Legislator Giurisprudenza & Legislazione
987/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against family compensation verdict due to procedural defects and lack of proportionality.

Numero d'incarto 987/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal regarding procedural defects for absent defendants who were not legally summoned, while rejecting the appeal on substantive grounds for the remaining parties. The court found the lower court's compensation amounts disproportionate to the specific family relationships involved, violating the principle of proportionality. Consequently, the appeal was declared inadmissible for some appellants and rejected as unfounded for others, resulting in a loss for the insurance companies.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94(1), 96(3), 104, 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if absent defendants were not legally summoned, and the compensation awarded must satisfy the principle of proportionality relative to the specific family ties and the purpose of the measure.

Parole chiave

Generato dall'IA
procedural defect legal summons proportionality principle family compensation inadmissible appeal civil procedure unjust enrichment incidente motociclistico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 76/2016
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 987 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 987/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ι. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) S. A. του V. και 3) A. V. του G. (Ά.Β. του Γ.), κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγλούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Ι., 2) Α. Β. του Β., συζ. Β.Κ., 3) Α.Κ. του Β., κατοίκων ..., 4) Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., 5) Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Τ., 6) Β. Β. του Σ., κατοίκου ... και 7) Ο. συζ. Β.Β., το γένος Γ. Κ. κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 6-2-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 6-2-2020 προτάσεις του, δήλωσε ότι η Ε.συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Τ. (5η των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε στις 20-5-2018 και υπεισήλθαν στη θέση της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οι Ι. Κ. του Β., Γ. Κ. του Ι. και Β. Κ. του Ι. (1ος των αναιρεσιβλήτων), εκ των οποίων τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο Β. Κ. του Ι., εκπροσωπούμενος από αυτόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 517/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 1η των αναιρεσειουσών και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, 104 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 160/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔικ η δίκη διακόπτεται αν, μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, μετά από την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός λχ θάνατος του διαδίκου κλπ, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 του ίδιου κώδικα, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη, ή, από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιος του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση, η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μη εχώρησε και η απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 148/2017, ΑΠ1209/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), Α) όσον αφορά τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Λευκαρίτη που υπογράφει το αναιρετήριο, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε και ότι έχουν κλητευθεί από την (απλή) ομόδικό τους - αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία ή από τους αντιδίκους της.

Β) Όσον αφορά την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων από τα πρακτικά της ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτησης της υπόθεσης προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα και οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρων, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.

Ωστόσο ο εκπροσωπών τους ως άνω αναιρεσιβλήτους πληρεξούσιος δικηγόρος Βόλου Νικόλαος Παπαπέτρος στην από 6.2.2020 έγγραφη δήλωσή του περιλαμβάνει επιπροσθέτως και γνωστοποίηση περί βιαίας διακοπής της δίκης, λόγω του θανάτου της πέμπτης αναιρεσίβλητης και περί επαναλήψεώς της από τον πρώτο αναιρεσείοντα, μοναδικό, μετά από διαδοχικές αποποιήσεις των λοιπών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, όπως, αναφέρει, κληρονόμο της.

Πλην, όμως, η γνωστοποίηση αυτή, δεν είναι νόμιμη αφού δεν γίνεται με τους οριζόμενους στη διάταξη του άρθρου 287 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η δήλωση του 242 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι γραπτή και όχι προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που απλώς κατατίθεται και δεν επιδίδεται, ώστε να πληρούται το πραγματικό της διατάξεως του 287 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων, εφόσον δεν έχει χωρήσει έγκυρη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης, αυτή συνεχίζεται κανονικά στο όνομα των διαδίκων, η δε συζήτηση, με όσα εκτέθηκαν είναι απαράδεκτη και για την απολιπομένη ως άνω πέμπτη αναιρεσίβλητη, εφόσον ουδείς εκ των ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδίκων μερών, επικαλείται νομότυπη κλήτευσή της.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι πιο πάνω αναιρεσείοντες και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν από την, παρισταμένη τρίτη των αναιρεσειόντων ή τους αναιρεσιβλήτους, πρέπει, ως προς τους απόντες αυτούς διαδίκους, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο παριστάμενους.

Η κρινόμενη από 19.12.2018 (αρ. κατ.73/2018) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 517/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ1356/2017, ΑΠ 210/2013).

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα: "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1). Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2)". Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ, "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..". Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η δεύτερη των αναιρεσειόντων, οδηγός του ασφαλισμένου στην πρώτη τούτων ζημιογόνου οχήματος, είναι αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους της έφεσης των αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εν μέρει δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της δεύτερης των αναιρεσειόντων οδηγού του ασφαλισμένου στην πρώτη και της έλλειψης συνυπαιτιότητας (αμέλειας) του θανόντος, στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε (ΑΚ 914, 300) και της ορθότητας του πορίσματος στο οποίο κατέληξε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Στις 21-3-2009 και περί ώρα 23:15 ο Ι. Κ. του Β., υιός των δύο πρώτων των εφεσίβλητων, αδελφός του τρίτου και εγγονός των λοιπών εφεσίβλητων, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...δίκυκλη μοτοσικλέτα και κινούμενος επί της Εθνικής Οδού ...

με κατεύθυνση προς ..., όταν έφθασε στη χιλιομετρική θέση 48+800, εκτράπηκε από την πορεία του και προσέκρουσε στα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα που υπήρχαν, με αποτέλεσμα την ανατροπή της μοτοσικλέτας, ενώ ο οδηγός της επέπεσε στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Βόλο.

Η παραπάνω Εθνική Οδός είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ στο προαναφερόμενο σημείο κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και επικρατούσε σκότος, ενώ το οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης. Το παραπάνω ατύχημα έγινε αντιληπτό από τους διερχόμενους οδηγούς, οι οποίοι στάθμευσαν προσωρινά τα αυτοκίνητα τους προκειμένου να βοηθήσουν τον παραπάνω οδηγό της μοτοσικλέτας και λόγω του σκότους που επικρατούσε, προσπάθησαν να αποτρέψουν την κίνηση τους στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου βρισκόταν ο προαναφερόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο η δεύτερη εκκαλούσα οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της τρίτης εκκαλούσας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες κατά την κυκλοφορία του στην πρώτη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ενώ εκινείτο επί της ίδιας ως άνω Εθνικής Οδού με κατεύθυνση προς ...

όταν έφθασε στο σημείο όπου βρισκόταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν αντιλήφθηκε αφενός τις κινήσεις των παραπάνω οδηγών που προσπαθούσαν να αποτρέψουν την κίνηση της στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο και αφετέρου την ύπαρξη του οδηγού της μοτοσικλέτας που κείτονταν στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο σώμα του παραπάνω οδηγού, το οποίο παρέσυρε σε μήκος έξι περίπου μέτρων.

Από την παραπάνω πρόσκρουση ο οδηγός της μοτοσικλέτας, πέραν των άλλων σωματικών κακώσεων υπέστη και ανοικτή κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία επήλθε ο θάνατος του. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η οδηγός του αυτοκινήτου μπορούσε να αντιληφθεί. την ύπαρξη του σώματος του θανόντος στο οδόστρωμα, όπως το αντιλήφθηκαν έγκαιρα οι προηγούμενοι χρήστες της οδού και να αποφύγει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου σε αυτό.

Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες αποκλειστικά υπαίτια για τον θάνατο του οδηγού της μοτοσικλέτας ήταν η δεύτερη εκκαλούσα, η οποία, οδηγώντας το αυτοκίνητο της χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία της με τροχοπέδηση ενώπιον οποιουδήποτε εμποδίου βρίσκονταν στην πορεία της, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον οδηγό της μοτοσικλέτας που κείτονταν στο οδόστρωμα και με την παράσυρσή του να επιφέρει τον θάνατο του τελευταίου.

Επιπλέον, η μέθη του θανόντος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συνθήκες του ατυχήματος, δεν συνετέλεσε κατά οποιοδήποτε τρόπο στον θανάσιμο τραυματισμό του, ενώ η χρήση προστατευτικού κράνους από τον τελευταίο, ενόψει της σφοδρότητας της σύγκρουσης δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη.".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του συνοπτικές μεν αλλά επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσείουσας οδηγού, η οποία συνίσταται σε ότι κατά τα ανωτέρω περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του θανόντος.

Διέλαβε δε με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που η ίδια επέδειξε στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις ως άνω παραβάσεις διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι αναμφιβόλως οδηγούσε χωρίς σύνεση, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του οχήματός της, ασκώντας πλημμελή έλεγχο και εποπτεία επ'αυτού, χωρίς να είναι κάθε στιγμή σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ώστε, λαμβανομένων υπόψη και των επικρατουσών κατ'εκείνον τον χρόνο συνθηκών κυκλοφορίας, (σκότος, καθόλου τεχνητός φωτισμός, βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα), να διακόψει την πορεία της προ οποιουδήποτε εμποδίου, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον, εκ της προηγηθείσας ανατροπής της μοτοσικλέτας, κείμενο επί του οδοστρώματος οδηγό της.

Ειδικότερα δε ως προς τον αιτιωδώς συνδεόμενο αποκλειστικά με την, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του ΚΟΚ, οδηγική συμπεριφορά της, θάνατο του κειμένου στο οδόστρωμα οδηγού της μοτοσικλέτας, η προσβαλλομένη αναφέρει ότι : α) ο τελευταίος μετά την πτώση του στο οδόστρωμα κατά την παραμονή του σ'αυτό και πριν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσείουσα παρασύρει το σώμα του, ευρίσκετο ακόμη στη ζωή.

β) Ήταν ορατός στους οδηγούς των ομορρόπως με το ασφαλισμένο στην πρώτη αναιρεσείουσα ζημιογόνο όχημα, κινουμένων αυτοκινήτων που προηγήθηκαν της διέλευσης του από το ίδιο σημείο του δρόμου, οι οποίοι απέφυγαν το ευρισκόμενο στο οδόστρωμα σώμα του μοτοσικλετιστή, ακολούθως δε στάθμευσαν στο σημείο εκείνο προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια, γ) ότι η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου αντιθέτως με τους οδηγούς των προηγηθέντων ομορρόπως κινουμένων στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας αυτοκινήτων, δεν αντιλήφθηκε τον ευρισκόμενο στο οδόστρωμα μοτοσικλετιστή, αλλά ούτε και τις κινήσεις των οδηγών των σταθμευμένων στο σημείο του ατυχήματος αυτοκινήτων οι οποίοι προσπάθησαν να την προειδοποιήσουν ώστε να τον αποφύγει, και, τέλος δ) ότι μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του οδηγού της μοτοσικλέτας ήταν η παρασυρσή του από το ασφαλισμένο στην πρώτη αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, καθώς εξ αυτού και μόνον προεκλήθησαν οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που επέφεραν τον θάνατό του.

Με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, αιτιολογείται πλήρως και η έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσικλέτας και του επελθόντος από το ένδικο ατύχημα θανατηφόρου γι'αυτόν αποτελέσματος, και ειδικότερα η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιώδους συνδέσμου αυτού με την προηγηθείσα, οφειλόμενη σε δική του αμέλεια, ανατροπή της μοτοσικλέτας και την πτώση του στο οδόστρωμα.

Δεν ήταν δε ανάγκη για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να διαλαμβάνονται σε αυτή οι συνθήκες ανατροπής της μοτοσικλέτας του θανόντος, ο λόγος της πρόσκρουσης αυτής στα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, αν ο τραυματισμός που υπέστη ο θανών από την πρώτη σύγκρουση, θα επέφερε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων τον θάνατό του, ή άλλες συνέπειες στην υγεία του, αν η μέθη συνετέλεσε στον θανάσιμο τραυματισμό του, ή, αν ο θάνατός του θα επήρχετο, οπωσδήποτε εξαιτίας της πρώτης πρόσκρουσης και της πτώσης του, το σημείο του ρεύματος κυκλοφορίας που βρισκόταν ο θανών και η μοτοσυκλέτα του μετά το ατύχημα, αν τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας ήταν διαχωρισμένα με μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας κινούντο οι διερχόμενοι οδηγοί και αν αντελήφθησαν αυτόν πριν να φθάσουν στο σημείο πτώσης του, ή αφού τον προσπέρασαν, που βρισκόταν αυτοί κατά την άφιξη της υπαίτιας οδηγού, και με ποιόν τρόπο επιχειρούσαν να αποτρέψουν την κίνηση της από το σημείο του οδοστρώματος που βρισκόταν ο μοτοσικλετιστής.

Οι ως άνω αιτιάσεις, δεν συνιστούν ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας της δεύτερης των αναιρεσειόντων οδηγού του ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, ούτε και οδηγούν σε διαφορετικό πόρισμα ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας για το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Ακόμη δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία η αναφορά της απόστασης, που για την οδηγό του ζημιογόνου οχήματος ήταν ορατό το σώμα του μοτοσικλετιστή αλλά και οι ως άνω οδηγοί που είχαν σταθμεύσει, η αναφορά του ορίου ταχύτητας, η ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος και σε πόση απόσταση θα ήταν δυνατόν η υπαίτια οδηγός να ακινητοποιήσει το όχημά της, Και τούτο διότι οι ελλείψεις αυτές, ενόψει των ως ανω παραδοχών της προσβαλλομένης ότι οδηγοί των αυτοκινήτων που προηγήθηκαν χρονικά του οδηγούμενου από τη δεύτερη των αναιρεσειόντων αυτοκινήτου, κινούμενοι στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, υπό τις αυτές κυκλοφοριακές συνθήκες και προϋποθέσεις αντελήφθησαν εγκαίρως το ευρισκόμενο στο οδόστρωμα σώμα του μοτοσικλετιστή το οποίο απέφυγαν, δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αμέλειας της οδηγού του ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το θανατηφόρο για τον οδηγό της μοτοσικλέτας αποτέλεσμα.

Άλλωστε λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών αυτών, η επικαλούμενη στο αναιρετήριο με τον ως άνω λόγο αντίφαση της προσβαλλομένης με την αναφορά, ότι οι άλλοι οδηγοί "προσπάθησαν να αποτρέψουν την κίνηση της στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου βρισκόταν ο προαναφερόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας" ενώ, σε άλλο σημείο αυτής, αναφέρεται ότι η Εθνική Οδός επί της οποίας κινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας, δεν επηρεάζει εν προκειμένω το πόρισμα στο οποίο το Εφετείο κατέληξε για το παραπάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τόσο στην πρόκληση του ατυχήματος όσο και στην έκταση της ζημίας.

Οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι προεχόντως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Στη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. ορίζεται "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠολομ. 10/2017, ΑΠολομ 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - υπόχρεοι, υπό την επίκληση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του ΑΚ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως, άλλως εκ πλαγίου της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας, την οποία εκφράζουν οι ανωτέρω διατάξεις και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους - συγγενείς του θύματος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το συνολικό ποσό των 290.000 ευρώ, το οποίο υπερτερεί δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο περαιτέρω, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, σε σχέση με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα: "Ακόμη αποδεικνύεται ότι ο θανών ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 26 ετών είχε στενή ψυχική σύνδεση με τους εφεσίβλητους γονείς του, τον εφεσίβλητο αδελφό του, καθώς και με τους εφεσίβλητους παππούδες και γιαγιάδες του, αποτελούσαν μία οικογένεια, καθόσον συνδέονταν μεταξύ τους με στενό συγγενικό δεσμό.

Λόγω δε της αγάπης και της ομόνοιας μεταξύ των ανωτέρω προσώπων εγγύτερων συγγενών του θανόντος, ο βίαιος θάνατος του προσφιλούς τους προσώπου, προξένησε σε αυτούς θλίψη και ψυχικό πόνο. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες από τον κατά τον ως άνω τρόπο επελθόντα θάνατο του υιού, αδελφού και εγγονού υπέστησαν ψυχική οδύνη και είναι δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ως περιλαμβανόμενοι σε οικογένεια και λόγω του ότι συνδέονταν με το πρόσωπο που θανατώθηκε με δεσμούς στενής συγγένειας και αγάπης.

Το Δικαστήριο εκτιμώντας τα προεκτεθέντα και τα πραγματικά περιστατικά που τίθενται στη διάθεση του και ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του παραπάνω θανόντος, την ηλικία του τελευταίου, τη συμπεριφορά των υπόχρεων προς αποζημίωση, το βαθμό της αμέλειας της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την ηλικία, το βαθμό συγγένειας και το βαθμό ψυχικού πόνου των εναγόντων-δικαιούχων προσώπων, τον βαθμό πταίσματος του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα καθώς επίσης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση αυτών σε καθένα από τους γονείς του, δύο πρώτους των εφεσίβλητων, το ποσό των 90.000 ευρώ στον αδελφό του, τρίτο των εφεσίβλητων το ποσό των 50.000 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς των εφεσίβλητων το ποσό των 15.000 ευρώ.".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για κάθε γονέα του θύματος σε 90.000 ευρώ, στον αδελφό 50.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών αναιρεσιβλήτων πλην της πέμπτης τούτων, παππού πατρική γραμμή και παππού και γιαγιά από μητρική γραμμή 15.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερβαίνουν καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε γονείς, αδελφό και παππού γιαγιά του θύματος.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για την ευθεία παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του Συντ/τος, 932 ΑΚ και των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016) και με τους οποίους κανόνες οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα των αναιρεσιβλήτων πλην της πέμπτης, στενών συγγενών του θανόντος, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα προαναφερόμενα ποσά, που κατά την άποψη των αναιρεσειόντων υπερβαίνουν καταφανώς τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις σε γονείς, αδελφό, παππού και γιαγιά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν αυτήν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν από το Εφετείο, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Συνακολούθως των όσων εκτέθηκαν, πρέπει ως προς τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων αλλά και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 517/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη ως προς τους παρισταμένους πρώτο και δεύτερη, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομη αναιρεσιβλήτους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19.12.2018 και με αριθμό καταθ. 73/2018 αίτησης για την αναίρεση της με αριθμ. 517/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες Σ. Α. του Β., Ά. Β. του Γ. και την πέμπτη αναιρεσίβλητη Ε.σύζυγο Ι. Κ., το γένος Τ.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο, έκτο και έβδομη αναιρεσιβλήτους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ