Legislator Giurisprudenza & Legislazione
988/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, ruling compensation did not exceed reasonable limits.

Numero d'incarto 988/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals challenging a lower court's award of damages for a car accident and moral injury. The plaintiffs argued the compensation violated the principle of proportionality and exceeded reasonable limits, while the insurance companies contended the amount was justified. The court rejected these claims, finding the awarded sum consistent with judicial practice and not surpassing the bounds of judicial discretion.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 681A of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a court's award of damages for moral injury does not violate the principle of proportionality merely because it exceeds the plaintiff's subjective expectation, provided the amount remains within the bounds of judicial discretion and aligns with common judicial practice.

Parole chiave

Generato dall'IA
car accident damages moral injury compensation judicial discretion limits principle of proportionality appeal dismissal civil procedure code reasonable limits velocità eccessiva

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 192 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 988 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 988/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. και Γ. Α. και Σία ΟΕ", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) J.A. του D., 2) L. A. του H., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους A. A. του J. και N. A. του J., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρά Καζαντζή και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν. I. - Ν.Π.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α.") και δ.τ. "E.Α.", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Φλώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) J.A. του D. και 2) L. A. του H., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους A. A. του J. και N. A. του J., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρά Καζαντζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2015 αγωγή των J. A. του D. και L. A. του H., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 9-3-2015 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 11-10-2018 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 4-6-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των J. A. του D. και L. A. του H. (αναιρεσιβλήτων) ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης και την καταδίκη καθενός αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 4.6.2018 με αριθμό καταθ. 29/2018 και από 11.10. 2018 με αριθμό καταθ. 45/.2018 αιτήσεις για την αναίρεση της με αριθμό 86/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, να συνεκδικαστούν, διότι έτσι, εφόσον με αυτές προσβάλλεται η ίδια απόφαση, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και επομένως πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση όπως από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Επί των με αριθμούς καταθ. 7/2015 και 405/2015 αντιθέτων αγωγών, που ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με αντικείμενο τις αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για τις υλικές ζημίες, αλλά και τις σωματικές βλάβες που οι ενάγοντες αυτών υπέστησαν κατά το επισυμβάν στις 3.10.2014 σε επαρχιακή οδό του Νομού Ιωαννίνων τροχαίο ατύχημα, εκδόθηκε μετά από συνεκδίκασή τους η με αριθμό 250/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η εξ αυτών με αριθμό κατάθεσης 7/2015 αγωγή την οποία είχαν ασκήσει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι σε αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης A.

J. και L. για τον εαυτό τους ατομικά, αλλά και ως νόμιμοι αντιπρόσωποι, υπό την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα, των επίσης ζημιωθέντων ανηλίκων τέκνων τους A. A. και N., στρεφόμενοι κατά των Γ. Α. και της ήδη αναιρεσείουσας στην πρώτη των αιτήσεων αναιρέσεως, ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία τότε "E.ΑΕ" ως εναγομένων.

Με την ίδια ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν η εκ των ενδίκων αγωγών με αριθμό καταθ. 405/2015, την οποία άσκησαν από κοινού ως ενάγοντες, οι ήδη αναιρεσείοντες στην δεύτερη των αιτήσεων αναίρεσης, Γ. Α. (εναγόμενος της προηγούμενης αγωγής) και η ιδιοκτήτρια του οδηγούμενου απ' αυτόν οχήματος, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν.

και Γ. Α.και Σια ΟΕ", εναντίον των A. J. και L. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν. I.- Ν.Π. ΑΕ" ως εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην ασκηθείσα απ'αυτούς αναίρεση. Ακολούθως άπαντες των ηττηθέντων με την απόφαση αυτή (είτε εν όλω, είτε εν μέρει) διαδίκων, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων εφέσεις κατ' αυτής, επι συνεκδικάσεως των οποίων εξεδόθη η ως άνω, με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, απορρίφθηκε η από 19.3.2017 έφεση που άσκησαν οι εν μέρει ηττηθέντες των διαδίκων Γ.

Α. και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν. και Γ. Α. και Σια ΟΕ" και ήδη αναιρεσείοντες στην δεύτερη των αιτήσεων αναίρεσης και έγινε δεκτή η από 22.9.2016 έφεση των ήδη σ' αυτήν αναιρεσιβλήτων (πρώτου, δεύτερης, ατομικά και ως εκπροσώπων των ανηλίκων τέκνων τους), εκκαλούντων - εναγόντων της, πρωτοδίκως απορριφθείσης στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμης, με αριθμό καταθ. 7/2015 αγωγής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ1048/2017, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 60/2016). Η διάταξη κατά το άρθρο 12 παρ. 1 εδ.του ν. 2696/1999 ορίζει ότι "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή...... Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Κ.Ο.Κ) ".. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο....", κατά δε το άρθρ. 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς" κατά την παρ.2 "Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού " ενώ κατά την παρ 3 περ.α αυτού μεταξύ άλλων ότι "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες...." Τέλος κατά τη διάταξη δε του άρθρου 42 παρ 1 του ως άνω Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την §2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή, ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, ταυτόσημο κατά περιεχόμενο και στις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης λόγο, οι ήδη αναιρεσείοντες στην δεύτερη των ενδίκων αιτήσεων, οδηγός και ιδιοκτήτρια ομόρρυθμη εταιρία του με αρ.κυκλ.ΔΟΚ 5314 ΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και η αναιρεσείουσα στην πρώτη αίτηση, ασφαλιστική εταιρία, στην οποία τούτο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και του εξ αυτής τραυματισμού των επιβαινόντων στο ΙΧΦ αυτοκίνητο και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνετέλεσε συγκλίνουσα αμέλεια και δη κατά ποσοστό 80% του ως άνω αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Α., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και εκείνες του Κ.Ο.Κ, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της συγκλίνουσας αμέλειας του τελευταίου, καθώς δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνει τη μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών: "Από τις ένορκες στο ακροατήριο καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, από τις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και τέλος από την ...

ένορκη βεβαίωση της Ο. Γ. του Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Β.Π. την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες της δεύτερης έφεσης και η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσιβλήτων της ίδιας έφεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 3-10-2014 και περί ώρα 07:40, ο A.

J. (πρώτος των εναγόντων της από 5-1-2015 αγωγής, πρώτος των εναγομένων της από 9-3-2015 αγωγής και ήδη πρώτος των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... μικρό φορτηγό αυτοκίνητο, εκινείτο στην επαρχιακή οδό ... με κατεύθυνση από ... προς την εθνική οδό .... Το φορτηγό αυτό, μικτού βάρους 3,5 τόνων, ήταν ιδιοκτησίας της A.

L. i(δεύτερης των εναγόντων της από 19-3- 2017 αγωγής, δεύτερης των εναγομένων της από 9-3-2015 αγωγής και ήδη δεύτερης των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης), συζύγου του ανωτέρω οδηγού και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ν. I.- Ν.

Π." (τρίτης εναγομένης της από 9-3-2015 αγωγής και ήδη τρίτης των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης). Στο φορτηγό αυτοκίνητο επέβαινε, εκτός του οδηγού, η ανωτέρω σύζυγός του, καθώς και τα δύο ανήλικα τέκνα τους A. A. και A. N.. Την ίδια πιο πάνω ώρα και στην ίδια επίσης πιο πάνω επαρχιακή οδό, από την αντίθετη όμως κατεύθυνση, δηλαδή προς ...

εκινείτο ο Γ. Α. (πρώτος των εναγόντων της από 9-3-2015 αγωγής, πρώτος των εναγομένων της από 5-1-2015 αγωγής και ήδη πρώτος των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "Ν.και Γ. Α." (δεύτερης των εναγόντων της από 9-3-2015 αγωγής και ήδη δεύτερης των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης), που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορίας του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ..." (δεύτερη των εναγομένων της από 5-1-2015 αγωγής και ήδη τρίτης των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης).

Στο σημείο, όπου εκινούντο τα δύο πιο πάνω οχήματα, η ανωτέρω οδός έχει πλάτος 6,00 μέτρα και δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μία ανά κατεύθυνση), οι οποίες χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση, το όριο ταχύτητας είναι 30 χλμ. την ώρα με βάση σχετική πινακίδα (Ρ- 32) που υπήρχε στην πορεία και των δύο οχημάτων, ενώ υπήρχε και πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-25) στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, όταν ο A. J.αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι πλησίαζε σε δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, η οποία του περιόριζε την ορατότητα και καθώς εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 65 χλμ. την ώρα, τροχοπέδησε απότομα το φορτηγό αυτοκίνητο προκειμένου να μειώσει την ταχύτητά του, ενώ την ίδια στιγμή αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Γ.

Α. που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, κινούμενο με ταχύτητα τουλάχιστον 50 χλμ. την ώρα, να έχει εισέλθει στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας. Παρά, όμως, το παρατεταμένο φρενάρισμα του φορτηγού, η σύγκρουση των δύο αντιθέτως κινουμένων οχημάτων δεν αποφεύχθηκε, καθώς το αυτοκίνητο του Γ. Α. επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκληθούν εκτεταμένες ζημιές στα δύο αυτοκίνητα και να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες σ' αυτά, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα στη συνέχεια.

Αμέσως μετά τη σύγκρουση, το μεν φορτηγό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα πορείας του, με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του να έχει εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το δε επιβατηγό αυτοκίνητο βρέθηκε στο δικό του (δεξιό) ρεύμα πορείας, κάθετα σε σχέση με αυτό και με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς το αντίθετο ρεύμα πορείας (βλ.

το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων, που επιλήφθηκε του ατυχήματος). Υπαίτιος κατ' αρχήν της επίδικης σύγκρουσης ήταν ο Γ. Α., ο οποίος από αμέλεια και ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα.

Ειδικότερα, οδηγούσε το αυτοκίνητό του με ταχύτητα τουλάχιστον 50 χλμ. την ώρα, ταχύτητα δηλαδή η οποία υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στο συγκεκριμένο σημείο και επί πλέον οδηγούσε το αυτοκίνητο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς, μετά από έλεγχο αλκοτέστ στο οποίο υποβλήθηκε με ειδική συσκευή αλκοολομέτρου, η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του ανερχόταν σε 0,77 mg/l εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,36 mg/l εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση.

Ευρισκόμενος στην κατάσταση αυτή και οδηγώντας το αυτοκίνητό του με αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα, ενόψει της προσέγγισής του σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, εισήλθε κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου συγκρούσθηκε με το αντιθέτως κινούμενο, κανονικά στο ρεύμα πορείας του, φορτηγό αυτοκίνητο, παρά την προσπάθειά του να ελιχθεί την τελευταία στιγμή προς τα δεξιά και να επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας του.

Παραβίασε, έτσι, τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3 και 42 παρ. 7 Ν. 2696/1999, η οποία παραβίαση συνετέλεσε αιτιωδώς στο επίδικο ατύχημα. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, όπως προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων, δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στην πορεία του επιβατηγού αυτοκινήτου.

Το γεγονός ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του φορτηγού αποδεικνύεται από τα ακόλουθα στοιχεία: α) Τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού αυτοκινήτου βρίσκονται από την αρχή μέχρι το τέλος τους στο ρεύμα πορείας του, β) τα θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων που προήλθαν από τη σύγκρουση εκτείνονται στο ρεύμα πορείας του φορτηγού και μπροστά από αυτό, ενώ η ύπαρξη τέτοιων θραυσμάτων και στο ρεύμα κυκλοφορίας του επιβατηγού δικαιολογείται από τη φορά της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα στη συνέχεια και γ) στο ρεύμα πορείας του φορτηγού βρέθηκαν και τα λάδια που χύθηκαν στο οδόστρωμα από τη μηχανή του λόγω της σύγκρουσης και τα οποία αρχίζουν από το μέσον περίπου της λωρίδας κυκλοφορία του και εκτείνονται, λόγω της κλίσης του οδοστρώματος, προς το άκρο δεξιό της λωρίδας αυτής (βλ.

για τα ανωτέρω το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το αυτοκίνητο του Γ. Α. επέπεσε στο φορτηγό αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που απεικονίζουν το επιβατηγό αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση, το εν λόγω αυτοκίνητο υπέστη μεν ζημιές στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, τις μεγαλύτερες όμως ζημιές τις υπέστη στην εμπρόσθια αριστερή γωνία και στην αριστερή εμπρόσθια πλευρά του.

Αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το φορτηγό αυτοκίνητο υπέστη ζημιές στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (από το μέσον αυτού και προς τα αριστερά) με το εμπρόσθιο καπό του φορτηγού να παρουσιάζει μετά τη σύγκρουση τη μεγαλύτερη παραμόρφωση (βαθούλωμα) στο μέσον αυτού. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν κατά κυριολεξία μετωπική, καθώς το αυτοκίνητο του Γ.

Α. επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στο μέσον του εμπρόσθιου μέρους του φορτηγού και προς τα αριστερά. Με άλλα λόγια το αυτοκίνητο του Γ. Α. εμβόλισε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού στο κέντρο και προς τα αριστερά αυτού, γεγονός που αποδεικνύει και την προσπάθεια του Γ.Α.

να επαναφέρει την τελευταία στιγμή, με ελιγμό προς τα δεξιά, το αυτοκίνητό του στο δικό του (δεξιό) ρεύμα πορείας. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Α., μηχανολόγου μηχανικού, ο οποίος συγκεκριμένα κατέθεσε ότι "το κάρτερ (αποθήκη λαδιού) του φορτηγού βρίσκεται κάτω από τη μηχανή, στο κέντρο".

Για το λόγο αυτό και λόγω του εμβολισμού του φορτηγού στο κέντρο του εμπροσθίου μέρους του καταστράφηκε το κάρτερ, με αποτέλεσμα τα λάδια της μηχανής του φορτηγού να χυθούν, όπως προαναφέρθηκε, στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου. Επίσης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, το φορτηγό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε μετά τη σύγκρουση σε θέση περίπου διαγώνια σε σχέση με τον άξονα του δρόμου, με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του να βρίσκεται επάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, τη δε εμπρόσθια αριστερή γωνία του να βρίσκεται μέσα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (βλ.

και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Η τελική αυτή θέση του φορτηγού οφείλεται στην προς τα αριστερά, ως προς τον άξονά του, περιστροφή του φορτηγού, ως αποτέλεσμα του εμβολισμού που δέχθηκε από το επιβατηγό αυτοκίνητο στο κέντρο και προς τα αριστερά του εμπροσθίου μέρους του και με φορά από αριστερά προς τα δεξιά, με περαιτέρω αποτέλεσμα, το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού να μετακινηθεί προς τα αριστερά και να εισέλθει έτσι η εμπρόσθια αριστερή γωνία του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ αντίστοιχα να μετακινηθεί το οπίσθιο μέρος του φορτηγού προς τα δεξιά (βλ.

τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, καθώς και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που απεικονίζουν το φορτηγό στη τελική του θέση, με τους πίσω τροχούς του να βρίσκονται δεξιότερα από τα ίχνη τροχοπέδησης). Για το θέμα αυτό της περιστροφής του φορτηγού προς τα αριστερά λόγω της σύγκρουσης είναι χαρακτηριστική η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα Σ.

Α., ο οποίος συγκεκριμένα κατέθεσε ότι "Μετά τη σύγκρουση το πίσω μέρος του φορτηγού στρέφεται δεξιά λόγω της σύγκρουσης....", παραλείποντας όμως να καταθέσει στη συνέχεια ότι αυτό συνεπάγεται την αναγκαία και ταυτόχρονη μετακίνηση του εμπρός μέρους του φορτηγού προς τα αριστερά. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι λόγω της φοράς του εμβολισμού του φορτηγού από το επιβατηγό αυτοκίνητο, το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο του Γ.

Α. περιστράφηκε δεξιόστροφα και ταυτόχρονα μετατοπίσθηκε προς τα πίσω και δεξιά ως προς την αρχική του πορεία, καταλήγοντας, όπως προαναφέρθηκε, κάθετα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (βλ. και την από μηνός Αυγούστου τεχνική έκθεση της εταιρείας με την επωνυμία "Σ.

Α. - Α. Γ. Ο.Ε."), με περαιτέρω αποτέλεσμα τη διασπορά των θραυσμάτων της σύγκρουσης και στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας. Συνυπαίτιος, όμως, της επίδικης σύγκρουσης και των εντεύθεν αποτελεσμάτων της, ήταν και ο οδηγός του φορτηγού αυτοκίνητου A. J., ο οποίος από αμέλεια δεν συμμορφώθηκε στο σήμα αναγγελίας κινδύνου που υπήρχε στην πορεία του, λόγω της δεξιάς και επικίνδυνης στροφής στην οποία επρόκειτο να εισέλθει, ούτε και στο σήμα της ανώτερης επιτρεπόμενης ταχύτητας των 30 χλμ.

την ώρα στο σημείο εκείνο, αλλά συνέχισε την πορεία του με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα των 65 τουλάχιστον χλμ. την ώρα (βλ. και την πιο πάνω από μηνός Αυγούστου 2015 τεχνική έκθεση). Έτσι, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκε τη δεξιά και με περιορισμένη ορατότητα στροφή στην πορεία του, τροχοπέδησε απότομα, συνέχισε δε την τροχοπέδηση, καθώς συγχρόνως, και καθώς εισερχόταν στη στροφή, αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο του Γ.

Α. να έχει εισέλθει κατά ένα μέρος στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς τελικά να μπορέσει να ακινητοποιήσει το φορτηγό αυτοκίνητο και να αποφύγει τη σύγκρουση, την οποία τουλάχιστον θα απέφευγε ή οπωσδήποτε θα περιόριζε τις συνέπειές της, αν είχε συμμορφωθεί στις πινακίδες κυκλοφορίας που προαναφέρθηκαν, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 Ν. 2696/1999 (βλ.

το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζονται τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού αυτοκινήτου σε μήκος 13 μέτρων από τους αριστερούς τροχούς του και σε μήκος 16 μέτρων από τους δεξιούς τροχούς του και τα οποία ίχνη τροχοπέδησης αρχίζουν πριν την έναρξη της δεξιάς στροφής). Πρέπει, επομένως και με βάση όλα τα παραπάνω, να κηρυχθούν συνυπαίτιοι της επίδικης σύγκρουσης αφενός μεν ο Γ.

Α. σε ποσοστό 80%, αφετέρου δε ο A.J. σε ποσοστό 20%, κατά την νόμιμη (άρθρ. 300 ΑΚ - βλ. και ΑΠ 912/1996 ΕλΔνη 38, 79) και εν μέρει βάσιμη σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγόντων της από 5-1-2015 αγωγής, που πρότειναν οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής και επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις προτάσεις τους και κατά την νόμιμη, επίσης, και εν μέρει βάσιμη σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγόντων της από 9-3-2015 αγωγής, που πρότειναν οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής και επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους.

Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης ήταν ο A. J. και έτσι απέρριψε την από 5-1-2015 αγωγή του τελευταίου ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της πρώτης έφεσης με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους.

Βάσει αυτών το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 22.9.2016 και με αριθμό καταθ. 278/27.9.2016 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων και στις δυο (υπό κρίσιν) αιτήσεις αναίρεσης, αλλά και της με αυτούς συνεκκαλούσας, και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης στην πρώτη (αρ.

κατ.29/2018) των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, υπό την επωνυμία "Ν. I.- Ν. Π. ΑΕ" ασφαλιστικής εταιρίας, (στην οποία ήταν ασφαλισμένο το υπό του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγούμενο αυτοκίνητο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη), κατά της με αριθμό 250/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της η με αριθμό 12630/11.4.2012 αγωγή των ως άνω αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων.

Ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη κράτησε και δίκασε την ως άνω ένδικη αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας των εμπλακέντων στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος οδηγών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 του ΑΚ, 12 παρ.1, 16 παρ 1,19 παρ.1, 2 και 3, 42 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ), διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, για την αμέλεια που επέδειξε ο καθένας εξ αυτών αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.

Παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος και τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των εμπλακέντων στην ένδικη σύγκρουση οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα για τον αναιρεσείοντα οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα της πρώτης των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων ΙΧΕ αυτοκινήτου αναφέρει ότι α) οδηγούσε το αυτοκίνητό του σε δρόμο διπλής κατευθύνσεως, πλάτους 5μ (ήτοι 2,50μ. για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας) με ταχύτητα η οποία, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, υπερέβαινε οπωσδήποτε, τα πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως σε σημείο του δρόμου που το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν καθορισμένο σε 30 χιλ.

την ώρα, β) ότι η ταχύτητα αυτή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των υφισταμένων στην περιοχή συνθηκών κυκλοφορίας, (στενότητα οδού, αριστερή ως προ της πορεία του στροφή), ήταν υπερβολική σε βαθμό που δεν του επέτρεπε να ελέγχει το όχημά του, το οποίο λόγω της ταχύτητας εξετράπη από την πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε με το ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ επιπροσθέτως, γ) ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθώς, ο έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε με ειδική συσκευή αλκοολομέτρου, κατέδειξε συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του σε ποσότητα 0,77 mg/l εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,36 mg/l εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση.

Για δε τον αναιρεσίβλητο οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου διέλαβε ότι κινείτο με το όχημά του στην ίδια οδό, στην αντίθετη κατεύθυνση, με ταχύτητα των εξήντα πέντε (65) χιλιομέτρων την ώρα, παραβιάζοντας επίσης την ως άνω κατ' ανώτατο όριο επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο ταχύτητα των τριάντα (30) χιλιομέτρων την ώρα, και επιπλέον ότι δεν συμμορφώθηκε σε σχετικό σήμα αναγγελίας κινδύνου λόγω επικίνδυνης, δεξιάς προς την πορεία του στροφής, μη δυνάμενος ως εκ τούτου να ελέγξει το όχημα του ώστε, όταν αντιλήφθηκε την είσοδο του ΙΧΕ στο ρεύμα πορείας του, να ακινητοποιήσει αυτό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση ή να περιορίσει τις εξ αυτής προκληθείσες ζημίες.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: 1) δεν αναφέρεται αν το ακριβές σημείο σύγκρουσης ήταν πριν την ευρισκόμενη στην πορεία των αυτοκινήτων στροφή, ούτε και η θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και μετά απ'αυτήν, 2) δεν αναφέρεται από ποια απόσταση ηδύνατο ο αναιρεσίβλητος οδηγός να αντιληφθεί το αντιθέτως κινούμενο όχημα του αναιρεσείοντος και το πλάτος του οδοστρώματος που αυτό εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα πορείας, κατέλαβε, αλλά και αν, το εναπομένον στο ρεύμα πορείας του αναιρεσιβλήτου πλάτος του οδοστρώματος, επαρκούσε για να αποφευχθεί η σύγκρουση, και 3) δεν παρατίθενται ικανά στοιχεία (σχέση βάρους και ταχύτητας οχημάτων), ώστε να διαπιστωθεί η δυνατότητα εκάστου των συγκρουσθέντων οχημάτων να μετατοπίσει το άλλο.

Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επιπλέον αβασίμως αιτιώνται ότι το Εφετείο περιέπεσε σε αντίφαση διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη την παραδοχή ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου "ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα πορείας του με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αμαξώματος του να έχει εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα", ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι το όχημα του αναιρεσιβλήτου έλαβε τη θέση αυτή μετά τη σύγκρουση, η οποία δικαιολογείται από την εκτροπή του οχήματος του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα, το σημείο πρόσκρουσης των οχημάτων, και τα τμήματα των συγκρουσθεισών επιφανειών, ενώ η προς τούτο παράθεση επιπλέον διευκρινίσεων για την πριν την σύγκρουση κίνηση του οχήματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά και του πλάτους που καταλάμβανε από το αντίθετο ρεύμα μετά τη σύγκρουση το ακινητοποιημένο όχημα του αναιρεσιβλήτου, δεν οδηγούν σε διαφορετικό πόρισμα για την αμέλεια που αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι οδηγοί επέδειξαν.

Οι ως άνω εξάλλου αιτιάσεις για τις φερόμενες αντιφάσεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως απαραδέκτως προβάλλονται διότι ανάγονται στο σύνολο τους σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, ενώ απαραδέκτως, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, επιχειρείται με αυτές να πληγεί η ανέλεγκτη επίσης αναιρετικά κρίση του Εφετείου σχετικά με το ποσοστό συνυπαιτιότητας που καταλόγισε σε κάθε ένα των εμπλεκομένων οδηγών για το οποίο η αναιρεσείουσα στην πρώτη των αιτήσεων αναίρεσης διαλαμβάνει ειδική αιτίαση στον πρώτο αναιρετικό λόγο.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω επικαλουμένων διατάξεων και ο πρώτος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων, πρέπει ν'απορριφθεί, κατά μεν το μέρος που με αυτόν προσάπτεται η ευθεία παραβίαση νόμου, ως αβάσιμος, κατά δε την αποδιδόμενη πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης αυτού υπό την επίφαση της οποίας επιχειρείται κατά ως άνω να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Για την ίδρυση του λογού αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π 2/2008). Με τον δεύτερο ταυτόσημο κατά περιεχόμενο και στις δυο αιτήσεις αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες από φωτογραφίες.. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από τη διαλαμβανόμενη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ρητή διαβεβαίωση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ άλλων, στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν, αλλά και στις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες που λήφθηκαν άμεσα μετά την σύγκρουση στον τόπο του ατυχήματος στις οποίες η προσβαλλομένη κάνει ακολούθως ειδική μνεία για τα περιστατικά που, κατά την κρίση του Εφετείου, προκύπτουν από τις απεικονίσεις τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η πλημμέλεια, που προσάπτεται δεν αφορά τη μη λήψη αυτών υπόψη, αλλά σφάλμα του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των σ' αυτών απεικονίσεων για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Στη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. ορίζεται "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ ολομ. 10/2017, ΑΠ ολομ 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).

Η ως άνω αναιρεσείουσα στην πρώτη των αιτήσεων αναίρεσης ασφαλιστική εταιρία με την αρχική επωνυμία "E.Α.Α.Ε.Ζ" και ήδη φέρουσα επωνυμία "E.Α. Α. Ε" στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος, που αφορά τα αγωγικά κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό που υπέστησαν από το ένδικο ατύχημα ατομικά στον πρώτο και τη δεύτερη τούτων τα ποσά των 3.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα και υπό την ιδιότητα των ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους, το ποσό των 700,00 Ευρώ για τον ανήλικο A.

A. και το ποσό των 200,00 ευρώ για την ανήλικη N. A., υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και την αρχή της αναλογικότητας. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει, ως προς το ύψος της, κατά την κρίση του εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που επιδίκασε σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων για λογαριασμό των ιδίων αλλά και των ανηλίκων τέκνων τους διέλαβε τις εξής παραδοχές:

Α) Ότι λόγω της φύσεως και της έκτασης των τραυμάτων των δύο πρώτων των ενηλίκων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί επέβαιναν στο φορτηγό αυτοκίνητο, χωρίς να είναι προσδεδεμένοι με ζώνη ασφαλείας, όπως ήταν υποχρεωμένοι προς τούτο, άρθρο 12 παρ. 5 του Ν.2696/1999 και ως εκ τουτου κρίθηκαν συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 30% για τις σωματικές βλάβες που υπέστησαν.

Β) Ότι όλοι οι επιβαίνοντες στο φορτηγό αυτοκίνητο με οδηγό τον πρώτο αναιρεσίβλητο τραυματίστηκαν Ειδικότερα α) Όσον αφορά τον οδηγό του φορτηγού (α' των αναιρεσιβλήτων), μεταφέρθηκε μετά το ατύχημα στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ρωγμώδες κάταγμα στέρνου, το οποίο δεν επιδεχόταν επέμβαση και αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά και επιπλέον κάταγμα έσω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με τοποθέτηση νάρθηκα.

Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο από 3-10-2014 έως 9-10-2014, οπότε εξήλθε με οδηγίες για επανεξέταση σε μία εβδομάδα. Κατά την διάρκεια της αποθεραπείας του που διήρκεσε επί ένα μήνα, χρησιμοποιούσε βακτηρίες για τις μετακινήσεις του, λόγω της τοποθέτησης νάρθηκα στο πόδι του ..... β) Όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, (β'αναιρεσίβλητη) σύζυγό του, η οποία κατά τον χρόνο του ατυχήματος κυοφορούσε, μεταφέρθηκε επίσης στο ίδιο Π.Γ.Ν Ιωαννίνων, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί θλαστικά τραύματα μετώπου, συντριπτικό κάταγμα διάφυσης δεξιού μηριαίου και μεγάλο θλαστικό τραύμα έσω υπερεπιγοαντιδικά δεξιά.

Στις 4-10-2014 έγινε επέμβαση σε ύπτια θέση με έξω πλάγια προσπέλαση του δεξιού μηριαίου, όπου αναγνωρίστηκε κάταγμα τεσσάρων τεμαχίων στην διάφυση του μηριαίου. Έγινε ανάταξη και συγκράτηση των δύο κεντρικών μεταξύ τους με μία διακαταγματική βίδα και αυτών με το περιφερειακό τμήμα με μία διακαταγματική.

Στην συνέχεια έγινε ανάταξη με το κεντρικό τμήμα και οστεοσύνθεση με μία πλάκα μεγάλων καταγμάτων της zimer 12 οπών και 10 βίδες. Παρέμεινε νοσηλευόμενη στο Νοσοκομείο μέχρι τις 10/10/2014, οπότε εξήλθε με σύσταση για αντιπηκτική αγωγή και αντιβίωση για κινητοποίηση, βάδιση με βακτηρίες μασχάλης, χωρίς φόρτιση και επανεξέταση σε ένα μήνα.

Επισκέφθηκε το Νοσοκομείο στις 30-10-2014 για την αφαίρεση των ραμμάτων υπό γενική αναισθησία και στις 15-12-2014 για επανεκτίμηση, οπότε υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και της δόθηκαν οδηγίες για συνέχιση της βάδισης με βακτηρίες μασχάλης με το σκέλος σε αποφόρτιση και συνέχιση της αντιπηκτικής αγωγής. Ότι η ίδια επιπροσθέτως, λόγω της υποβολής της σε χειρουργική επέμβαση, της πολλαπλής έκθεσης σε ακτίνες Χ και της λήψης φαρμάκων κατηγορίας D και της εν γένει φαρμακευτικής αγωγής, την οποία ακολούθησε κατά την σύσταση των θεραπόντων ιατρών της, υποβλήθηκε σε διακοπή της κύησης, νοσηλευθείσα για το λόγο αυτό από 5-11-2014 έως 7-11-2014 στη Γυναικολογική Κλινική του Νοσοκομείου.

Τέλος γ) όσον αφορά τα δύο ανήλικα τέκνα μεταφέρθηκαν και αυτά στο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι ο μεν A. A. (ηλικίας 9 ετών) είχε υποστεί κάταγμα κάτω πέρατος αριστερής κερκίδας, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με τοποθέτηση βραχιονοπηχεοκαρπικού νάρθηκα, η δε A. N. (ηλικίας 4 ετών) είχε εκδορά ράχης ρινός. Και τα δύο ανήλικα νοσηλεύτηκαν για μία ημέρα και εξήλθαν στις 4-10-2014 με βελτίωση της κλινικής εικόνας...Γ) Ότι λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος αναιρεσιβλήτου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, τη φύση και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστησαν, τις ταλαιπωρίες στις οποίες εξαιτίας του τραυματισμού των, υποβλήθηκαν, το βαθμό συνυπαιτιότητας των ενηλίκων αναιρεσιβλήτων στην έκταση του τραυματισμού των, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν έκαστος τούτων ανέρχεται κατά την κρίση του Εφετείου στο ποσό των 3.000 Ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, 20.000 ευρώ για τη δεύτερη τούτων σύζυγό του, το ποσό των 700 Ευρώ για τον ανήλικο A.A.και τέλος το ποσό των 200,00 Ευρώ για την ανήλικη A.

N.. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στους αναιρεσίβλητους παθόντες στα παραπάνω ποσά δεν παραβίασε ευθέως, άλλως, ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο 3ος λόγος της πρώτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, κατ'αμφότερα τα σκέλη του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ του Συντ/τος και 932 ΑΚ αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα ποσά τα οποία καταφανώς υπερβαίνουν εκείνα που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα οι κρινόμενες από 4.6.2018 με αριθμό καταθ. 29/2018 και από 11.10.2018 με αριθμό καταθ. 45/2018 αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκησή τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, τόσο η αναιρεσείουσα στην πρώτη των αιτήσεων, όσο και οι αναιρεσείοντες στη δεύτερη τούτων αντίστοιχα, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 192 § 2 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Ειδικά για τους αναιρεσίβλητους στη δεύτερη των αιτήσεων αναίρεσης τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να καθοριστούν ενιαία για τους δυο πρώτους αναιρεσίβλητους και τα ανήλικα τέκνα τους που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και χωριστά για την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία..."Ν.

I.- Ν. Π. ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από διαφορετικό δικηγόρο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 4.6.2018 με αριθμό καταθ. 29/2018 και από 11.10.2018 με αριθμό καταθ. 45/2018 αιτήσεις αναίρεσης της με αρ. 86/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Απορρίπτει την από 4.6.2018 με αριθμό καταθ. 29/2018 αίτηση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην αμέσως παραπάνω αίτηση στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων στην ίδια αίτηση τα οποία καθορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 11.10.2018 με αριθμό καταθ. 45/2008 αίτηση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην αμέσως παραπάνω αίτηση στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων στην ίδια αίτηση τα οποία καθορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε εκπροσωπούμενο με διαφορετικό δικηγόρο μέρος αυτών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση των ως άνω αναιρέσεων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ