Supreme Court dismisses insurance company's appeal on liability and causation grounds in a pedestrian accident case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a pedestrian accident case. The court found the lower court correctly established liability based on the driver's failure to brake in time and rejected arguments regarding the lack of causal link between the initial impact and the pedestrian's subsequent death. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 297, 298 of the Civil Code and Article 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court properly established liability and causation, and if the appellant fails to demonstrate that the appellate court ignored relevant facts or provided insufficient reasoning for its decision.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 987 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός: 987/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...., 2) ..., 3) ..., 4)..., το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μπακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 723/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 16/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι? α)ζημιογόνος συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα και δ)συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη, για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά, κατά την κοινή πείρα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Από αυτά παρέπεται ότι η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα, οι αιτιολογίες της απόφασης πρέπει να καλύπτουν την παρανομία, την υπαιτιότητα, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί της από 30-1-2005 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά (και) της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. "Την 13 Ιουλίου 2004 και ώρα 09.50' περίπου, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την από τη λειτουργία του προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στη δευτέρα των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της Λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από ...προς την περιοχή .... Όταν ο εν λόγω οδηγός έφθασε στη συμβολή της Λεωφ. ...
με την οδό ..., όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με αυτόματους φωτεινούς σηματοδότες, συνέχισε την πορεία του, δεδομένου ότι ο σηματοδότης παρείχε πράσινη ένδειξη και εισήλθε εντός του οδικού κόμβου, προκειμένου να διασχίσει αυτόν, χωρίς όμως να αντιληφθεί έγκαιρα, μολονότι είχε την δυνατότητα προς τούτο, την ηλικιωμένη πεζή ..., η οποία τη στιγμή εκείνη επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της Λεωφόρου, έχοντας αρχικά πράσινη ένδειξη στους σηματοδότες ρυθμίσεως της κυκλοφορίας των πεζών και βαδίζοντας εντός των διαγραμμιζομένων διαβάσεων, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του άνω ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου.
Έτσι, δεν παραχώρησε σ' αυτήν την προτεραιότητα διελεύσεως, όπως ήταν υποχρεωμένος, δεδομένου ότι η πεζή συνέχιζε σύννομα τη διέλευσή της, έχοντας μεν ερυθρά ένδειξη για τους πεζούς στο σηματοδότη, πλην όμως εκινείτο εκ προηγουμένης πράσινης σηματοδότησης και, λόγω της ηλικίας της, καθυστερούσε να διαπεραιωθεί απέναντι, ούτε και μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να δώσει χρόνο σ' αυτήν να ολοκληρώσει το εγχείρημά της, το οποίο θα επιτύγχανε, εφόσον είχε ήδη διασχίσει τη μία εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της ..., και επιπλέον δεν κινήθηκε κατά τρόπο ώστε να αποφύγει την επίπτωσή του επί της πεζής, που βρέθηκε στην τροχιά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής, την έρριψε στο οδόστρωμα και την τραυμάτισε.
Σημειωτέον ότι αν είχε ξεκινήσει ο οδηγός του ζημιογόνου και δεύτερος των εκκαλούντων με μικρή δήθεν ταχύτητα, όπως αναφέρει στον πρώτο λόγο εφέσεώς του, θα είχε προλάβει να δει την πεζή, που εκείνη τη στιγμή ενώ είχε διασχίσει σχεδόν όλο το οδόστρωμα της ... κινούμενη εντός των διαγραμμιζομένων διαβάσεων πεζών, προσπαθούσε να διαπεραιωθεί απέναντι και να ανέλθει στη διαχωριστική των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα ασφαλείας.
Ένα βήμα την χώριζε μόνο από τη διαχωριστική νησίδα. Από πουθενά δεν αποδεικνύεται σπουδή και βεβιασμένη κίνηση, ή ιδιαίτερη καθυστέρηση, ή σύγχυση στη μέση του οδοστρώματος από την ηλικιωμένη. Ο δρόμος δεν της ήταν άγνωστος, διότι επί πολλά έτη έμενε στην περιοχή αυτή και καθημερινά διέσχιζε το δρόμο αυτόν, αφού ήταν δίπλα στο σπίτι της.
Υπήρχαν διαγραμμίσεις πεζών, με σηματοδότη για τους πεζούς, μπροστά στις οποίες κάθε οδηγός οφείλει να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει ακόμη. Ο ισχυρισμός του εναγομένου οδηγού ότι ήταν σταματημένος στο σηματοδότη και ξεκίνησε με μικρή ταχύτητα και συνεπώς θα είχε όλο το χρόνο να δει την ηλικιωμένη γυναίκα να διασχίζει όλο το ρεύμα της καθόδου μέχρι τη νησίδα, που χωρίζει τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας, αφού το φανάρι που -δήθεν- ξεκίνησε με το φανάρι στη διάβαση πεζών, που διέσχιζε η άτυχη θανούσα, απέχει 30 μέτρα, όμως προφανώς δεν είδε ούτε την πεζή, ούτε τις διαγραμμίσεις πεζών, ούτε καν το φανάρι για τους πεζούς, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολόγησε (βλ.
πρακτικά της υπ' αρ. 881/05 εφεσίβλητης απόφασης), και την χτύπησε πριν εκείνη "ακουμπήσει το πόδι της" στη νησίδα. Αν πράγματι ο οδηγός είχε ξεκινήσει με μικρή ταχύτητα από το φανάρι, όπως ισχυρίζεται, δεν θα βρισκόταν ίχνη τροχοπέδησης μήκους έξι μέτρων επί του οδοστρώματος, ούτε θα παρέσερνε την ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά θα κατάφερνε εγκαίρως να ακινητοποιήσει το όχημά του.
Εξάλλου, η περί ης ο λόγος έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αντιστρατεύεται κανένα στοιχείο της δικογραφίας, έρχεται μόνο να συμπληρώσει τα κενά και τις ελλείψεις, που υπήρχαν χωρίς να υποκαθιστά βέβαια την Τροχαία σε κάτι, ούτε ασφαλώς αυθαιρετεί, διότι κάθε κρίση που εκφέρει είναι απολύτως τεκμηριωμένη, σαφής και εμπεριστατωμένη.
Η συμβολή της είναι επιβοηθητική, διευκρινιστική, και σε κάθε περίπτωση σημαντική. Τα ίχνη πεδήσεως, που είχαν μήκος 6 μέτρων, έστω και παρά το χτύπημα πάνω στην άτυχη γραία: σημαίνουν ότι το IX του αντιδίκου έτρεχε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη των 60 χλμ., τουλάχιστον στο διπλάσιο των 60 χλμ., άρα ορθώς η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει περί απορροφήσεως της ταχύτητας του IX από την σφοδρή πρόσκρουσή του επί του σώματος της πεζής, την οποία εκτίναξε μέτρα μακριά.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος ήταν ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 3, 39 παρ. 1 εδ.
α', σε συνδυασμό με άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' και 2 του Ν. 2696/1999), της αμελείας του συνισταμένης ειδικότερα στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια και επιτυχία όλους τους απαιτούμενους χειρισμούς κι έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή ..., η οποία τη στιγμή εκείνη επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα της Λεωφ....
βαδίζοντας εντός των διαγραμμιζομένων διαβάσεων πεζών, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του άνω ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, ούτε και παραχώρησε σ' αυτήν την προτεραιότητα διελεύσεως, διακόπτοντας την πορεία του, προκειμένου να μην εκθέσει σε κίνδυνο αυτήν και να διευκολύνει την ασφαλή διέλευσή της, δοθέντος ότι αυτή συνέχιζε σύννομα τη διέλευσή της, έχοντας μεν ερυθρά ένδειξη για τους πεζούς στο σηματοδότη, πλην όμως εκ προηγουμένης πράσινης σηματοδότησης, με αποτέλεσμα να καταστεί αναπόφευκτο το ένδικο ατύχημα.
Στοιχεία που να μαρτυρούν οιασδήποτε μορφής συνυπαιτιότητα της πεζής στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ως προελέχθη, δεν αποδείχθηκαν. Η τελευταία διέσχιζε το οδόστρωμα της Λεωφόρου, εντός των διαγραμμιζομένων διαβάσεων πεζών, έχοντας αρχικά πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη για τους πεζούς, ο οποίος στη συνέχεια εναλλάχθηκε σε ερυθρό πριν αυτή προλάβει, λόγω και της προχωρημένης ηλικίας της να κινηθεί ταχύτερα, ώστε να διαπεραιωθεί απέναντι και να ανέλθει στη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα ασφαλείας.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά συνάγονται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, που επιλήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, ο συντάκτης του οποίου απεικονίζει τον ισόπεδο σηματοδοτούμενο οδικό κόμβο ...και ... (βλ. και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες), αποτυπώνει την αρχική πορεία του άνω ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου και αυτήν της ενάγουσας πεζής, ενώ σημειώνει ίχνη τροχοπέδησης συνολικού μήκους έξι (6) μέτρων, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ταχύτητα με την οποία παρασύρθηκε η πεζή ήταν μεν μικρότερη των 30,63 χιλιομέτρων την ώρα, χωρίς ωστόσο να υπολογίζεται η αρχική ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο πρώτος των εναγομένων οδηγός και απορροφήθηκε από την επίπτωση του αυτοκινήτου του επ' αυτής (βλ.
και την από ... έκθεση Ανάλυσης Συνθηκών Τροχαίου Ατυχήματος του πραγματογνώμονα Τροχαίων Ατυχημάτων Διονυσίου ....). Στη συνταχθείσα εξάλλου έκθεση αυτοψίας καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι στο σημείο του ατυχήματος υπήρχαν αυτόματοι φωτεινοί σηματοδότες και (δυσδιάκριτες) διαβάσεις πεζών και ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η πεζή δεν θα μπορούσε να διασχίσει τη μία έστω (δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. ..., άνευ αμέσου κινδύνου να παρασυρθεί από τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα.
Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν επίσης από την εκτίμηση της επ' ακροατηρίου καταθέσεως του μάρτυρος αποδείξεως ..., αλλά και από το περιεχόμενο της προανακριτικής του εξέτασης. Ο μάρτυρας αυτός, δεν ήταν βέβαια παρών την δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά μεταφέρει, όσα η ίδια η πεζή, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της του αφηγήθηκε, ότι δηλαδή αρχικά κινήθηκε με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη, η οποία στη συνέχεια εναλλάχθηκε σε ερυθρά, εκδοχή η οποία κρίνεται πειστική, αφού, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στην αντίθετη περίπτωση, ενόψει της πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων, που παρουσίαζε ο οδικός κόμβος, δεν θα μπορούσε να διασχίσει με ασφάλεια την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, αλλά θα είχε παρασυρθεί από τα επερχόμενα οχήματα.
Εξάλλου, ο ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου εξετασθείς μάρτυρας ..., ο οποίος φέρεται ως αυτόπτης στην άνω έκθεση αυτοψίας, βεβαιώνει ότι ο πρώτος των εναγομένων εκινείτο με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας του, γεγονός άλλωστε το οποίο ούτε και οι ενάγοντες αμφισβητούν και στη συνέχεια περιγράφει την οδική συμπεριφορά της πεζής ..., επί λέξει, ως εξής: "...
βγήκε στο δρόμο χωρίς να ελέγξει καθόλου, σαν χαμένη ...". Όμως, σε κανένα σημείο της καταθέσεώς του δεν υποστηρίζει ότι η πεζή κινήθηκε με ερυθρά ένδειξη στο σηματοδότη για τους πεζούς, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για αιφνιδιασμό του πρώτου των εναγομένων οδηγού, αφού η πεζή, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, βράδυνε να κινηθεί και πάντως είχε ήδη διανύσει τη μία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. ..., το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της οποίας, στο σημείο εκείνο, διαμορφώνεται σε επτά (7) μέτρα και πλησίαζε να ανέλθει επί της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων νησίδας ασφαλείας και ως εκ τούτου ο άνω οδηγός είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα και από ικανή απόσταση αυτήν και να ενεργήσει με επιτυχία ελιγμό προς αποφυγή της.
Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση περί συνυπαιτιότητας της πεζής ..., στην επέλευση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα αυτά δεχθέν και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δεν έσφαλε, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, δια τούτο απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων περί υπαιτιότητας και επικουρικώς περί συνυπαιτιότητας πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης των εναγομένων".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της έλλειψης υπαιτιότητας της πεζής και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν (θανατηφόρου) τραυματισμού της πρώτης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα αιτιολογία ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ακριβής θέση της πεζής κατά το χρόνο της παράσυρσής της από το αυτοκίνητο, δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό, αφού σαφώς εκτίθεται σ' αυτή ότι η πεζή είχε διασχίσει ήδη τη μία από τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος και το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης, απέχουσα από τη διαχωριστική των δυο ρευμάτων νησίδα "ένα βήμα".
Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση α) μεταξύ των παραδοχών ότι η πεζή "...λόγω της ηλικίας της καθυστερούσε να διαπεραιωθεί απέναντι... πριν αυτή προλάβει, λόγω και της προχωρημένης ηλικίας της, να κινηθεί ταχύτερα..." και της περαιτέρω παραδοχής της ότι "από πουθενά δεν αποδεικνύεται σπουδή και βεβιασμένη κίνηση ή ιδιαίτερη καθυστέρηση ή σύγχυση στη μέση του οδοστρώματος από την ηλικιωμένη..." και β) της παραδοχής ότι "ο οδηγός προφανώς δεν είδε ούτε την πεζή, ούτε τις διαγραμμίσεις, ούτε και το φανάρι για τους πεζούς...", και της περαιτέρω παραδοχής της ότι "...τα ίχνη της πεδήσεως του αυτοκινήτου μήκους 6 μ.
σημαίνουν ότι το όχημα έτρεχε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη των 60 χλμ...", αφού η πρώτη παραδοχή τίθεται υπό την προφανή έννοια ότι ο οδηγός δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή κλπ, όπως αυτό συνάγεται και από την πιο κάτω παραδοχή της ότι "...ο οδηγός είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα και από ικανή απόσταση αυτή...".
Τέλος, καθορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταχύτητα με την οποία έβαινε ο οδηγός του αυτοκινήτου, (τουλάχιστον 60 χλμ την ώρα), και η υποχρέωσή του να τη ρυθμίσει ανάλογα με τις συνθήκες της οδού, ενώ διευκρινίζεται ότι η πεζή δεν εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι ο οδηγός αυτού, εάν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, και με την προσήκουσα ταχύτητα, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα και από ικανή απόσταση την πεζή και να την αποφύγει με τον κατάλληλο ελιγμό, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως να προσδιορίζεται ποια ήταν η ικανή αυτή απόσταση, ενώ εξηγείται γιατί η πέδηση που ενήργησε ο οδηγός δεν απέτρεψε την παράσυρση της πεζής, (δεν έγινε έγκαιρα, αλλά σε πολύ μικρή απόσταση από την πεζή).
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
II. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, με την οποία προβάλλονται αυτοτελείς ισχυρισμοί ή παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ή τους λόγους έφεσης και τους απέρριψε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται το Εφετείο έλαβε υπόψη τους λόγους της έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που αφορούν την έλλειψή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού της πεζής κατά το αυτοκινητικό ατύχημα και του επελθόντος βραδύτερα θανάτου της και τους απέρριψε.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το άλλο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι σε κάθε περίπτωση το Εφετείο περιορίστηκε να απορρίψει τους λόγους της εφέσεώς της με ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ελλείποντα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της απόφασης.
ΙΙΙ. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2007 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" για αναίρεση της 723/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ