Legislator Giurisprudenza & Legislazione
987/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on statutory termination of transport allowances during financial crisis.

Numero d'incarto 987/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against a second-instance judgment regarding the termination of their transport allowances. The court found the lower court's application of Article 30 of Law 4024/2011 correct, noting that the statutory cessation of these allowances was not unilateral but legally mandated by the state's financial crisis measures. Consequently, the court ruled that the employees' claims regarding constitutional violations and unjust enrichment were unfounded and rejected the appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; Article 96(3) of the Code of Civil Procedure; Article 63 of Law 4024/2011: The Supreme Court may examine a case ex officio when a party fails to appear or participate properly, and statutory termination of allowances during a financial crisis does not violate constitutional rights or the right to a dignified life.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility transport allowances statutory termination financial crisis unjust enrichment labor law constitutional rights

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 30(1) of Law 4024/2011
Article 2(1) of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 904 of the Civil Code
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 987 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 987/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1…… και 23.Κ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Οι 7ες (α και β), 10ος, 16η και 20ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.) - Ν.Π.Δ.Δ.", που εδρεύει στον Άλιμο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, η οποία δήλωσε ότι το ως άνω νομικό πρόσωπο μετονομάσθηκε σε "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.)" και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2009/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6832/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992 ΑΠ 306/2020).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 29-11-2021 και με αριθ. κατ. 9373/1152/30-11-2021 αίτησης αναίρεσης των 24 αναιρεσειόντων (στο δικόγραφο της αναίρεσης αριθμούνται 23 αναιρεσείοντες, διότι υπό τον αριθμό 7 αναφέρονται με τα στοιχεία 7α και 7β δύο αναιρεσείουσες) κατά του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (πρώην Ο.Α.Ε.Δ.) έλαβε χώρα για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (28-2-2023) με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την με αριθ. / 10887Ζ'/12-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Λ., σύμφωνα με την οποία η επίδοση της αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσίβλητο έλαβε χώρα μετά από γραπτή παραγγελία του Σ.

Π., ως πληρεξουσίου δικηγόρου όλων των αναιρεσειόντων. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι 7α, 7β, αναιρεσείουσες καθώς και οι 10ος, 16η και 20ος αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό των λοιπών αναιρεσειόντων είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και ως προς τους, ως άνω απόντες αναιρεσείοντες αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους ΝΠΔΔ κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση αυτής θεωρούνται δικονομικά απόντες και, αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικο τους Δ.ΥΠ.Α..

πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την κρινόμενη από 20-11-2021 και με αριθ. κατ. 9373/1152/30-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6832/11-12 2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 18-12-2018 και με αριθ. κατ. 8498/20-12-2018 έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθ. 2009/29-10-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 1-8-2016 και με αριθ. κατ. 49540/1504/5-8-2016 αγωγής των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 ν. 1836/1989, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 11 ν. 3144/2003 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 ν. 3302/2004, ορίζεται ότι: "για την αποδοτικότερη λειτουργία των Υπηρεσιών Απασχόλησης του ΟΑΕΔ μπορεί με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας που εκδίδεται με γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ να ορίζεται η εκτέλεση εξωτερικής υπηρεσίας από υπαλλήλους των Γραφείων Απασχόλησης του ΟΑΕΔ και η καταβολή σε αυτούς κατά μήνα κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης.

Με τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να καθορίζεται ανάλογη ρύθμιση για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ προσωπικού ΟΑΕΔ όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, οι οποίοι απασχολούνται με τη μελέτη, κατάρτιση, εφαρμογή, έλεγχο προώθηση και υποστήριξη των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και απασχόλησης, καθώς και ασφάλισης της ανεργίας που εκτελούνται από τον Οργανισμό και επιχορηγούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Κατ'εξουσιοδότηση δε της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983 εκδόθηκε η 2/87205/0022/22-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στην οποία ορίζεται ότι "Καθορίζουμε σε τριακόσια (300) ευρώ μηνιαίως το ποσό που καταβάλλεται ως έξοδα κίνησης στους τακτικούς, με σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου,χρόνου αντίστοιχα υπαλλήλους του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) όλων των κλάδων και ειδικοτήτων ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ,ΥΕ......για τη μελέτη, κατάρτιση, εφαρμογή, έλεγχο, προώθηση και υποστήριξη προγραμμάτων Επαγγελματικής Κατάρτισης, Απασχόλησης, καθώς και Ασφάλισης της Ανεργίας, που εκτελούνται από τον ΟΑΕΔ και επιχορηγούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. γ' αυτού, εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ΝΠΔΔ, ορίζεται ότι "πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου (στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα κίνησης των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ), όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού".

Με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου .......Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 1α και 32 παρ. 1 και 4 ν. 4024/2011 προκύπτει ότι από 1-11-2011 οι διατάξεις, που πέραν των επιδομάτων και παροχών του Β' κεφαλαίος προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονταν με τις ισχύουσες μέχρι την 1-11-2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου δεν καταργούνται γενικώς και αδιακρίτως, αλλά καταργούνται όταν καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ΝΠΔΔ.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011 από 1-11-2011 καταργήθηκαν και τα καταβαλλόμενα ανεξαρτήτως της μετακίνησης του δικαιούχου έξοδα κίνησης των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΟΑΕΔ. Κατά συνέπεια, οι σχετικές, ως άνω, διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως ίσχυε και της ΚΥΑ 2/87205/0022/22-12-2008, έπαυσαν να ισχύουν, αφού καταργήθηκαν με το άρθρο 32 παρ. 1 ν. 4024/2011, ενώ στην περικοπή του άρθρου 30 ν. 4024/2011 δεν υπόκεινται οι πραγματικές δαπάνες που έγιναν για συγκεκριμένες υπηρεσιακές μετακινήσεις, όπως τα έξοδα μετακίνησης εντός έδρας του ν. 2685/1999 (ΑΠ 253/2016).

Περαιτέρω, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών αποτελεί και η αξίωση για καταβολή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις, χωρίς όμως με την εν λόγω διάταξη να κατοχυρώνεται δικαίωμα ή σύνταξη ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ' αρχήν διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες συνθήκες.

Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την παραπάνω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται και λόγοι συναπτόμενοι με την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως, σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος.

Η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Η επέμβαση δε του νομοθέτη στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση με αυτόν.

Με τις ρυθμίσεις του ν. 4024/2011 επιδιώχθηκε, ενόψει της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, η μείωση των δαπανών του κράτους και ο εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα και, ειδικότερα της πολιτικής των επιδομάτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης.

Οι σκοποί αυτοί αποτελούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, που δικαιολογούν επαρκώς τη θέσπιση νέου μισθολογίου. Με τα δεδομένα αυτά, η ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011, με την οποία δεν εισάγονται μέτρα απρόσφορα και μάλιστα προδήλως για την επίτευξη των, ως άνω, επιδιωκόμενων σκοπών δημόσιου συμφέροντος δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από κάποια συνταγματική διάταξη ή αρχή δικαίωμα σε ορισμένου ύψους αποδοχές και δεν αποκλείεται η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΑΠ 1108/2022, ΑΠ 574/2021).

Εξάλλου, η ρύθμιση του ν. 4024/2011 και, ειδικότερα, του άρθρου 30 αυτού, δεν παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς μέσα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης, η επίμαχη κατάργηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει τους υπαγόμενους στο ν. 4024/2011 υπαλλήλους στο βαθμό εκείνο που θα προσέβαλε την αξιοπρεπή τους διαβίωση (ΟλΣτΕ 3177/2014).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 εδ.

α' του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας (ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 632/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 1-8-2016 αγωγή, οι αρχικώς 24 ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι καθένας από αυτούς προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους και ειδικότητες. Ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους πραγματοποιούσαν και εξωτερική υπηρεσία αναφορικά με τη μελέτη, κατάρτιση, εφαρμογή, έλεγχο, προώθηση και υποστήριξη προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και απασχόλησης, ελάμβαναν δε κάθε μήνα, κατ' αποκοπή, έξοδα κίνησης ποσού 300 ευρώ, κατ' εφαρμογή των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως αυτό ίσχυε και στην με αριθ. 2/87205/0022/22-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

Ότι υποστήριξαν τα προγράμματα του εναγομένου, είτε η υποστήριξη αυτή είχε τη μορφή πραγματικής κίνησης είτε όχι. Ότι το εν λόγω ποσό ελάμβανε το σύνολο των εργαζομένων του εναγομένου. Ότι το τελευταίο, από 1-11-2011 έπαυσε να τους το καταβάλλει επικαλούμενο τις, προβλέπουσες την κατάργηση των εξόδων κίνησης, διατάξεις του ν. 4024/2011, που έκτοτε άρχισε να ισχύει.

Ότι δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα έξοδα κίνησης αποτελούσαν μικτή περίπτωση, που δεν ρυθμιζόταν από το ν. 4024/2011, καθόσον η καταβολή τους προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 13 ν. 1346/1983 τόσο σε συνάρτηση με την κίνηση του υπαλλήλου, όσο και ανεξάρτητα από αυτήν.

Ότι, επομένως, η μη καταβολή των εξόδων κίνησης, συνεπεία της οποίας στερήθηκαν μέρος των τακτικών αποδοχών τους, έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες διατάξεις (του ν. 1346/1983 και της ΚΥΑ), όσο και με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Επικουρικώς ισχυρίσθηκαν ότι το εναγόμενο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερο με ζημία αυτών, η οποία συνίσταται στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν καταβάλλοντος εξ ιδίων τα έξοδα κίνησης, την οποία το εναγόμενο ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο με βάση τις, ως άνω, διατάξεις, άλλως και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφενός μεν να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για έξοδα κίνησης το αντίστοιχο ποσό για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως την άσκηση της αγωγής νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, αφετέρου δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα για έξοδα κίνησης το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 2009/2018 οριστική απόφαση, θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε από τον αρχικώς 7° ενάγοντα, μετά την παραίτηση αυτού από το σχετικό δικόγραφο, θεώρησε τη δίκη βιαίως διακοπείσα ως προς τον, εν τω μεταξύ αποβιώσαντα, 8° ενάγοντα και εκουσίως επαναληφθείσα από τις νόμιμες κληρονόμους του, έκρινε ότι η αγωγή είναι εν μέρει νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο ποσό.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την, ως άνω, έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, διέλαβε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες κρίσιμες νομικές παραδοχές: " ....με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως αυτό ίσχυε στις 31-10-2021 και της υπ' αριθ. 2/87205/0022/22-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, προβλέπονταν η καταβολή εξόδων κίνησης στους υπαλλήλους του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., ανεξαρτήτως της μετακίνησής τους.

Άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή ότι το εναγόμενο τους κατέβαλε μέχρι την 31-10-2011 το ποσό των 300 ευρώ μηνιαία ως έξοδα κίνησης, ανεξάρτητα από το εάν μετακινούνταν εκτός της υπηρεσίας τους ή όχι. Οι παραπάνω διατάξεις όμως εφόσον προέβλεπαν την καταβολή εξόδων κίνησης ανεξάρτητα από την μετακίνηση των υπαλλήλων, καταργήθηκαν από την 1-11-2011, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4024/2011......Συνακολούθως, η μη καταβολή από την 1-11-2011 προς τους ενάγοντες των εξόδων κίνησης, εφόσον έγινε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, δεν μπορεί να συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων.......Οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί του ότι η μη καταβολή στους ενάγοντες των εξόδων κίνησης παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, διότι επιφέρει μειώσεις των αποδοχών τους θέτοντας σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των ιδίων και των οικογενειών τους, είναι απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμοι, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δικαίωμα σε ορισμένου ύψους αποδοχές, ενώ περαιτέρω, μέσα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η επίδικη παρέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει τους ενάγοντες στο βαθμό εκείνο που θα προσέβαλε την αξιοπρεπή τους διαβίωση.....Περαιτέρω, η επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι από την 1-11-2011 και εφεξής κατέβαλαν οι ίδιοι τα έξοδα κίνησης και τις απαραίτητες δαπάνες για την εκτέλεση της εργασίας τους, τις οποίες εξοικονόμησε το εναγόμενο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτό αδικαιολογήτως πλουσιότερο με αντίστοιχη ζημία των ιδίων, είναι επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το εναγόμενο δεν καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, καθώς από την 1-11-2011 και εφεξής δεν καταβάλλει προς τους ενάγοντες τα έξοδα κίνησης που προβλέπονταν από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως αυτό ίσχυε στις 31-10-2011 και την υπ' αριθ. 2/87205/0022/22-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής προστασίας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011, οι δε ενάγοντες εφόσον έκτοτε υποβάλλονται σε δαπάνες για έξοδα κίνησης δύνανται να τα αναζητήσουν από το εναγόμενο, είτε με βάση τις διατάξεις του ν. 2685/1999, είτε, μετά την 19-8-2015, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος Δ9 του ν. 4336/2015".

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση: Α) δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως ίσχυε και τις διατάξεις της, ως άνω, ΚΥΑ 2/87205/0022/22-12-2008, με τη μη εφαρμογή τους, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011 με την εφαρμογή της. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, με το άρθρο 30 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4024/2011, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. γ' αυτού, οι υπάλληλοι που συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με Ν.Π.Δ.Δ., όπως οι ενάγοντες, καταργήθηκαν από 1-11- 2011 τα κατά μήνα κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης, ποσού 300 ευρώ, που καταβάλλοντο, μεταξύ άλλων, στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΟΑΕΔ, όπως οι ενάγοντες, με βάση τις παραπάνω διατάξεις του ν. 1346/1983, όπως ίσχυε και της, ως άνω, ΚΥΑ, εφόσον η καταβολή τους προβλεπόταν ανεξάρτητα από τη μετακίνηση των δικαιούχων υπαλλήλων.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων-αναιρεσειόντων ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε, διότι τα καταβαλλόμενα σ' αυτούς κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης (ποσού 300 ευρώ μηνιαίως) αποτελούσαν μικτή περίπτωση μη ρυθμιζόμενη από την εν λόγω νόμο, καθόσον η καταβολή τους προβλεπόταν στο άρθρο 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως ίσχυε, τόσο σε συνάρτηση με τη μετακίνηση του υπαλλήλου, όσο και ανεξάρτητα από αυτήν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προεκτέθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα εν λόγω κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης καταβάλλοντο σε όλους τους υπαλλήλους του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, με δυνατότητα μετακίνησής τους ή μη, η σχετική δε, ως άνω, ΚΥΑ, που φέρεται ως παραβιασθείσα, ουδόλως προέβλεπε, ως κριτήριο για την καταβολή αυτών την εκτέλεση εξωτερικής υπηρεσίας.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, στην περικοπή του άρθρου 30 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4024/2011 δεν υπόκεινται τα πραγματικά έξοδα, που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες για συγκεκριμένες υπηρεσιακές μετακινήσεις (που δεν προσδιορίζονται στην αγωγή), αντικείμενο όμως της παρούσας δίκης είναι τα (καταργηθέντα σύμφωνα με τα παραπάνω) κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Β) δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 2112/1920, που αφορά τη μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, εφόσον το εναγόμενο προέβη από 1-1-2011 στη διακοπή καταβολής των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης όχι μονομερώς, αλλά κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Γ) δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η κατάργηση των ενδίκων εξόδων κίνησης με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011 δεν αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, αφενός μεν δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δικαίωμα σε αποδοχές ορισμένου ύψους, αφετέρου δε, μέσα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η επίδικη ρύθμιση που εξυπηρετεί την επίτευξη σκοπών που αποτελούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει τους ενάγοντες στο βαθμό εκείνο που θα προσέβαλε την αξιοπρεπή τους διαβίωση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Δ) δεν παραβίασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, ο επικαλούμενος πλουτισμός του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, λόγω μη καταβολής, από 1-11-2011, στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης, ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, επήλθε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα από νόμιμη αιτία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 4024/2011.

Με την ένδικη δε αγωγή, δεν ζητούνται οι πραγματικές δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε κάθε ενάγων- αναιρεσείων για συγκεκριμένες υπηρεσιακές μετακινήσεις που πραγματοποίησε κατ' εντολή του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ώστε να τίθεται ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού του τελευταίου από τη μη καταβολή τους στους ενάγοντες, με ζημία των τελευταίων.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσείοντες με αριθμούς, 7α, 7β, 10, 16 και 20.

-Κηρύσσει απαράδεκτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες.

-Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 29-11-2021 και με αριθ. 9373/1152/30-11-2011 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 6832/11-12-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ