αλλοδαπή εταιρία τον Αύγουστο έτους 2013, που σήμανε την μετατροπή της εναγομένης από εταιρία συνεταιριστική του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε αμιγώς ιδιωτική επιχείρηση.
Η αδράνεια αυτή αντανακλούσε την ουσιαστική έλλειψη σχεδιασμού οργάνωσης και λειτουργίας της επιχείρησης, εκτεινόμενη σε κάθε τομέα της, συμπεριλαμβανομένων των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού και των ζητημάτων που άπτονταν αυτών, όπως το μισθολογικό, επιβεβαιώνεται δε παρά αναιρείται από την επικαλουμένη από τους ενάγοντες εκλογή ήδη από τον Μάιο του 2013 νέου Δ.Σ.
της εναγομένης συμφερόντων της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας, καθώς και μετά την αλλαγή αυτή και μέχρι και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών τον Αύγουστο ιδίου έτους σε καμία ενέργεια δεν προέβη η διοίκηση της εταιρίας. Και τούτο διότι κατά το μεταβατικό εκείνο στάδιο δεν υπήρχε ακόμη επίσημη εκπεφρασμένη βούληση της εταιρίας προς υλοποίηση για οιοδήποτε ζήτημα, ανεξαρτήτως των προθέσεων της αποκτώσας εταιρίας, καθώς οι προθέσεις αυτές δεν μπορούσαν επισήμως να εφαρμοστούν προ της ολοκλήρωσης της μεταβίβασης, πολλώ δε μάλλον τέτοια βούληση δεν μπορούσε να υπάρχει και δεν υπήρχε καθόλο το προγενέστερο μετέωρο διάστημα, κατά το οποίο επικρατούσε αβεβαιότητα ως προς την εξακολούθηση ύπαρξης της ίδιας της εταιρίας, εάν τελικώς δεν επιτυγχανόταν η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το ότι κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της μεταβίβασης των μετοχών υπήρχε ήδη καθυστέρηση τριών μηνών στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, η διακοπή της οποίας συμπίπτει με την επικαλούμενη από τους ενάγοντες αλλαγή στο Δ.Σ. τον Μάιο 2013, γεγονός που καταδεικνύει ακριβώς τις προθέσεις της νέας ιδιοκτήτριας εταιρίας να επιφέρει αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, χωρίς όμως να μπορεί να το πράξει στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης, μετά την οποία, αντιθέτως, άμεσα, ως προεκτέθηκε, εξεδήλωσε τις προθέσεις της αυτές με όλες τις πιο πάνω εκτεθείσες ενέργειές της.
Ενόψει πάντων τούτων και δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσης, για την κατάφαση επιχειρησιακής συνήθειας εκτιμώνται οι συνολικές κάθε φορά συνθήκες, υπό τις συγκεκριμένες ως άνω επικρατούσες στην προκείμενη ένδικη περίπτωση συνθήκες μη ομαλής λειτουργίας της εταιρίας, η εξακολούθηση της καταβολής στους ενάγοντες των αποδοχών τους αμετάβλητων και μετά τις 14.5.2012 δεν συνιστά σιωπηρή έκφραση της πραγματικής βούλησης της εναγομένης να διατηρήσει τις αποδοχές τους στο έως τότε ανερχόμενο ύψος και να μην περικόψει τα λοιπά, πλην των προβλεπομένων από την άνω ΠΥΣ, επιδόματα, καθώς τέτοια βούληση δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να εκδηλωθεί υπό τις άνω συνθήκες λειτουργίας της εταιρίας, αλλά οφείλεται ακριβώς στην ανυπαρξία βούλησης όχι μόνον για το επίδικο αλλά και για οιοδήποτε έτερο ζήτημα αφορούσε την λειτουργία της επιχείρησης, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν μετά την αλλαγή τον Αύγουστο του 2013 στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρίας και την ουσιαστική ανάληψη των καθηκόντων της νέας διοίκησης, οπότε τέτοια βούληση υπήρξε και εκδηλώθηκε άμεσα προς την κατεύθυνση της προσαρμογής των αποδοχών του προσωπικού στις ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως αναλυτικώς πιο πάνω εκτέθηκε.
Συνεπώς δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει λόγος για ανεπιφύλακτη καταβολή από την εναγομένη παροχών προς τους εργαζομένους ως την βάση σιωπηρής συμφωνίας για την γένεση αντίστοιχης αξίωσης των τελευταίων προς ευθεία απόληψη των παροχών αυτών βάσει των συμβάσεων εργασίας τους, για την οποία εξάλλου, ενόψει των ιδίων περιγραφεισών συνθηκών, δεν συντρέχει και το στοιχείο της μακροχρόνιας καταβολής τους, για την οποία και υπό τις δεδομένες, επαναλαμβάνεται, συνθήκες, δεν αρκεί το διάστημα του ενός έτους που διήρκησε η καταβολή αυτή και δη έως τον Μάιο του 2013, οπότε διεκόπη (ενώ μετά τον Αύγουστο ιδίου έτους μετεβλήθη η στάση της εταιρίας συνεπώς δεν υπάρχει ανεπιφύλακτη καταβολή), δεδομένου ότι καταληκτικό σημείο για την εκτίμηση τυχόν διαμορφωθείσας επιχειρησιακής συνήθειας, αποτελεί η μεταβολή που επήλθε στην εταιρία το έτος 2013 και όχι ο Φεβρουάριος του έτους 2014, ως αβασίμως επικαλούνται οι ενάγοντες, καθώς, όπως προεκτέθηκε, άμεσα με την μεταβολή αυτή η εναγομένη εξεδήλωσε την πρόθεσή της να περιοριστεί στα προβλεπόμενα από τον. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012 καλώντας τους εκπροσώπους των εργαζομένων στη σύναψη νέας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας με προβλεπόμενες αντίστοιχες αποδοχές, στάση που ασφαλώς συνιστά σαφή επιφύλαξη της εταιρίας εν σχέσει προς το ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών.
Το γεγονός εξάλλου ότι η εναγομένη επεδίωξε με κάθε τρόπο να επιτύχει την συναινετική προσαρμογή των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της στις ανωτέρω διατάξεις και δεν επέβαλε μονομερώς αυτές, ως δικαιούνταν σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν καταδεικνύει, ως αβασίμως διατείνονται οι ενάγοντες, την δέσμευσή της από προηγουμένη επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν αδυναμία της για μονομερή μεταβολή των αποδοχών τους ως θεωρουμένη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, αλλά οφείλεται στο ότι η βούλησή της να επιτύχει την αναγκαία για την βιωσιμότητά της μείωση του υψηλού εργασιακού κόστους με μέσα εναρμονισμένα με την νέα, ισχύουσα κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, εργασιακή νομοθεσία, συνοδευόταν από την επιθυμία της για όσο το δυνατόν διατήρηση των θέσεων του προσωπικού της και την αποφυγή απολύσεων, προς το σκοπό παράλληλα διασφάλισης και της εργασιακής ειρήνης και συνακόλουθα της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, η οποία αυτονόητα θα διασαλευόταν σημαντικά σε περίπτωση μονομερούς και άνευ διαβουλεύσεων περικοπής των μισθών των εργαζομένων, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από το ότι και υπό την ανωτέρω ακόμη τακτική της εναγομένης, τα σωματεία των εργαζομένων της επανειλημμένα, εν τω μέσω των διαδικασιών για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μερών για τα εργασιακά θέματα και κυρίως για την σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, προκήρυξαν στάσεις εργασίας [βλ.
ανακοινώσεις σωματείων για στάσεις εργασίας στις 26.9.2013 (μιας ώρας), στις 30.9.2013, στις 14.10.2013 (μιας ώρας), στις 23.10.2013] διαμαρτυρόμενα για τις ανωτέρω επιχειρούμενες αλλαγές. Με βάση πάντα τα ανωτέρω πλήρως αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι η από μέρους της εναγομένης προσαρμογή από τον Μάρτιο 2014 και εφεξής των αποδοχών των εναγόντων στις διατάξεις του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, με την περικοπή των λοιπών, πλην των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές τεσσάρων, επιδομάτων που προέβλεπε η προαναφερομένη ΣΣΕ των ΑΣΟ και που έως τότε τους καταβάλλονταν, ήταν καθόλα νόμιμη παρότι έγινε μονομερώς και χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων, καθώς τέτοια γνώμη δεν απαιτούνταν σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, και δεν συνιστά ακολούθως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, παρισταμένων μετά ταύτα ουσία αβάσιμων των αντίθετων αγωγικών ισχυρισμών τους....".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες (άρθ. 534 του ΚΠολΔ), επικύρωσε την απορριπτική κρίση της με αριθ. 25/2017 εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά το οριστικό της μέρος που αφορούσε το κεφάλαιο της αγωγής ν' αναγνωρισθεί ότι έκαστος των εναγόντων δικαιούτο τις αποδοχές που του καταβάλλονταν μέχρι το Φεβρουάριο του 2014, με βάση την λήξασα στις 14.5.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας, οι όροι της οποίας είχαν καταστεί μέρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών και ότι ακύρως η εναγομένη από το Μάρτιο του 2014 επέβαλλε τις σχετικές μειώσεις των αποδοχών τους και να τους επιδικασθούν οι ούτω προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2014 και επίδομα εορτών Πάσχα του ιδίου έτους.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 του ΑΚ, 3 παρ.2 του ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" και 2 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθότι δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιστηρίζουν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) δέχθηκε ότι στο πλαίσιο των επί μέρους ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων με την αναιρεσίβλητη, αλλά και με βάση όρο του έχοντος συμβατική ισχύ Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού, εφαρμόζονταν οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας της Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων (ΟΣΕΓΟ), ήτοι οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις που καταρτίζονται μεταξύ της ΠΑΣΕΓΕΣ (Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών) και της ΟΣΕΓΟ και δεν δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί με αυτές η εφαρμογή συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης, ήτοι της από 16.12.2010 ΣΣΕ και μετά τη λήξη αυτής στις 14.5.2012, με συνέπεια να τυγχάνουν εφαρμογής (ως ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας) οι δυσμενέστερες ρυθμίσεις της τελευταίας κατά το στάδιο της μετενέργειας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την ισχύ της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, αφού συμφωνήθηκε με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως δηλαδή το περιεχόμενο της εκάστοτε διαμορφώνεται, ακόμη και με σχετική διάταξη νόμου.
Το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες είχαν υποστεί προηγουμένως μείωση των αποδοχών τους της τάξης του 20% κατ' εφαρμογή του ν. 4024/2011, καθότι κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στο πεδίο εφαρμογής του, καθότι κατά το χρόνο αυτό βασικός μέτοχος της αναιρεσίβλητης με ποσοστό 50,36% ήταν η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω κρίση, β) δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι για τους διαλαμβανόμενους αναλυτικά στην απόφαση λόγους, από τη συνέχιση της καταβολής του συνόλου των αποδοχών τους χωρίς τις μειώσεις της υπ' αριθμ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ.
μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2014 δεν διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια, αποτελούσα βάση σιωπηράς συμφωνίας, για την καταβολή του συνόλου των αποδοχών των αναιρεσειόντων, χωρίς τις σχετικές μειώσεις, καθότι μέχρι το Μάιο του 2013 δεν είχε εκδηλωθεί τέτοια πρόθεση δέσμευσης εκ μέρους του τότε διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, η οποία ενόψει της όλης διαδικασίας μεταβίβασης των μετοχών παρέμενε ουσιαστικά αδρανής, αφού λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων αυτής επικρατούσε αβεβαιότητα ακόμη και ως προς την εξακολούθηση της ύπαρξης αυτής, εάν τελικώς δεν επιτυγχανόταν η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών, ενώ από τον Αύγουστο του 2013 με την ουσιαστική ανάληψη των καθηκόντων της νέας διοίκησης εκδηλώθηκε σαφώς η πρόθεσή της προς την κατεύθυνση της προσαρμογής των αποδοχών του προσωπικού της προς τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, καλώντας τους εκπροσώπους των εργαζομένων σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας.
Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς, αλλά και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις με τις οποίες υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά και πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών τους, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 στοιχ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, 79/2018, 1333/2018, 1512/2014, 87/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014, 574/2010). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο κατά τα λοιπά λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ουσιαστική αδράνεια της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας της θέσης υπό εκκαθάριση της βασικής μετόχου της αναιρεσίβλητης ΑΤΕ και της επί μακρόν προβληματικής λειτουργίας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και η πτωτική πορεία αυτής, οδήγησαν την αναιρεσίβλητη στην εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012 κατά την εκκαθάριση των αποδοχών του Μαρτίου 2014, παρά τη μη εφαρμογή της εν λόγω ΠΥΣ καθ' όλο το προηγούμενο διάστημα και την καταβολή των αποδοχών που προέβλεπε η ΣΣΕ χωρίς νομική υποχρέωση, καθώς και την προσπάθεια αυτής να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις αντιβαίνει προς τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος καθ' όσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση αυτών, ποία εσφαλμένη έννοια αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ποία η ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις αποδείξεις που με επίκληση προσκομίσθηκαν, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού (ΑΠ 385/2022, 1575/2021, 96/2019, 576/2018).
Με τον τέταρτο λόγο, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά τα τελευταία έτη πριν την μεταβίβαση των μετοχών της στην αλλοδαπή εταιρεία, παρουσίαζε σταθερά πτωτική πορεία με έντονα οικονομικά προβλήματα, λόγω και της θέσης υπό ειδική εκκαθάριση της βασικής μετόχου Αγροτικής Τράπεζας, με συνέπεια την πλήρη αδρανοποίηση της διοίκησης αυτής, που αντανακλούσε στην ουσιαστική έλλειψη σχεδιασμού, οργάνωσης και λειτουργίας της εταιρείας σε κάθε τομέα, περιλαμβανομένων και των εργασιακών σχέσεων και των ζητημάτων που άπτονταν με αυτές, όπως το μισθολογικό, ότι κατά το μεταβατικό στάδιο από το Μάιο του 2013, οπότε ανέλαβε η νέα διοίκηση μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών σε ιδιώτη τον Αύγουστο του 2013, η νέα διοίκηση δεν προέβη σε καμία ενέργεια, καθότι κατά το διάστημα αυτό δεν υπήρξε ακόμη επίσημη εκπεφρασμένη βούληση της εταιρείας για οποιοδήποτε θέμα, ούτε μπορούσε να υπάρξει και δεν υπήρξε καθόλο το προγενέστερο διάστημα λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας, αν δεν ολοκληρωνόταν η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών σε ιδιώτη και ότι, ενόψει των εν λόγω συνθηκών η εξακολούθηση της καταβολής στους αναιρεσείοντες των αποδοχών τους και μετά τις 14.5.2012 δεν συνιστά σιωπηρά έκφραση πραγματικής βούλησης της αναιρεσίβλητης να διατηρήσει τις αποδοχές αυτών στο προηγούμενο επίπεδο και να μην περικόψει τα λοιπά, πλην των διατηρουμένων με την Π.Υ.Σ., επιδόματα, αλλά οφείλεται σε ανυπαρξία βούλησης για οποιοδήποτε ζήτημα, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί κατάρτισης σιωπηράς συμφωνίας για την καταβολή των ως άνω παροχών, βάσει των συμβάσεων εργασίας τους, για τις οποίες δεν συντρέχει και το στοιχείο της μακροχρόνιας καταβολής τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό της αγωγής αποδεικτικό πόρισμα, δε δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αφού, κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα), είτε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος των αναιρεσειόντων, πλην του τεσσαρακοστού πέμπτου (45ου), λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.4.2022 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 21/2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς τον τεσσαρακοστό πέμπτο (45ο) αναιρεσείοντα - Ι. Τ. Δ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21.4.2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. 21/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην του 45ου, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ