Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted a deed, ruling the appeal lacks merit.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Piraeus's decision regarding land ownership. The appellant argued the lower court distorted a specific tax deed by omitting prior transfer dates, but the court found this claim unmeritorious. The court ruled that the lower court did not rely solely on the disputed document but evaluated it alongside other evidence, and the appellant's legal arguments were therefore inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 no. 20 C.P.D.; The court's finding of fact does not constitute a distortion of a document unless it accepts facts clearly different from those stated, provided the court did not rely exclusively on the document for its evidentiary conclusion.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 987 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 987/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α. και της Ά., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Σταράντζη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ» (Π.Ε.Τ.) που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.03.2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 07.10.2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 07.10.2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 837/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 14.12.2016 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 184/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 57/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28.02.2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, διαδικαστικής διαδρομής:
Ο αναιρεσείων Κ. Σ. με την από 06.03.2012 αγωγή κατά της εναγομένης Ε. Χ., μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος, 69,80 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου.
Η αγωγή αυτή συνεκδικάσθηκε με τις από 07.10.2013 κύριες παρεμβάσεις – αυτοτελείς αγωγές του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία, «Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΠΕΤ)» και του Ελληνικού Δημοσίου, μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, και εκδόθηκε η αριθμ. 837/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ’ ουσία την αγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε τις κύριες παρεμβάσεις – αγωγές.
Κατά της απόφασης αυτής οι κυρίως παρεμβαίνοντες – ενάγοντες, Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΠΕΤ) και Ελληνικό Δημόσιο, άσκησαν εφέσεις και εκδόθηκε η αριθμ. 483/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε κατ’ ουσίαν τις εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 14.12.2016 αναίρεση από το κυρίως παρεμβαίνον – ενάγων, Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΠΕΤ), η οποία έγινε δεκτή με την 184/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1α' ΚΠολΔ, και ειδικότερα για το λόγο ότι η ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αντιτάσσεται έναντι ΝΠΔΔ, παρά μονο έναντι του Δημοσίου, παρέπεμψε δε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, Μονομελές Εφετείο Πειραιά, για περαιτέρω εκδίκαση.
Το τελευταίο με την 57/ 2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 21.05.2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου «Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου (ΠΕΤ)», εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τα αναφερόμενα σ’ αυτή κεφάλαιά της, ακολούθως δε, απέρριψε κατ’ ουσία την αγωγή του αναιρεσείοντος Κ. Σ. και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κύρια παρέμβαση – αγωγή του «Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου (ΠΕΤ)».
Κατά της τελευταίας απόφασης ο ενάγων – καθ’ ου η κύρια παρέμβαση – εναγόμενος Κ. Σ. άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Α1. Από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο πράγμα, δηλαδή εκείνος που απέκτησε και ασκεί πάνω σ’ αυτό φυσική εξουσία (κατοχή) με διάνοια κυρίου (νομή), για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία). Στο άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3127/2003 «τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 67/19-3-2003)» ορίζεται ότι «Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου του, εφόσον: (α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή (β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις.
Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ» και ότι «Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.».
Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915. Έτσι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με τις στην παράγραφο 1 περ.
α' και β' διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις και εφόσον πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ. (ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 1824/2014), όπως τούτο προκύπτει από την αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου, κατ' αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων, αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους.
Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, κατά τρόπο ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα άλλων Ν.Π.Δ.Δ. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, που προβλέπουν την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου με χρησικτησία, πρέπει να ερμηνευθούν στενά και δεν επιτρέπεται η επέκταση της εφαρμογής τους και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από αυτή, η οποία, ρητώς και ειδικώς, μνημονεύεται στο παραπάνω νόμο, δηλαδή στην ακίνητη περιουσία του Δημοσίου, ενώ ως προς τις λοιπές περιπτώσεις (των ακινήτων των ΟΤΑ ή των Ν.Π.Δ.Δ.) δεν υφίσταται γνήσιο κενό του νόμου, αλλ’ ηθελημένη από το νομοθέτη αρνητική ρύθμιση, με την έννοια ότι επί ακινήτων του Δημοσίου, και μόνο, χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή.
Α2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: Τα επίδικα είναι δύο οικοπεδικά τμήματα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 323,11 τ.μ. και κατά τα κτηματολογικά στοιχεία, 301,62 τ.μ., και ένα οικόπεδο επίσης, εκτάσεως 89,39 τ.μ. και κατά τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία, 69,80 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στη θέση ...
μέσα στην περιφέρεια και το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου ... Αττικής στο οικοδομικό τετράγωνο Ο.Τ. … και επί της οδού .... Τα ως άνω εδαφικά τμήματα εμφαίνονται το μεν πρώτο με τα στοιχεία [...] και φέρει ΚΑΕΚ ..., το δεύτερο με τα στοιχεία [...] και φέρει ΚΑΕΚ ... στο προσκομιζόμενο από μηνός Σεπτεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ.
Μ. και συνορεύουν κατ’ αυτό το μεν πρώτο βορείως με οδό ... (προέκταση της αντίστοιχης οδού του Δήμου ..., πρώην ...), μεσημβρινώς με μη διανοιγείσα Α Πάροδο ..., δυτικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων I. Β. και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστων, το δε δεύτερο τμήμα βορείως επί πλευράς Ε5-16Θ' μήκους 4,37 μ. με ιδιοκτησία του ενάγοντος, μεσημβρινώς επί πλευράς 13Ε-17 μήκους 14,76 μ.
με μη διανοιγείσα Α Πάροδο ..., δυτικώς επί τεθλασμένης γραμμικής οριοθέτησης με τα στοιχεία Ε5-Ε4 μήκους 4 μ., Ε4-Ε3 μήκους 2,56 μ., E3-E2 μήκους 2,30 μ., Ε2-Ε1 μήκους 4,12 μ. και Ε1-13Ε' μήκους 7,62 μ... με ιδιοκτησία ταυ ενάγοντος και ανατολικώς επί πλευράς 16Θ' -17 μήκους 10,56 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων. Τα εν λόγω οικόπεδα αποτελούν τμήματα μείζονος εδαφικής έκτασης 10.000 στρεμμάτων με την ονομασία ...
και την προσωνυμία ..., η οποία περιλαμβάνει τις επιμέρους τοποθεσίες ..., ..., ... και ... και οριοθετείται βόρεια με λειβάδι ..., ανατολικά με λόφο ... ή ..., δυτικά με γαίες της Μονής Σκαραμαγκά και νότια με γαίες παραχωρηθείσες στον Π. Κ.. Η ειδικότερη τοποθεσία ..., εμβαδού 1.000 στρεμμάτων περίπου, ορίζεται βόρεια με όριο Αθηνών (βουνό ...), ανατολικά με ...
και δρόμο ..., δυτικά με όριο Αθηνών (βουνό ελαιών και δάσος) και νότια με θέσεις ... και ... (τρία πηγάδια) μέχρι την οδό προς Σαλαμίνα. Η Ιερά Μονή Αγίου Σπυρίδωνος είχε αποκτήσει την κυριότητα της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης του ... (περιλαμβανομένης και της τοποθεσίας ...), ως ασκούσα πράξεις νομής επ' αυτής από το έτος 1700 με την καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, την εκμίσθωση της χορτονομής και την απομάκρυνση των καταπατητών, με την πεποίθηση των οργάνων της ότι δεν υφίσταντο βλάβη τα δικαιώματα τρίτων, μέχρι τη διάλυσή της το έτος 1836, οπότε η περιουσία της περιήλθε αυτοδικαίως στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείο».
Το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκ του νόμου είχε αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του, εξακολούθησε να εκμισθώνει την έκταση αυτή ως χορτονομή καθ’ όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα. Επιπροσθέτως φρόντιζε για λογαριασμό του εν λόγω νομικού προσώπου για την εκδίωξη των καταπατητών, τη διενέργεια δημοπρασιών προς εκμίσθωση, την προστασία των μισθωτών, την εποπτεία, την επιτήρηση της έκτασης, καθώς και για την απόκρουση αυθαίρετων επεμβάσεων τρίτων.
Ενόψει των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών, δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων έχει αποκτήσει το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ορισμένοι εκ των μισθωτών της εν λόγω εκτάσεως αλλά και τρίτοι καταπάτησαν μέρος αυτής το οποίο κατέτμησαν, προκειμένου τα τμήματα αυτά να τα πωλήσουν ως οικόπεδα, ενώ τμήματα αυτής παραχωρήθηκαν εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τρίτους ιδιώτες. Συγκεκριμένα, ως προς τα επίδικα, αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος – πρώτου των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, Α.
Μ., τα απόκτησε σε μείζονα έκταση, δυνάμει του υπ’ αρ. .../1953 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Χρήστου Χατζηνικολή, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …. Στις 12 Αυγούστου 1967 ο Α. Μ. μεταβίβασε με ιδιωτικό συμφωνητικό τα επίδικα ως τμήμα ευρύτερων εκτάσεων στον ενάγοντα – πρώτο των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, ο οποίος έκτοτε αποκτά τη νομή τους, την οποία ασκεί ως προς τα επίδικα έως και σήμερα, συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας επ' αυτών εμφανείς υλικές πράξεις, επιβλέποντάς τα τακτικά, οριοθετώντας τα, φροντίζοντας για τον καθαρισμό τους από αυτοφυείς κατ' έτος θάμνους, επιμετρώντας και περιφράσσοντάς τα, δίχως να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν.
Ειδικότερα ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση στις 12.08.1967 αγόρασε με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό από τον Α. Μ. του Ν., για την κάλυψη απαίτησής του κατά του τελευταίου εκ συμβάσεως δανείου, επτά αγροτεμάχια, νυν οικοπεδικές εκτάσεις, που βρίσκονται στη θέση «...» των Δήμων ... και ... και εμφαίνονται στα υπ' αρ. 2 και 3 από Ιανουαρίου 1953 σχέδια – πίνακες διανομής του Μηχανικού Δ.
Μ., που έχουν προσαρτηθεί στον ανωτέρω τίτλο κτήσεως του δικαιοπαρόχου πωλητή (υπ’ αρ. 18490/1953 συμβόλαιο), έκτοτε δε εγκαταστάθηκε ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση στη νομή των ως άνω ακινήτων. Στα ως άνω αγροτεμάχια περιλαμβανόταν έκταση εμβαδού 1.386 τ.μ., η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία XVII Α στον από 02.01.1953 υπ’ αρ. 3 πίνακα – σχέδιο του Μηχανικού Δ.
Μ., που έχει επίσης προσαρτηθεί στο ως άνω αναφερόμενο συμβόλαιο.
Ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση το μήνα Νοέμβριο του έτους 1970 οριοθέτησε και περιέφραξε την ως άνω ιδιοκτησία, από την οποία είχε απομείνει, λόγω των εκρηκτικών ανατινάξεων όμορου λατομείου, έκταση 750 τ.μ., τον δε μήνα Ιούλιο του έτους 1991, οριοθέτησε εκ νέου την ως άνω ιδιοκτησία, εκτάσεως, μετά τη ρυμοτόμηση, αυτής – λόγω εντάξεως στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...
και ειδικότερα στο Ο.Τ. …, 412,50 τ.μ.. Για την ως άνω εναπομείνασα, εντός σχεδίου πόλεως και ελεύθερης ρυμοτομίας, ιδιοκτησία, εκτάσεως 412,50 τ.μ., ο ενάγων υπέβαλε στη ΔΟΥ Κεφαλαίου Πειραιώς την υπ’ αρ. .../18-9-1991 δήλωση φόρου έκτακης χρησικτησίας και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο έκτακτης χρησικτησίας. Το έτος 1992, λόγω διαπληκτισμών με τους ιδιοκτήτες όμορου ακινήτου, οι οποίοι διατηρούσαν σιδηρουργικό εργαστήριο και εναπόθεταν στο νοτιομεσημβρινό τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του διάφορα αντικείμενα και κατόπιν διαβεβαίωσης αυτών περί επικείμενης άρσης της ανωτέρω κατάστασης, μετακίνησε την περίφραξη του ως άνω ακινήτου, αφήνοντας εκτός αυτής, εδαφικό τμήμα εμβαδού 89,39 τ.μ. (το οποίο αποτελεί επίδικο εδαφικό τμήμα).
Ακολούθως, ο Δήμος ..., επικαλούμενος κυριότητά του στο ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της υπ’ αρ. 3/16-3-1988 πράξης εφαρμογής, προέβη στη διχοτόμηση αυτού – εκτάσεως κατά την κτηματογραφική ή επιμέτρηση 371,42 τ.μ. – σε δύο οικόπεδα, ήτοι το υπό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 182 τ.μ. και το υπό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 189,42 τ.μ. και στη συνέχεια παραχώρησε το δεύτερο εξ αυτών στην εναγομένη – δεύτερη των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση (μη διάδικο στην παρούσα δίκη).
Για το τμήμα, εμβαδού 323,11 τ.μ., ήτοι το εντός της ως άνω περίφραξης τμήμα αυτής, ο ενάγων αναγνωρίσθηκε κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δυνάμει της υπ’ αρ. 4161/2007, ήδη τελεσίδικης, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί αγωγής του κατά του Δήμου ... και της ήδη εναγομένης, καταχωρήθηκε δε το εμπράγματο δικαίωμά του και στα οικεία κτηματολογικά στοιχεία, η δε ως άνω ιδιοκτησία, εκτάσεως κατά τα κτηματογραφικά στοιχεία 301,62 τ.μ., περιγράφεται υπό τα ειδικότερα στοιχεία στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και φέρει ΚΑΕΚ ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και επί του άλλου τμήματος των 69,80 τ.μ. ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση ασκούσε τις ίδιες διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως. Ακολούθως, όμως, ενόψει της παραδοχής ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα στο κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.), για την προστασία της περιουσίας του οποίου εφαρμόζονται οι περί προστασίας των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου διατάξεις, απαιτείται, προκειμένου να αποκτήσει ιδιώτης δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού, να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με συνεχή επί τριακονταετία άσκηση νομής, με καλή πίστη, μέχρι τις 11.09.1915, ενώ μεταγενέστερες διακατοχικές πράξεις, ακόμη και με διάνοια κυρίου διενεργηθείσες, ουδεμία απολύτως έννομη επιρροή ασκούν και δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάλυση του δικαιώματος κυριότητας του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)» και την περιέλευση της κυριότητας αυτού στο χρησιδεσπόζοντα. Πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ενώ ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση επικαλέσθηκε, με τις νομίμως κατατεθείσες (πρωτοδίκως) προτάσεις του, πράξεις φυσικής εξουσίασης με καλή πίστη, διανοία κυρίου επί των επίδικων ακινήτων, δικές του από το έτος 1967 και του άμεσου δικαιοπαρόχου του από το έτος 1953, προκειμένου να θεμελιώσει την ένσταση ιδίας κυριότητάς του, δυνάμει της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατά τα ως άνω, δεν επικαλέσθηκε παραδεκτώς, καθ' υποφοράν με την άσκηση της ένδικης αγωγής ή με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας συζήτησης επί της ως ένδικης κύριας παρεμβάσεως του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)», άσκηση πράξεων νομής από απώτερους δικαιοπαρόχους του στα επίδικα για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι τις 11-9-1915, [όπως απαιτείται εκ του νόμου, προκειμένου να καταστεί ιδιώτης κύριος κτήματος κυριότητας του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)», με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν προσβάλλουν κατ’ ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου, και ότι κατά τον τρόπο αυτόν κατέστησαν (οι απώτεροι δικαιοπαρόχοι του) κύριοι των επιδίκων.
Απαραδέκτως δε, ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση επικαλείται το πρώτον, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, προκειμένου να θεμελιώσει την κυριότητά του, νομή και κατοχή μεγαλύτερης έκτασης απώτερου προγόνου του δικαιοπαρόχου του από το έτος 1859 στην οποία έκταση εξακολουθούσαν να βρίσκονται οι κληρονόμοι απόγονοι αυτού έως το έτος 1951, γεγονότα, των οποίων, σε κάθε περίπτωση, μόνων η συνδρομή, δεν αρκεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Εξάλλου σε κάθε περίπτωση, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, έγγραφα, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις) δεν αποδείχθηκε ότι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος – πρώτου των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση νεμήθηκαν τα εν λόγω (επίδικα) ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών, διανοία κυρίων, υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, δηλωτικές, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, της βούλησής τους να τα εξουσιάζουν ως κύριοι, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη (κατά την ως άνω έννοια), για το ως άνω χρονικό διάστημα.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η μεταβίβαση προς τον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος – πρώτου των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση, που περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, και αφορά και στα επίδικα ακίνητα, ουδόλως προσπόρισε κατά νόμο κυριότητα σ’ αυτόν (άμεσο δικαιοπάροχο του) επί των εν λόγω ακινήτων με παράγωγο τρόπο, ελλείψει κυριότητας των δικαιοπαρόχων αυτού, ενώ ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ήταν δυνατή η επί των επιδίκων ακινήτων απόκτηση από τρίτο δικαιώματος κυριότητας μετά τις 11.09.1915, ακόμη και διά της άσκησης πράξεων νομής στα συγκεκριμένα ακίνητα, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρουν.
Εξάλλου, ο ενάγων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση δεν κατέστη κύριος των ως άνω ακινήτων, ούτε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) με βάση τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, η οποία, λόγω του ειδικού και εξαιρετικού της χαρακτήρα και της αδιάστικτης γραμματικής της διατύπωσης, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, εφαρμόζεται μόνον επί ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων, που ανήκουν σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ., ως προς τα οποία δεν αντιτάσσεται η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή χρησικτησία, ακόμη και εάν πρόκειται περί Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία εκτείνεται η προστασία του α.ν. 1539/1..., όπως είναι στην κρινόμενη περίπτωση το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)», το οποίο είναι διάφορο και ανεξάρτητο του Ελληνικού Δημοσίου, με διακεκριμένη περιουσία αυτής του Δημοσίου, της οποίας όμως η διαχείριση ασκείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, που επίσης το εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορεί να γίνει διασταλτική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, ώστε στο ρυθμιστικό της πεδίο να εμπίπτουν και άλλα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς η διάταξη αυτή, ως προβλέπουσα την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου με χρησικτησία είναι στενά ερμηνευτέα, μη επιτρεπομένης της επέκτασης της εφαρμογής της και σε άλλες περιπτώσεις, πλην της σε αυτή, ρητώς και ειδικώς, μνημονευομένης, ήτοι επί της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, οι οποίες περιπτώσεις κείνται εκτός της νομοθετικής βούλησης, ούτε όμως και ανάλογη εφαρμογή της και επί ακινήτων άλλων Ν.Π.Δ.Δ., αφού δεν υφίσταται γνήσιο κενό του νόμου, αλλά ηθελημένη από το νομοθέτη αρνητική ρύθμιση, υπό την έννοια, ότι επί ακινήτων του Δημοσίου και μόνο χωρεί η υπό τις προβλεπόμενες σ’ αυτήν προϋποθέσεις κτητική παραγραφή.
Περαιτέρω, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ο πρώτος των εφεσίβλητων – πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση – ενάγων προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης κύριας παρεμβάσεως, η οποία συνιστά ένσταση, για το λόγο ότι το κυρίως παρεμβαίνον επιχειρεί δολίως να σφετερισθεί την επίδικη ιδιοκτησία του, διά της εκδικαζόμενης, κατά παραπομπή, εφέσεώς του, καθώς η ιδιοκτησία του έχει προορισμό να καλύψει τον κοινωνικό και οικονομικό αυτής προορισμό, δηλαδή της αξιοποιήσεως του οικοπέδου του αυτού για τις στεγαστικές ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, κατά τα ειδικότερα σ' αυτές (προτάσεις) αναφερόμενα.
Τα επικαλούμενα, όμως, για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασης πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 241 του ΑΚ) και συνεπώς η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη κύρια παρέμβαση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν και, συνακόλουθα, δέχθηκε εν μέρει την από 06.03.2012 (αρ. καταθ. 2036/2012) αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του υπό ΚΑΕΚ .../…/… ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κτηματολογικό φύλλο στο οποίο να αποτυπώνεται τόσο το ήδη καταχωρηθέν υπό ΚΑΕΚ .../…/…, όσο και το υπό ΚΑΕΚ .../…/… και στο υπό δημιουργία ΚΑΕΚ να αναγραφεί ο ενάγων ως εμπράγματος δικαιούχος του ενιαίου πλέον ακινήτου, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της από 21.05.2015 (αρ. καταθ. 362/2015) ένδικης εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτής, που αφορούν στην ανωτέρω από 06.03.2012 (αρ.
καταθ. 2036/2012) αγωγή και στην από 07.10.2013 (αρ. καταθ. 7131/8-10-2013) κύρια παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)» και αφού κρατηθεί η υπόθεση, ως προς τα κεφάλαια αυτά, από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 του ΚΠολΔ), να δικασθεί η υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά, να ερευνηθούν εκ νέου και να απορριφθεί η από 06.03.2012 (αρ.
καταθ. 2036/2012 εξ. 115) αγωγή, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί ιδίας κυριότητας του πρώτου των καθ’ ων η από 07.10.2013 (αρ. καταθ. 7131/8-10-2013) κύρια παρέμβαση και περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτής (ως άνω κύριας παρέμβασης), να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή [η από 07.10.2013 (αρ. καταθ. 7131/8-10-2013)] κύρια παρέμβαση, να αναγνωρισθεί το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)» κύριο των (α) υπό KAEK ... και (β) υπό ΚΑΕΚ ... ακινήτων όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, να υποχρεωθεί ο πρώτος των καθών η κύρια παρέμβαση (Κ. Σ. του Α.) να αποδώσει στο κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.) τα παραπάνω επίδικα ακίνητα (με ΚΑΕΚ ...
και ΚΑΕΚ ...) και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... όσον αφορά στα παραπάνω ακίνητα, που έχουν καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... μετά των συστατικών και παραρτημάτων τους και στα οποία έχουν καταχωρηθεί ο ενάγων και η εναγομένη, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, αντίστοιχα, ώστε να καταχωρηθούν με δικαιούχο κυριότητας το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.). KAEK ... και β) υπό ΚΑΕΚ ... ακινήτων όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, να υποχρεωθεί ο πρώτος των καθ’ ων η κύρια παρέμβαση (Κ. Σ. του Α.) να αποδώσει στο κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (Π.Ε.Τ.) τα παραπάνω επίδικα ακίνητα (με ΚΑΕΚ ...
και ΚΑΕΚ ...) και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... όσον αφορά στα παραπάνω ακίνητα, που έχουν καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... μετά των συστατικών και παραρτημάτων τους και στα οποία έχουν καταχωρηθεί ο ενάγων και η εναγομένη, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, αντίστοιχα, ώστε να καταχωρηθούν με δικαιούχο κυριότητας το κυρίως παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ)». Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήματα μείζονος εδαφικής εκτάσεως, που αποτελεί δημόσιο κτήμα, ανήκουσα, κατά κυριότητα, αρχικά στην Ιερά Μονή του Αγίου Σπυρίδωνος και ,στη συνέχεια, μετά τη διαλυσή της, κατ'έτος 1836, στο κυρίως παρεμβαίνον – ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)» και ότι ενόψει των παραδοχών αυτών τα επίδικα ήσαν ανεπίδεκτα χρησικτησίας και δη της ειδικής – ιδιάζουσας χρησικτησίας, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του ν.3127/2003, η οποία ως ειδική και εξαιρετική εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, και όχι επί ακινήτων που ανήκουν σε ΝΠΔΔ.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος Κ. Σ. και δέχθηκε την κύρια παρέμβαση - αυτοτελή αγωγή του αναιρεσιβλήτου, Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον (Π.Ε.Τ.)», απορρίπτοντας τον ερειδόμενο, στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ισχυρισμό, περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε ότι τα επίδικα αποτελούν δημόσια κτήματα, ανήκοντα στο άνω ΝΠΔΔ, μη δεκτικά χρησικτησίας και δη της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν.3127/2003.
Συνεπώς, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο, από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες, οι δε λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο ότι το αναιρεσίβλητο Π.Ε.Τ. δεν απέδειξε την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος στη μείζονα εδαφική έκταση, τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα, η οποία ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ως διαδόχου του τουρκικού κράτους, είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος.
Β. Η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ παράβαση θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ'όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997). «Πράγματα», όμως, δεν είναι τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 430/2011), η άρνηση ή όχι της αγωγής (ΟλΑΠ 469/1984), η επίκληση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, όπως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα κ.λπ. (ΑΠ 220/2020), η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΑΠ 282/1975).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι δεν ελαβε υπόψη ''πράγματα'' που επικαλέστηκε και συγκεκριμένα:
(1) τη με αριθμό …/1953 γνωμάτευση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού,
(2Α) τη με αριθμό …/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας,
(2Β) τη δημοσίευση της άνω απόφασης στο ημερήσιο φύλλο της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ» της 27ης Φεβρουαρίου 1953,
(3) το περιεχόμενο των προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου,
(4) το …/1974 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αττικής, στο οποίο γίνεται αναφορά στα αριθμ. .../1859, .../1860, .../1865,.../1872, .../1872 και .../1886 συμβόλαια, τα οποία εαν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε στην κρίση ότι η μείζονα εδαφική έκταση, τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα, ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στο αναιρεσίβλητο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΠΕΤ), συνακόλουθα δε, θα έκρινε νόμιμη και, στη συνέχεια, ουσία βάσιμη την ερειδόμενη στο άρθρο 4 του Ν, 3127/2003 ένσταση, που παραδεκτά είχε προτείνει κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία παραδοχή είχε οδηγηθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 873/2015 απόφασή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η επίκληση των άνω αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους δεν αποτελεί «πράγμα» και, συνεπώς, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προταθέντων.
Γ1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και ενδίκου μέσου. Για να δημιουργηθεί δε ο από το άρθρο 559 άρ. 9 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου (αντιδίκου), γιατί ,αν άφησε αδίκαστη αίτηση του τελευταίου, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή της (ΑΠ 1293/2014).
Γ2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 564/2008). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος να προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 2246/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αριθμ. 9α' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως ,ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα απέρριψε την από 06/03/2012 αγωγή του, ενώ το αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο (ΠΕΤ) με την κύρια παρέμβασή του είχε ζητήσει την απόρριψη της από 13/12/2009 άλλης αγωγής.
Επίσης, με τον τέταρτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, «δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη κύρια παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου», διότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο κατ'άρθρο 223ΚΠολΔ, ζήτησε, να απορριφθεί η από 6/3/2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ με το δικόγραφο της κύριας παρέμβασης ζητούσε την απόρριψη άλλης, μη έχουσας με την ένδικη υπόθεση σχέση, από 13/12/2009 αγωγής .
Οι λόγοι αυτοί, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561παρ. 2ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της κύριας παρέμβασης του άνω Νομικού Προσώπου, προκύπτει, αυτή (κύρια παρέμβαση) ασκήθηκε στο πλαίσιο της από 06/03/2012 κύριας αγωγής του αναιρεσείοντος Κ.
Σ., η οποία και ενσωματώνεται στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης, από προφανή, όμως, παραδρομή το αναιρεσίβλητο -κυρίως παρεμβαίνον ΠΕΤ στο αιτητικό ζήτησε την απόρριψη της από 13/12/2009 αγωγής και όχι της από 06/03/2012 κύριας αγωγής, την οποία, ωστόσο, από 06/03/2012 αγωγή, ορθά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δίκασε και απέρριψε.
Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, από το άρθρο 559 αριθμ. 9γ' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη άφησε αδίκαστο το αίτημα του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος ΝΠΔΔ (ΠΕΤ), ως προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων Ε. Χ. .Ο λόγος αυτός είναι, ως προς το σκέλος αυτό, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή της πιο πάνω πλημμέλειας, καθόσον η φερόμενη ως αδίκαστη αίτηση αφορά στο αναιρεσίβλητο (κυρίως παρεμβαίνον) και όχι στον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, «δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη κύρια παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου», διότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο, κατ’ άρθρο 224ΚΠολΔ, μετέβαλε την ιστορική βάση της κύριας παρέμβασης - αγωγής του, διορθώνοντας – διευκρινίζοντας το σχετικό δικόγραφο «ως προς το ότι το επίδικο με ΚΑΕΚ ...
φέρεται στις κτηματολογικές εγγραφές ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Κ. Σ. (1ου καθ’ ου η κύρια παρέμβαση) και όχι ως ιδιοκτησία Ε. Χ. (2η καθ’ ης η κύρια παρέμβαση)».
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την άνω αιτίαση, που ανάγεται σε παράλειψη κηρύξεως απαραδέκτου και δεν εμπίπτει σε καμία από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αν ο ανωτέρω ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αυτό, προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του εφεσιβλήτου (αναιρεσείοντος) δεν προκύπτει η προβολή σχετικού ισχυρισμού ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι.
Δ. Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 759/2016). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον «το διατακτικό της, σύμφωνα με το οποίο απερρίφθη η ένδικη από 06.03.2012 αγωγή, περί αναγνώρισης της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επίδικου με ΚΑΕΚ ... ,δεν ταυτίζεται με το αίτημα της κύριας παρέμβασης του αναιρεσιβλήτου για την απόρριψη της 13.12.2009 αγωγής του αναιρεσείοντος». Ο λόγος αυτός πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας αυτής (αποφάσεως), αλλά σε αντίφαση, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, του διατακτικού της προσβαλλομένης «περί απόρριψης της από 06.03.2012 αγωγής του (αναιρεσείοντος)» και του αιτήματος της κύριας παρέμβασης του αναιρεσιβλήτου «περί απόρριψης της από 13.12.2009 (ανύπαρκτης) αγωγής του (αναιρεσείοντος)».
Συνεπώς, η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της πληττόμενης απόφασης.
Ε. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγoς αυτός, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (ΑΠ 924/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο προβάλλει ο αναιρεσείων την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που πρότεινε αμυνόμενος στην κύρια παρέμβαση- αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε έκρινε ως μη νόμιμη την προαναφερόμενη ένσταση, χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνά αυτής.
ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Δεν υπάρχει επίσης παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε την αποδεικτική του κρίση αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, αλλά το συνεκτιμά μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο συγκεκριμένο έγγραφο (ΑΠ 224/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αριθμ. .../1974 εγγράφου της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, καθώς σε αυτό αναφέρονται μεταβιβαστικά της κυριότητάς του συμβόλαια, όπως είναι και το με αριθμό .../1859,από τα συμβόλαια δε αυτά προκύπτει ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του δικαιοπαρόχου του Α.
Μ., είχαν καταστεί κύριοι μείζονος εδαφικής εκτάσεως, τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα. Εν τούτοις, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη μόνο το έτος 1859, όχι όμως και το περιεχόμενο του άνω συμβολαίου. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος, διότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν ενδιαφέρει η κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος καθόσον εφαρμογή έχουν οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045) και του άρθρου 4Ν. 3127/2003, και όχι οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις).
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται, διότι το αναιρεσίβλητο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.02.2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 57/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς
και των αρχαιοτέρων
Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων
από την Υπηρεσία, η αμέσως
αρχαιότερη της συνθέσεως
Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ