Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove voluntary execution of the annulled judgment.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to order evidence regarding voluntary execution of the annulled agreement, yet the court ruled this argument inadmissible. The court held that the burden of proving voluntary or forced execution lies solely with the applicant, and since no such proof was presented, the appeal was rejected.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 579 para. 2 and 581 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The applicant bears the burden of proving voluntary or forced execution of the annulled judgment, and failure to provide such proof renders the appeal inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 988 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 988/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ-ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στον Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χαχώλου-Θανοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Υπουργού Οικονομικών, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον προϊστάμενο κτηματικής περιουσίας Δυτικής Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευγενία Βελώνη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4780/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 5965/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 10 Ιανουαρίου 2001 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1659/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια, προκειμένου να αποφανθεί περί του παραδεκτού ή μη της άσκησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εκδόθηκε η 38/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε ότι η 5965/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου το οποίο με τη σειρά του εξέδωσε την 1018/2003 απόφαση, βάσει της οποίας αναιρέθηκε η 5965/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παραπάνω Εφετείο, να δικαστεί ξανά, από άλλους δικαστές. Κατόπιν εκδόθηκε η 1762/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 14 Μαϊου 2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 291/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την τελευταία εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Τέλος το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1380/2006 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) Στο άρθρο 94 παρ. 1, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ. 1 , η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 97 παρ. 1, ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα..... .δ) στο άρθρο 97 παρ. 3 ότι η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της δ) στο άρθρο 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, δ) στο άρθρο 576 παρ. 1, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και ε) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι, αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παριστάς προσηκόντως διάδικος δεν έχει κλητευθεί κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων είχε παράσχει στον παριστάμενο ως πληρεξούσιό του δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ. 9/03), εκτός αν ο μη παριστάμενος νομίμως αναιρεσείων, έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο νομίμως αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που έγινε με εκφώνησή της με τη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (12.2.2007) η αναιρεσείουσα, εκπροσωπήθηκε, δια δηλώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την δικηγόρο Ελένη Χαχώλου-Θαναπούλου, η οποία προσκομίζει το υπ' αριθμ, 370/11.09.2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Σοφίας Λυμπεροπούλου, από το οποίο προκύπτει, ότι ο ...., ως ειδικά εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος και ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της εδρεύουσας στον Παναμά αναιρεσείουοας εταιρίας, διορίζει ως πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της την παραπάνω αναφερόμενη δικηγόρο για να εκπροσωπεί την αναιρεσείουσα και να παρίσταται για λογαριασμό της σε όλα γενικά τα Eλληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες.
Το πληρεξούσιο αυτό, που χορηγήθηκε στην παρασταθείσα ως πληρεξουσία της αναιρεσείουσας δικηγόρο, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 12.9.2006, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, και επομένως κατά την συζήτηση της αναίρεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (12.2.2007) δεν ίσχυε η δοθείσα σ' αυτή με το άνω πληρεξούσιο πληρεξουσιότητα και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα μη παρασταθείσα όπως ο νόμος ορίζει, δεν συμμετέσχε στη δίκη νομίμως.
Από το προσκομιζόμενο από το
αναιρεσίβλητο Eλληνικό Δημόσιο αντίγραφο του επιδοθέντος σ' αυτό αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτού από 27.6.06 επισημειωματική πράξη του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, με την κάτω απόαυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με εντολή της άνω δικηγόρου Ελένης Χαχώλου, ως πληρεξουσίας της αναιρσείουσας, στο αναφεσίβλητο, την 27η Ιουνίου 2006. Επομένως, αφού η προαναφερομένη δικηγόρος, είχε διορισθεί νομίμως ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας με το παραπάνω πληρεξούσιο, το οποίο κατά την επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση αναίρεσης ίσχυε, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και η μη νομίμως παρασταθείσα αναιρεσείουσα.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη συμμόρφωση του δικαστηρίου της παραπομπής με την αναιρετική απόφαση, ιδρύεται όταν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση με την αναιρετική απόφαση, δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση αυτή, δεν ακολούθησε δηλαδή ως προς το νομικό ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ζι1τημα τη λύση που δόθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Εξ άλλου από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ιδίου ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια τα διάταξης αυτής νοείται κάθε αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νομική μορφή αυτής, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε είναι ιδίως αυτή της αγωγής, κύριας και αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, αντένστασης και γενικά της απόφανσης σε "πράγματα" κάθε είδους, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Νοείται επίσης και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης. Τέτοια αίτηση, που αν αφεθεί αδίκαστη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αποτελεί και η κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ παραδεκτώς υποβληθείσα ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής αίτηση του διαδίκου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε.
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι η αναιρετική απόφαση με την οποία ο ΄Αρειος Πάγος κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αποφαίνεται ότι αφέθηκε αδίκαστη από το δικαστήριο της ουσίας αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως (εκούσιας ή αναγκαστικής) της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και για το λόγο αυτό αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 αρ. 2 ΚΠολΔ, δεν επιλύει το νομικό ζήτημα της συνδρομής των κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ιδίου κώδικα ουσιαστικών προϋποθέσεων για την παραδοχή της αίτησης αυτής και κατ' ακολουθίαν το δικαστήριο της παραπομπής, επιλαμβανόμενο της εκδίκασης της αίτησης αυτής δεν δεσμεύεται στην την κρίση του για τη συνδρομή ή όχι των κατά νόμο προϋποθέσεων για την παραδοχή της αίτησης, μπορεί δε να απορρίψει αυτή διότι δεν συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκθέτει τα εξής: ΄Οτι με το υπ' αριθμ. 20/1998 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση κοινοχρήστου πράγματος, που εκδόθηκε εις βάρος της από την αρμοδία Κτηματική Υπηρεσία καθορίστηκε αποζημίωση εις βάρος της και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι κατά του πρωτοκόλλου αυτού άσκησε ανακοπή η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αρθμ. 4.780/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών και τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 5.965/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1.018/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ζ τμήμα) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο. Ότι κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά από αναίρεση και παραπομπή στο εφετείο υπέβαλε νομίμως με τις προτάσεις της αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτή, με σκοπό να αποφύγει την εις βάρος της εκτέλεση του πρωτοκόλλου και την αποφυγή προσαυξήσεων, στις 21.12.1999, 28.1.2000 και 18.7.2000 κατέβαλε εκουσίως αντίστοιχα για την εξόφληση του ποσού της αποζημίωσης που είχε καθορισθεί με το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, τα ποσά των 25.000.000, 11.000.000 και 4.165.852 δραχμών.
Ότι με την υπ' αριθμ. 1.762/2004 απόφαση του εφετείου, μετά παραπομπή, ακυρώθηκε το παραπάνω πρωτόκολλο πλην όμως το εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της αιτήσεώς της για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Ότι κατά της απόφασης αυτής του εφετείου άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή με την υπ΄ αριθμ. 291/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ζ πολιτικό τμήμα) και αφού αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου εν μέρει ως, ως προς το κεφάλαιο της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά παραδοχή ως βασίμου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρεθέν αυτό κεφάλαιο στο ίδιο εφετείο.
Ότι επαναφέρθηκε η υπόθεση στο εφετείο αυτό, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 1380/2006 (ήδη προσβαλλόμενη με αναίρεση) απόφασή του απέρριψε την αίτησή της περί επαναφοράς των πραγμάτων, κυρίως μεν ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η επικαλουμένη από την αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εκουσία εκτέλεση δεν έγινε προς συμμόρφωση αυτής με την αναιρεθείσα απόφαση, αφού αυτή δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό, αλλά τέτοιο τίτλο αποτελούσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, επικουρικώς δε με την αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω καταβολές έγιναν από την ήδη αναιρεσείουσα προς εξόφληση του ποσού της αποζημίωσης που είχε καθορισθεί εις βάρος της με το πρωτόκολλο αυτό.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής του εφετείου ζητεί με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση ότι με το να απορρίψει την αίτησή της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ως μη νόμιμη, δεν συμμορφώθηκε με την παραπάνω υπ' αριθμ. 291/2005 αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό θέμα που επιλύθηκε από τον 'Αρειο Πάγο με την απόφασή του αυτή, ότι η αίτηση της ήδη αvαιρεσείουσας ήταν νόμιμη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τον αριθμ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως αναπτύχθηκε, ο 'Αρειος Πάγος με την παραπάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 291/2005 αναιρετική του απόφαση δεν έκρινε για το νομικό αυτό ζήτημα. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στο δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 3 ιδίου κώδικα, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Τα ανωτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου, αφού συνεπεία της επικυρώσεώς της θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεσεθείσα. Όπως σαφώς από τη διάταξη αυτή προκύπτει η εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται από τον αιτούντα και δεν εκδίδεται περί τούτου απόφαση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στο εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά στην πριν την εκούσια εκτέλεση της αναιρεθείσας κατάσταση, χωρίς να διατάξει αποδείξεις για τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι αυτή κατέβαλε το ποσό της αποζημίωσης που είχε, καθορισθεί με το ακυρωθέν πρωτόκολλο.
Εφόσον όμως δεν εκδίδεται από το Δικαστήριο περί τούτου σχετική απόφαση περί αποδείξεως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ως απαράδεκτος επίσης είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος και ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του, διότι με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το εφετείο ως προς την επικουρική αιτιολογία της που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης, ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι καταβολές της ήδη αναιρεσείουσας προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, έγιναν προς εξόφληση της καθορισθείσας με το ακυρωθέν πρωτόκολλο αποζημίωσης.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/57 και την Υ.Α. 134423/92.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2006 αίτηση της εδρεύουσας στον Παναμά Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.380/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από ευρώ διακόσια ενενήντα τρία (293).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ