Supreme Court remands traffic fatality case for retrial due to insufficient factual basis in appellate judgment.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the first appeal ground regarding the lack of a legal basis in the lower court's decision. The appellate court failed to clearly establish whether the motorcycle sustained damage or its precise location after the collision, which is crucial for determining liability. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges to address these evidentiary gaps.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 no. 19 K.Pol.D; The appellate court's decision is void if it lacks a sufficient factual basis for its ruling, requiring a remand for retrial when essential facts regarding the accident's circumstances remain unclear.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 987 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 987/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρηστάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λεωνίδα Ζιούβα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ Ε.Θ.Ε.Λ. Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κυριακίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ζιούβα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5374/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4392/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 8/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 6327/15-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (αρχική) δικάσιμο (5-3-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσειόντων (Χ1). Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
IV. Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, δηλαδή του εναγομένου - νυν αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου λεωφορείου και του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, συγγενούς των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων "Στις 5-2-2000 και περί ώρα 15.45" ο πρώτος εναγόμενος (ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος) Ψ1 (νυν πρώτος των αναιρεσιβλήτων), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αρθρωτό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης (ήδη εκκαλούσας και εφεσίβλητης) εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΕΛ Α.Ε." - νυν αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη (ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ"- νυν τρίτη των αναιρεσιβλήτων, εκτελώντας δρομολόγιο της γραμμής ..., εκινείτο επί της Οδού ..., στο ..., στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, με κατεύθυνση προς ..., προσεγγίζοντας δε στο ύψος του ο.α. 220, η ταχύτητα του ήταν 20-30 χιλιόμετρα την ώρα, γιατί μπροστά του και σε απόσταση περίπου 20 μέτρων υπήρχε στάση, όπου έπρεπε να σταματήσει για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών.
Η οδός αυτή, που είναι διπλής κατευθύνσεως, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 220, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 15,80 μέτρων, δηλαδή 7,20 μέτρα ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία σε μήκος 300 μέτρων και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα ασφαλείας, πλάτους 1,40 μέτρων.
Την ίδια ώρα, στο ύψος του προαναφερθέντος οικοδομικού αριθμού, ο Ζ, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων (ήδη εκκαλούντων και εφεσίβλητων), ηλικίας 72 ετών, βρισκόταν στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, κατά την κατεύθυνση από ... προς..., δεξιά σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου, πάνω στην με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, που ήταν σταματημένη σε επαφή με το κράσπεδο του πεζοδρομίου και πίσω από δύο (2) κάδους απορριμμάτων του Δήμου, που ήταν τοποθετημένοι στο άκρο του οδοστρώματος και σε επαφή με το πεζοδρόμιο, την οποία (μοτοσυκλέτα) προσπαθούσε να θέσει σε κίνηση. Όταν το λεωφορείο, το συνολικό μήκος του οποίου είναι 18 μέτρα, πλησίαζε το συγκεκριμένο σημείο, κινούμενο, για την προεκτεθείσα αιτία, με πολύ μικρή ταχύτητα, ο οδηγός του πραγματοποίησε μικρό ελιγμό προς τα αριστερά και ανοίχθηκε ελαφρώς προς την κατεύθυνση αυτή για να περάσει με ασφάλεια τους έμπροσθεν και δεξιά του ευρισκόμενους, ως άνω, κάδους απορριμμάτων, αλλά και την σταματημένη δίκυκλη μοτοσυκλέτα και τον αναβάτη της, τους οποίους είχε εγκαίρως αντιληφθεί και συνέχισε την πορεία του.
Την στιγμή ακριβώς κατά την οποία το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου είχε προσπεράσει τους κάδους, την σταματημένη (μέχρι τότε) μοτοσυκλέτα και τον αναβάτη της και είχε διέλθει μπροστά από αυτούς καθ' όλο το μήκος του εμπρόσθιου τμήματος του, όχι όμως και το οπίσθιο τμήμα του (αρθρωτό συρόμενο βαγόνι), ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έχοντας καταφέρει να την θέσει σε κίνηση, ύστερα από αρκετή προσπάθεια, ξεκίνησε εντελώς ξαφνικά και προτιθέμενος να συνεχίσει την πορεία του, με ελιγμό προς τα αριστερά επιχείρησε να εισέλθει στο τμήμα της οδού, όπου εκινείτο ήδη το οπίσθιο τμήμα του αρθρωτού λεωφορείου (συρόμενο βαγόνι), με αποτέλεσμα να επιπέσει στο οπίσθιο δεξιό μέρος του.
Εξαιτίας της συγκρούσεως αυτής ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έπεσε στην άσφαλτο, παρασύρθηκε από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του οπισθίου τμήματος του λεωφορείου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, υποστάς πολλαπλά ανοικτά συντριπτικά κατάγματα του προσωπικού κρανίου, του θόλου και της βάσεως με έξοδο εγκεφαλικής ουσίας, κατάγματα συντριπτικά του αριστερού βραχίονος και της κατ' αγκώνα αρθρώσεως και κατάγματα της κλείδας και των πλευρών του αριστερού ημιθωρακίου (2η έως και 6η), εκ των οποίων (κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων), ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθεν ο θάνατος του αμέσως (βλ.
συνταγείσα σχετικώς από 22-3-2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής). Ο αντίθετος, επομένως, αγωγικός ισχυρισμός ότι, ναι μεν το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου προσπέρασε τον πεζό, όμως το αρθρωτό τμήμα του (η φυσαρμόνικα), και συγκεκριμένα οι κατακόρυφες σιδερένιες ράβδοι του τμήματος αυτού χτύπησαν με δύναμη το αριστερό χέρι του πεζού, που βρισκόταν πάνω στην σταματημένη στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και σε επαφή με το κράσπεδο του πεζοδρομίου δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κρατώντας το τιμόνι της, προξενώντας σ' αυτό (αριστερό χέρι) συντριπτικά κατάγματα στον βραχίονα και την κατ' αγκώνα άρθρωση και ότι από το δυνατό αυτό κτύπημα, ως μόνης ενεργού αιτίας, ο Ζ, έχασε την ισορροπία του, έπεσε στην άσφαλτο και ο πίσω δεξιός τροχός του λεωφορείου, συνέτριψε το κεφάλι του, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και κυρίως από τις προανακριτικές καταθέσεις των μοναδικών αυτόπτων μαρτύρων, επιβατών του λεωφορείου ..., ...
και ... [βλ. προσκομιζόμενες, νομίμως, μετ' επικλήσεως τις από 5-2-2000 τρεις (3) εκθέσεις ένορκης εξετάσεως αυτών], για την αξιοπιστία των οποίων δεν έχει λόγο να αμφιβάλει το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών ενισχύονται από την συνταγείσα σχετικώς από 5-2-2000 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνονται το σημείο που βρέθηκε ο νεκρός αναβάτης της μοτοσυκλέτας, σε απόσταση 1,90 μέτρων από το άκρο του οδοστρώματος και παραπλεύρως αυτού σε ίση απόσταση από το άκρο του οδοστρώματος το σημείο συγκρούσεως, όπου απεικονίζονται έλαια μηχανής, καθώς επίσης και σε απόσταση 2,10 - 2,20 μέτρων από το άκρο του οδοστρώματος τα λοιπά ευρήματα (ίχνη εγκεφαλικής ουσίας, λίμνη αίματος), γεγονότα που υποδηλώνουν σαφώς την αιφνίδια κίνηση της μοτοσυκλέτας προς τα αριστερά, σε χρόνο που είχε μεν διέλθει καθ' όλο το μήκος του το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου, δεν είχε διέλθει όμως το οπίσθιο μέρος αυτού, δηλαδή το συρόμενο βαγόνι.
Άλλωστε, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή τα πράγματα είχαν συμβεί όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφενός μεν θα έπρεπε το λεωφορείο να έχει παρασύρει πρώτα τους κάδους και μετά τον αναβάτη της μοτοσυκλέτας, που βρισκόταν πίσω από αυτούς, πράγμα όμως που δεν συνέβη, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, αφ' ετέρου δε δεν θα υπήρχαν στο συγκεκριμένο, παραπάνω αναφερόμενο, σημείο, πάνω στο οδόστρωμα, έλαια της μηχανής, προσέτι δε η θέση του νεκρού στο οδόστρωμα και τα λοιπά παραπάνω αναφερόμενα ίχνη θα έπρεπε να βρίσκονται πιο κοντά στο πεζοδρόμιο.
Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής, πέραν των καταγμάτων στο αριστερό χέρι και στο κεφάλι, ο θανών έφερε κατάγματα και στο αριστερό ημιθωράκιο, γεγονός που υποδηλώνει σαφώς ότι τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες κατάγματα στο αριστερό χέρι δεν προκλήθηκαν από τις κάθετες σιδερένιες ράβδους της φυσαρμόνικας του αρθρωτού λεωφορείου, όπως αβασίμως αυτοί υποστηρίζουν, και συνεπώς δεν προκλήθηκε εξ αυτών η απώλεια ισορροπίας του θανόντος και η πτώση του στο οδόστρωμα, αλλά αντίθετα προκλήθηκαν ταυτοχρόνως με τις λοιπές, ως άνω, σωματικές βλάβες στο αριστερό ημιθωράκιο και στο κεφάλι, όταν αυτός παρασύρθηκε, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του συρόμενου βαγονιού του λεωφορείου.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται, ούτε καν κλονίζονται από την κατάθεση του μάρτυρα ..., ο οποίος για πρώτη φορά καταθέτει ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων (βλ. καταθέσεις του, που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 38475/2002 και 5957/2003 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα), στις 19-4-2002 και 9-6-2003, δηλαδή 27 μήνες (η πρώτη κατάθεση του) μετά το ατύχημα, δηλώνοντας αυτόπτης μάρτυρας, χωρίς να αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, κατάθεση, που δεν κρίνεται πειστική και δεν γίνεται πιστευτή από το Δικαστήριο, πέραν βεβαίως της ασάφειας της, καθόσον ναι μεν ο, ως άνω, μάρτυρας καταθέτει περί ελιγμού του λεωφορείου, που πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, χωρίς όμως να προσδιορίζει στη συνέχεια τι συνέπεια είχε ο καθυστερημένος αυτός ελιγμός και χωρίς να αναφέρει τι ακριβώς συνέβη κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Υπό τα αποδειχθέντα, ως άνω, περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση των δύο οχημάτων και τον εξ αιτίας αυτής τραυματισμό του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας είναι ο ίδιος ο οδηγός της, Ζ, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, όπως όφειλε και μπορούσε, λόγω δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του επεχείρησε ξαφνικά και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τούτο ακίνδυνα, να εισέλθει, από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος, όπου βρισκόταν, μέχρι εκείνη την στιγμή, σταματημένη η μοτοσυκλέτα του, μόλις κατάφερε να την θέσει σε λειτουργία, στο τμήμα της οδού, όπου εκινείτο ομορρόπως το λεωφορείο, με συνέπεια να επιπέσει στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του οπισθίου - αρθρωτού - μέρους του λεωφορείου και να τραυματιστεί θανάσιμα.
Καμιά ευθύνη δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο, οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας της περιοχής (40 χιλιόμετρα την ώρα, που καθορίζεται με πινακίδα Ρ-32, βλ. έκθεση αυτοψίας), αφού ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να προβλέψει ότι η ευρισκόμενη στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος σταματημένη, μέχρι τότε, μοτοσυκλέτα θα εισερχόταν στο τμήμα της οδού όπου εκινείτο το οδηγούμενο από αυτόν λεωφορείο, την στιγμή μάλιστα που είχε διέλθει από μπροστά της το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου, όχι όμως και το αρθρωτό τμήμα του, ούτε είχε την δυνατότητα, εν όψει των ανωτέρω, να πραγματοποιήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, το γεγονός δε ότι αυτός καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια με τις προαναφερόμενες αποφάσεις (βλ.
αυτές) ουδόλως επηρεάζει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου τούτου". Υπό τις, ως άνω, παραδοχές, έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ότι το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού προκληθείς θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων οφείλετο σε υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του λεωφορείου και είχε κάνει δεκτή, ως βάσιμη την αγωγή, εδίκασε και πάλι την κρινόμενη αγωγή και απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ'ουσία.
Με το να κρίνει, όμως, έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικώτερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας "επέπεσε στο οπίσθιο τμήμα του αρθρωτού λεωφορείου" και ενώ το δικάσαν Εφετείο δέχεται ότι πρόκειται περί συγκρούσεως των δύο οχημάτων (λεωφορείου και μοτοσυκλέτας), εν τούτοις ουδόλως αναφέρεται εάν η μοτοσυκλέτα έφερε βλάβες και σε καταφατική απάντηση σε ποία σημεία αυτής, όπως επίσης, ουδόλως αναφέρεται σε ποιο σημείο της οδού βρέθηκε, μετά το ατύχημα, η μοτοσυκλέτα και συγκεκριμένα εάν αυτή βρέθηκε πεσμένη εντός του οδοστρώματος ή εάν αντιθέτως, βρέθηκε όρθια (και χωρίς βλάβες) στο άκρο δεξιό της οδού, και στο σημείο, όπου σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ήταν σταθμευμένη πριν από το ατύχημα.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης όπως αυτός, παραδεκτώς, κατ' άρθρ. 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, συμπληρώνεται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσειόντων (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4329/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ