Supreme Court allows appeal against appeal against default judgment due to failure to consider expert reports on forged bills.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's default judgment, ordering a remand for further proceedings. The appellant argued that the lower court failed to consider two expert reports—one declaring bills forged and another declaring them genuine—when ruling on the default appeal. The Court found that the lower court's decision relied solely on witness testimony and the first expert report, ignoring the contradictory second report, which rendered the second ground of appeal admissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 632(3) and 640 of the Code of Civil Procedure; A default appeal based on credit titles is admissible if the debtor fails to submit originals, but a judgment must explicitly consider all submitted evidence, including contradictory expert reports, to be valid.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 987 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 987/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Των αναιρεσιβλήτων:1 .Μ. θυγ. Γ. Σ. συζ. Σ. Σ., κατοίκου ..., 2.Ε. συζ. Γ. Σ. συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., 3.Ε. θυγ. Γ. Σ. συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1571/2007 προδικαστική, 3713/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνω σε την από 21 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 3713/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης 435Γ/1942013, 437Γ/1942013 και 440Γ/1942013 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Χ., έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 3122012 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 4ης/11/2013, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, αυτές ερημοδικούν, αλλά η δίκη πρέπει να συνεχιστεί παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 3 και 640 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που έχει εκδοθεί βάσει πιστωτικών τίτλων, εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών διαφορών και γίνεται δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εάν ο καθού η ανακοπή δεν προσκομίσει μέχρι τη συζήτησή της στο ακροατήριο τα πρωτότυπα των πιστωτικών τίτλων, εφόσον η προσκόμισή τους είναι αναγκαία για τη διάγνωση των λόγων της ανακοπής, όπως συμβαίνει όταν ο οφειλέτης προβάλλει ενστάσεις συναπτόμενες με (και αποδεικνυόμενες από) το σώμα των τίτλων ή με την ιδιότητα του αντιδίκου του ως νόμιμου κομιστή τους (ΑΠ 1538/2000). Σε περίπτωση δε παραδοχής της ανακοπής λόγω μη προσκόμισης των πιστωτικών τίτλων, ο καθού η ανακοπή, αφού ασκήσει έφεση, μπορεί, διορθώνοντας την πρωτόδικη παράλειψή του, να προσκομίσει τα πρωτότυπα των πιστωτικών τίτλων για πρώτη φορά στο εφετείο, οπότε απόκειται στην κυριαρχική κρίση του εφετείου να δεχτεί ή να αποκρούσει την καθυστερημένη προσκόμιση αυτών ως απαράδεκτη, αν θεωρήσει ότι η μη προσκόμισή της στην πρωτόβαθμη δίκη οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια. Ειδική αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνεται στην εφετειακή απόφαση μόνο σε περίπτωση που η καθυστερημένη απόκρουση των τίτλων αποκρούεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 12/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά τον νόμο η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δέχτηκε ως παραδεκτή την προσκόμιση των ενδίκων συναλλαγματικών για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να ερευνήσει αν η μη προσκόμιση αυτών από τους εκκαλούντες καθών η ανακοπή κατά την πρωτόδικη δίκη οφειλόταν σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια, όπως είχε επισημάνει με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα, αλλά και χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του για το παραδεκτό της προσκόμισής τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η κρίση της εφετειακής να δεχτεί ως παραδεκτή την καθυστερημένη προσκόμιση των πρωτοτύπων των ενδίκων συναλλαγματικών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν όφειλε το Εφετείο γι' αυτή την παραδοχή να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, όπως θα συνέβαινε, αν είχε αποκρούσει ως απαράδεκτη την καθυστερημένη προσκόμισή τους.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 11 περ. γ', στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά οι διάδικοι. Η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την ανακοπή και τις προτάσεις της στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, πρόβαλε παραδεκτά τον ισχυρισμό πλαστότητας των ενδίκων συναλλαγματικών, ως προς το κείμενο και την υπογραφή της ως αποδέκτριας αυτών, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε παραδεκτά, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην εφετειακή δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, α) την από 2982007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Μ.
Μ., που διατάχτηκε στα πλαίσια κύριας ανάκρισης κατά των διαδοχικών κομιστών, Γ. Σ. και Γ. Ν., για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση του πλαστού και περιέχει ως πόρισμα ότι οι συναλλαγματικές είναι πλαστές και β) την 53/2009 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας Ι. Σ., που συντάχτηκε κατά τη διεξαγωγή της αστικής δίκης, μετά την έκδοση της 1571/2007 εφετειακής απόφασης για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τη δικαστική γραφολόγο Χ.
Τ., η οποία συνέταξε την από 2172009 έκθεση με πόρισμα ότι οι συναλλαγματικές είναι γνήσιες. Το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι στηρίζει το αποδεικτικό πορισμό του στις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, <<... στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια...>>, στην από 2172009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Χ.
Τ. και <<... όλα γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση...>>. Αντίθετα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία αναφορά ή νύξη στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ. και στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου Ι. Σ., τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα η αναιρεσείουσα και οι οποίες αποφαίνονται ότι οι ένδικες συναλλαγματικές είναι πλαστές.
Από αυτό το γεγονός και από ολόκληρο το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά την αντίθετη γενική βεβαίωση, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις δύο προαναφερόμενες εκθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια των εγγράφων, κατά τη διαμόρφωση του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στήριξε την κρίση του για τη γνησιότητα των συναλλαγματικών και για την απόρριψη της ανακοπής.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει σαν να ήταν παρούσες και οι αναιρεσίβλητες.
Αναιρεί την απόφαση 3713/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ